Η συζήτηση για τη μελλοντική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας δεν είναι ούτε τεχνοκρατικά μονόδρομη, ούτε πολιτικά συναινετική, ούτε θεσμικά αξιόπιστη, αν και ο στόχος υποτίθεται ότι είναι αυτονόητος και αποδεκτός από τους περισσότερους. Για αυτό άλλωστε, κανένα άλμα ανάπτυξης δεν έγινε μετά την κρίση, ενώ και τα μικρά βήματα ανάκαμψης που βλέπουμε είναι ευάλωτα σε νέες αβεβαιότητες. Πέρα από τις δυσκολίες που οφείλονται στη μακρά ύφεση, οι λόγοι είναι βαθύτεροι και οφείλονται στην αδυναμία μας να επιλέξουμε ανάμεσα σε ορισμένα κρίσιμα και δύσκολα διλήμματα, όπως τα εξής:

  1. Μικρές ή μεγάλες επιχειρήσεις;

Η κυρίαρχη ιδεολογία στην Ελλάδα είναι ότι ο δυναμισμός της οικονομίας καθορίζεται από τις μικρές, ακόμα και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Ο δημόσιος λόγος, η πολιτική προβολή, αλλά και τα κοινοτικά κονδύλια κατευθύνονται συντριπτικά υπέρ των μικρομεσαίων. Στο ΕΣΠΑ για παράδειγμα, μόνο το 21% των έργων έχει προϋπολογισμό άνω των 100.000 ευρώ και μόνο το 7% άνω του ενός εκατ. ευρώ, ενώ το κύριο μέρος έχει διασκορπιστεί σε άπειρα μικρά έργα. Μια μεγάλη επιχείρηση στην Ελλάδα (δηλαδή μια μεσαίου μεγέθους στην Ευρωπαϊκή Ένωση) συχνά λοιδορείται πολιτικά και κοινωνικά γιατί θεωρείται ότι λειτουργεί εις

1

βάρος των μικρότερων, καταπιέζει τους εργαζομένους και χειραγωγεί τους καταναλωτές.

Στην πρόσφατη κρίση πάντως συνέβησαν ακριβώς τα αντίθετα από αυτές τις προκαταλήψεις: οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν που άντεξαν περισσότερο και κράτησαν πολλές θέσεις απασχόλησης, ενώ οι μικρές έκλειναν κατά κύματα απολύοντας εργαζομένους ή περικόπτοντας δραστικά τις αμοιβές τους με την απειλή ότι θα τους διώξουν. Ταυτόχρονα, για να κρατήσουν την κατανάλωση, οι μεγάλες εταιρείες έριξαν τις τιμές, ενώ οι μικρές, καθώς και οι περισσότεροι επαγγελματίες, τις διατήρησαν για να βγάλουν το κέρδος τους. Η βιωσιμότητα μιας μεγάλης επιχείρησης είναι καθοριστική και για τη λειτουργία πολλών μικρότερων, γιατί δημιουργεί δίκτυα στις αγορές και ανοίγει δυνατότητες σε προμηθευτές, υπεργολάβους ή διανομείς. Το αντίθετο δεν συμβαίνει γιατί οι μικρές από μόνες τους δεν μπορούν να δικτυωθούν επαρκώς στην αγορά και ιδίως στον διεθνή ανταγωνισμό.

  1. Βιομηχανία ή υπηρεσίες;

Τις τελευταίες δεκαετίες κυριάρχησε η άποψη ότι στην Ελλάδα η βιομηχανική παραγωγή δεν μπορεί να ριζώσει και πρέπει να γίνουμε κυρίως χώρα υπηρεσιών (ίσως και μερικών αγροτικών προϊόντων αλλά όχι σε μεγάλη κλίμακα). Η μεταποίηση απαξιώνεται συλλήβδην είτε επειδή θεωρείται ρυπαίνουσα είτε γιατί γίνεται από μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οπότε ισχύουν οι προηγούμενες προκαταλήψεις. Και πάλι όμως η κρίση έδειξε ότι ισχύουν τα αντίθετα από τα εδραιωμένα πρότυπα. Πιο ανθεκτικές αποδείχτηκαν τα τελευταία χρόνια οι επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα διεθνώς εμπορεύσιμα, πράγμα που τους επέτρεψε να μετριάσουν τις οδυνηρές συνέπειες της ύφεσης.

