*ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Βασίλης Βρεττός. Από το φωτογραφικό λεύκωμα «Mise en Abyme», 2016 που παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στο πλαίσιο ατομικής έκθεσης του φωτογράφου στο Φεστιβάλ Αθηνών, (Πειραιώς 260) σε επιμέλεια της Ίριδας Κρητικού υπό την αιγίδα του Φεστιβάλ Αθηνών.

Γράφει η `Ιρις Κρητικού

Στιγμιότυπο 2020 01 21 7.58.48 μμ

Αίγινα Ι

 

Γυρνώντας απ’ τη θάλασσα με τη μάνα μου

Καθόμαστε να ξαποστάσουμε κάτω απ’ την ίδια πάντα ελιά.

Μου διηγόταν τότε την ιστορία του μέρμηγκα και του τζίτζικα,

Πρώτα μαθήματα εγκράτειας, σωφροσύνης,

μα πάνω απ’ το κεφάλι μας ξεφώνιζε ο ποιητής με πάθος στο λιοπύρι.

Ε, μάνα, για ποιο χειμώνα μου μιλάς,

τι δυστυχίες, τι πάγους και ποια πείνα;

Τούτο είναι το θαύμα εδώ, αρχίζει με την κάψα

Τελειώνει μόλις στα σκούρα μπει η μέρα

Τα σπόρια ζώνονται από παντού, τα βρίσκει το μερμήγκι,

ενώ ο γκρίζος ασυλλόγιστος βουβαίνεται, παγώνει.

Αχ, μάνα μου κακότυχη, που γέννησες μια τζίτζικα,

Δεν ξέρει να μαζώνει!

 

Μόλις ξημέρωνε το’ σκαγα απ’ το κρεβάτι

Τη νυχτικιά μου έσερνα σε χόρτα, ποτιστάδες,

Ο κήπος μου φαινότανε απέραντη εξουσία

Κι κότες πρόσωπα σημαντικά, προσηλωμένα να τσιμπάνε…

Δεν ήξερα ώρες μες στο θέρος.

Αιωνιότητα το χωράφι, το μαγκάνι γύριζε στον άπειρο χρόνο,

Βουτούσα στα σανά, χωνόμουνα, κυλιόμουνα

Ανάμεσα στη θάλασσα κι εκεί αρχίζαν άλλες.

Είχα από τότε φτιάξει δύο εαυτούς. Ο ένας γαλήνιος

Κούρνιαζε, αγάπαγε τα γύρω του καλά διατεθειμένος,

Τον άλλο τον ερέθιζε ο γλυκός κίνδυνος που κρύβει άγνωστο

Σώμα.

Ονόμαζα γαλήνη το χειμώνα, την τρέλα καλοκαίρι

Και μεταμορφωνόμουνα σε άγγελο χειμερινό, σε σατανά της ζέστης.

Η μάνα μου ετρόμαζε μ’ αυτές τις δύο μου φύσεις,

θα φταίνε, έλεγε, οι δύο κόσμοι, η πολυκατοικία και το νησί,

μα όπου να’ ναι χειμωνιάζει,

που θα πάει κι αυτή…θα μαζευτεί.

 

Αίγινα II

 

Με φωτοστέφανο τις πρώτες συννεφιές

Ο άγιος ο Σεπτέμβριος ερχόταν κι έλαμπε

Με την ωραία ισορροπία του ανάμεσα στη σοφία

Της σοδειάς και στην τρελή καλοκαιριά της θάλασσας ακόμα.

Απ’ τα χαράματα ήμαστε στα δέντρα

Και τ’ απόγεμα καθαρίζαμε ό,τι φιστίκι είχαμε μαζέψει το πρωί,

Η Αργυρώ, η Βαγγελιώ κι η θεία Γιωάννα.

Γύρω απ’ το μακρύ τραπέζι ιστορίες

γι’ αρραβωνιάσματα, προίκες κι αβασκαμούς…

Οι άντρες κάθονταν καμιά φορά μαζί μας,

Ο Γιώργος ο Μήτσος, ο Νεκτάριος.

Κι άρχιζαν τα αστεία και τα υπονοούμενα, που τα κατάλαβα

μετά.

Η γεροντοκόρη έλεγε: Τι τη θέλω τη σκοτούρα του άντρα,

την παντρειά;

Έχω τώρα το κεφάλι μου ήσυχο.

Και μια νιόπαντρη με μάτια που γελούσαν:

Δίκιο, τι δίκιο που’ χεις, Άννα!

 

Σουρούπωνε, μύριζε ρετσίνι κι ο ουρανός.

Αλλάζαμε και κατεβαίναμε στο λιμάνι για λουκουμάδες.

Με κλαρωτά τσιτάκια η μαμά κι η θείτσα,

«ωραία ώρα», τα ψωνάκια τους και μετά στην Αρτεμίτσα για

     πρόβα.

Έτριζαν τα σανίδια τα φαρδιά.