Αντίθετα, στις εταιρείες υπηρεσιών – όπως κατοικία, εμπόριο, διαφήμιση και ψυχαγωγία – η κρίση διέλυσε πολλές επιχειρήσεις, μεγάλες και μικρές. Μόνη εξαίρεση ο τουρισμός, η άνθηση του οποίου τα τελευταία χρόνια ωφέλησε όλες τις επιχειρήσεις κάθε μεγέθους. Και πάλι όμως πρώτες ήταν οι μεγάλες μονάδες που «τράβηξαν» το κύμα τουριστών από τις απειλούμενες αγορές της Μεσογείου και το έφεραν στην Ελλάδα, για να ακολουθήσουν και οι μικρότερες.

Στον τομέα του περιβάλλοντος, η βιομηχανία είναι προφανώς πιο εκτεθειμένη αλλά συνήθως και πιο προσεκτική γιατί εύκολα ταυτοποιείται η ευθύνη της όταν ρυπαίνει. Για παράδειγμα στη μεγάλη μόλυνση που

2

κατέστρεψε πέρυσι τον Θερμαϊκό, υπεύθυνη δεν βρέθηκε να είναι η οργανωμένη βιομηχανική παραγωγή, αλλά πολλές και ανεξέλεγκτες εταιρείες υπηρεσιών της Θεσσαλονίκης!

  1. Οργανωμένη ή διάσπαρτη εγκατάσταση;

Ο ελλιπής χωροταξικός σχεδιασμός έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση ίδρυσης σχεδόν κάθε είδους επιχειρήσεων όπου βολεύει τον ιδιοκτήτη τους. Σε χώρους κατοικίας, αγροτικές εκτάσεις και περιοχές Natura στοιβάχτηκε πλήθος δραστηριοτήτων χωρίς καμία υποδομή κοινών δικτύων που θα μείωναν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η περιοχή Οινοφύτων όπου βρίσκονται οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, αλλά ενδημεί επίσης και η μεγαλύτερη ντροπή με την χρόνια ρύπανση του Ασωπού.

Σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες επιβάλλεται πλέον η ένταξη επιχειρήσεων παραγωγής σε οργανωμένα πλαίσια υποδοχής, πάρκα, ζώνες και βιομηχανικές περιοχές. Σε τέτοιες περιοχές, οι κοινές υποδομές διαχείρισης ενέργειας και αποβλήτων, για διάχυση νέων τεχνολογιών, εφοδιαστική στήριξη ή ακόμη και κατάρτιση του προσωπικού, μπορούν να οργανωθούν ευκολότερα με επιμερισμό του κόστους. Επίσης η χωρική συνύπαρξη των επιχειρήσεων διευκολύνει και τις δράσεις των εργαζομένων να προστατεύσουν τη δουλειά τους και τον μισθό τους. Στην Ελλάδα, θεσπίστηκε επιτέλους ένα παρόμοιο πλαίσιο, πλην όμως η έλλειψη χρηματοδότησης των κοινών υποδομών δεν έχει κάνει επί του παρόντος ελκυστική την εγκατάσταση – και πολύ περισσότερο τη μετεγκατάσταση – επιχειρήσεων.

  1. Υποδομές ή φορολογικά κίνητρα;

Η υπερφορολόγηση των τελευταίων ετών έχει οδηγήσει σε ασφυξία πολλές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και εργαζομένους. Αρκετοί έχουν μεταπηδήσει είτε σε άλλες χώρες είτε στη «μαύρη οικονομία», με αποτέλεσμα τα φορολογικά έσοδα να μην έχουν αυξηθεί αναλογικά και να χρειάζονται νέες αυξήσεις. Όλοι πλέον μιλούν για την ανάγκη φορολογικής ελάφρυνσης.

Όμως από μόνη της η μείωση συντελεστών ούτε τις επιχειρήσεις θα κάνει αυτόματα να επιστρέψουν στη χώρα ούτε τους επαγγελματίες και μισθωτούς να κόβουν πάραυτα αποδείξεις. Για να είναι επιτυχής η μείωση φόρων, πρέπει ταυτόχρονα να εφαρμοστεί ένα δρακόντειο σύστημα ποινών που θα καθιστά την παραοικονομία ασύμφορη και κριτήρια ότι για

3

ένα διάστημα τα επιπλέον κέρδη θα επενδύονται. Κυρίως όμως χρειάζεται ένα περιβάλλον ισχυρής και συστηματικής ανάπτυξης με χρηματοδότηση σύγχρονων υποδομών ώστε διαρκώς να προσελκύει νέες επενδύσεις και νέες επιχειρήσεις. Μετά, ο ανταγωνισμός είναι πολύ πιο πιθανό να αναγκάσει και όσους φοροδιαφεύγουν να ενταχθούν στην επίσημη οικονομία για να μη χάσουν τις ευκαιρίες για τα νέα μερίδια αγοράς που δημιουργούνται.

  1. Το πολιτικό κεφάλαιο:

Τέλος, η σοβαρότερη απαίτηση της ανάπτυξης είναι να υπάρχει μια πολιτική τάξη που τη σχεδιάζει, την εφαρμόζει και – κυρίως – την πιστεύει. Στην Ελλάδα τα περισσότερα κόμματα εξαντλούν συνήθως τη στρατηγική τους στο ποσοστό που θα πάρουν τις επόμενες εκλογές και μοιραία αδιαφορούν για τις επιλογές ανάπτυξης που θα είχαν μεν μονιμότερα οφέλη για τη χώρα, αλλά σε χρόνο που τα ίδια ίσως έχουν πάψει να κυβερνούν. Είναι αυτή ακριβώς η βραχυχρόνια εκλογική οπτική που οδηγεί στην πολυδιάσπαση των ενισχύσεων, την αποθέωση των πολλών μικρών επιχειρήσεων, την ανοχή της εκτεταμένης μικροαυθαιρεσίας και τις φορολογικές μικροελαφρύνσεις, γιατί έτσι πιστεύουν ότι εμπεδώνεται η επιρροή τους. Δυστυχώς όμως, δεν θεμελιώνεται καμία σοβαρή δυναμική ανάπτυξης, γιατί λείπουν οι μεγάλες μονάδες, οι νέες υποδομές, τα σύγχρονα δίκτυα και η απαιτητική τεχνολογία.

Επειδή σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν ευνοούνται οι προοπτικές μαζικής απασχόλησης, οργανώνεται το δεύτερο σκέλος εκλογικής στόχευσης με την αθρόα χορήγηση επιδομάτων στους πιο αδύναμους. Όμως το κοινωνικό κράτος έπρεπε να είναι πυλώνας ανάπτυξης και ένταξης στην εργασία και όχι υποκατάστατο όταν αυτές δεν έρχονται. Όσοι προσπερνούν την ανυπαρξία επενδύσεων, την καθίζηση της Παιδείας και την αναιμική ανάκαμψη με αντιστάθμισμα ένα κύμα πρόσκαιρων παροχών, στην πράξη καταλήγουν να διαιωνίζουν τον εγκλωβισμό των πιο αδύναμων στη φτώχεια, αντί να τους δίνουν τα εφόδια να την υπερβούν με τη δουλειά και την αξία τους.

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης και πρώην υπουργός Οικονομικών

πηγη, Τα Νέα