Όλο το πάτωμα έκλινε στη μια πάντα,

Η ντουλάπα με τον καθρέφτη σαν να’ πλεε στο κύμα.

Είχε κάποτε η μοδίστρα μας άντρα σφουγγαρά

Κι έπειτα μόνο μια μαυρόασπρη φωτογραφία, το βελόνι της

και δυο κορίτσια «ν’ αναστήσω. αλλά κυρα-Λένη μου,

η μεγάλη μου άριστη, πάντα άριστη!»

Βραδινή επιστροφή, άσπρη η φυλακή κι οι φρουροί

μελαγχολικοί μες στ’ ανοιχτά κλουβιά τους

Να παίζουν νευρικά το κουμπί στο ραδιοφωνάκι τους.

Ακουμπισμένη πάντα στον ίδιο μαντρότοιχο

η Λιλή μιλάει στη νύχτα. τρελάθηκε

σαν ήτανε κορίτσι κι ο αρραβωνιαστικός της

την άφησε μια ώρα πριν το γάμο, γιατί ο πατέρας

άλλη προίκα είχε υποσχεθεί κι άλλη του ’δινε.

Παντρεύτηκε ο καλός της την ίδια μέρα μια φτωχιά

με το πουκάμισο, έτσι από πείσμα, είπαν.

Μικρή μαθητευόμενη της θλίψης, στο μαξιλάρι μου

έλεγα την ιστορία της παραλοϊσμένης καρδιάς

κι έκλαιγα για πάθη που δεν είχα γνωρίσει ακόμη. 

82972500 2733235220093984 8770439032225136640 n
Η Κατερίνα Αγγελάκη σε παιδική ηλικία

 

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ 1

 

Το τοπίο της Αίγινας, τόσο κοντινό και ταυτόχρονα τόσο μακρινό από εκείνο της Αθήνας, διασώζει ως σήμερα, παρά τις πολυάριθμες οικιστικές επεμβάσεις στις οποίες εξακολουθεί να υπόκειται, μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία, μια αναλλοίωτη σχεδόν αύρα. Την ίδια εκείνη που το καθιέρωσε ως τόπο μονάκριβο αλλά και ως αλάνθαστο φωτεινό θεματικό πεδίο για την πρωτογενή δημιουργία αναπάντεχα μεγάλου αριθμού γλυπτών και ζωγράφων. Από τον Ουμβέρτο Αργυρό, τον Στέφανο Λάντσα, τον Σπύρο Παπαλουκά, τον Αλεξάντερ Μπαρκώφ, τον Φώτη Κόντογλου, τον Γεράσιμο Στέρη και τον Πολύκλειτο Ρέγκο, τον Τζούλιο Καΐμη και τον Klaus Vrieslander, ως τον Σπύρο Βασιλείου, τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Τάκη Καλμούχο, τον Χρήστο Καπράλο και τον Γιάννη Παππά, τον Γιάννη Μόραλη, τον Νίκο Νικολάου, τον Κώστα Ανδρέου και τον Ανδρέα Βουρλούμη, τον Γιώργο Μανουσάκη και τη Μαρία Πωπ, τον Πέρρη Ιερεμιάδη, τον Ιάσονα Μολφέση και τον Σταύρο Ιωάννου και ακόμη, τους σημαντικούς αρχιτέκτονες Δημήτρη Πικιώνη, Άρη Κωνσταντινίδη και Κυριάκο Κρόκο, πολλοί υπήρξαν οι ακριβοί μας δημιουργοί που επισκέφθηκαν ή εγκαταστάθηκαν κατά περιόδους στο νησί, καθιστώντας το θερινό καταφύγιο και δεύτερο τόπο τους και συναναστρεφόμενοι εκεί σημαντικούς ανθρώπους των Γραμμάτων μας όπως ο Άγγελος Σικελιανός και ο Γιώργος Σεφέρης. Ή, ακόμη, ο Νίκος Καζαντζάκης και η βαφτισιμιά του Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, αγαπημένη αιώνια φίλη της μητέρας μου, που ξέρει να μιλά τόσο καλά για το σκληρό κουκούτσι του νησιού μας: για την «Αιωνιότητα του χωραφιού, για «το μαγκάνι που γυρίζει στον άπειρο χρόνο», χαράζοντας «προσχέδια για ένα σπίτι, έναν τοίχο, μια κάτοψη», ζωγραφίζοντας «ουρανούς που τους διαπερνάνε χρώματα τρυφερά και ονειρικά».

Στιγμιότυπο 2020 01 21 8.13.03 μμ
Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και Μαίρη Γαλάνη – Κρητικού μαζί, ένα καλοκαίρι στην Αίγινα

 

Πολλοί ως σήμερα είναι εκείνοι που εξακολουθούν να επισκέπτονται την Αίγινα, αναμετρούμενοι με το απαλό θαλασσινό της περίγραμμα, με τις λιτές ορεινές γραμμές της. Με τις ώχρες και τα πηχτά γαλανά, τα χοντροκόκκινα, τα ρόδινα και τα αχνοπράσινα ενός απέριττου αλλά εξαίσια αρμονικού τοπίου, όπου σύγχρονοι εικαστικοί καλλιτέχνες  επιλέγουν εκ νέου να εγκαταστήσουν τα εργαστήρια και τη θερινή κατοικία τους. Αποφεύγοντας -όπως κάνουμε οι περισσότεροι- «την πολλήν συνάφεια του κόσμου». Το βλέμμα τους εξακολουθεί να βρίσκει τόπο να ταξιδεύει, να διεισδύει στις φωτεινές εστίες του τόπου κι ο χρωστήρας τους, να θωπεύει τον καμβά. Προσεγγίζοντας έτσι τον άλλο τόπο, αυτόν όπου ο Νίκος Νικολάου επέλεξε να εργαστεί και να κατοικήσει γιατί ξαναβρήκε σ’ αυτόν το «αττικό φως» που εξέλειψε από την Αττική. Τον τόπο που ο Γιάννης Παππάς από τύχη αγαθή επισκέφθηκε «για να κατοικήσει στη συνέχεια ένα από τα ωραιότερα σημεία του που αγάπησε με το πρώτο βλέμμα» -στην Περιβόλα: «Αυτό είναι, αυτό πρέπει…», σημειώνει ο ίδιος στα εξόχως προσωπικά «Τετράδια της Αίγινας…».

 

Την εξακολουθητική απεικόνιση του ναού της Αφαίας από επιφανείς ξένους και Έλληνες ζωγράφους που κινήθηκαν στο πλαίσιο της περιηγητικής καταγραφής ή της ρομαντικής αναπαράστασης, διαδέχθηκαν περισσότερο προσωπικές διαπραγματεύσεις τοπίων, φευγαλέα στιγμιότυπα, παραθαλάσσια και υπαίθρια θέματα της αιγινήτικης ενδοχώρας που απαθανάτισαν σημαντικοί Έλληνες γλύπτες και ζωγράφοι.

Η μυστικιστική Αφαία με τις κλασικίζουσες εξάρσεις του Λάντσα -μετέπειτα δασκάλου του Μόραλη- και τις μυθολογικές αναφορές του Στέρη, τα γαλάζια και τα ρόδινα ανωφερή εξοχικά τοπία από ρευστή πάστα χρώματος του Παπαλουκά, οι ελαιώνες της αιγινήτικης ενδοχώρας του Ρέγκου, ο θαλασσινός Άγιος Νικόλας του Μπαρκώφ κι οι μεταφυσικοί θαλασσινοί στρόβιλοι του Καλμούχου, τα επιτόπια ζωγραφικά έργα του Πικιώνη, τα διαφανή περιγράμματα επιβατηγών πλοίων και οι αιωρούμενοι παραθεριστές του Βασιλείου, οι λιτές καλοκαιρινές πανσέληνοι και οι ερωτικές συναντήσεις ανθρώπων και πλοίων του Μόραλη, τα αιγινήτικα ζωγραφιστά βότσαλα, οι μεστές γυναίκες κάτω από τις συκιές και τις γόνιμες ροδιές και τα λιανά σπιτάκια με την ώχρα και το χοντροκόκκινο του Νικολάου, η λιτή γεωμετρική ώρα, τα ανήσυχα άτια και οι αρχαίοι αιγινήτες πολεμιστές του Καπράλου, τα καφενεδάκια, τα εδωδιμοπωλεία, τα κουρεία και τα ψιλικατζίδικα του Τσαρούχη και της Πωπ, οι αχνοί θαλασσινοί ορίζοντες της Πέρδικας και τα δίπατα αιγινήτικα σπιτάκια από ώχρα και φως του Μανουσάκη, η μνημειακή «Αρπαγή της Αίγινας» και τα ύστατα σχέδια από τα αμείλικτα αυτογνωσιακά «Τετράδια της Αίγινας» του Παππά, οι περιρρέουσες κι απέριττες ακουαρέλες με τα λευκά σπιτάκια και τα φυστικόδεντρα και οι μαβιές θάλασσες με θέα τη Μονή του Ανδρέα Βουρλούμη, οι ασπρόμαυροι κάμποι και τα κολλάζ του Κρόκου, οι λεπτές τονικότητες στις όψεις του παραλιακού δρόμου και η διαυγής απεικόνιση του πανοραμικού τοπίου του οικείου κάμπου κάτω από την κατοικία του Ανδρέα Φωκά στη Λεύκη, με τη θαυμαστή οικονομία μέσων, είναι μερικές μόνο από τις εικόνες που διασώζει η μνήμη.

Τα περισσότερα από τα έργα αυτά, μοιάζουν στην πρώτη εντύπωσή τους ταπεινά, επιλέγουν τη μικρή κλίμακα, χρησιμοποιούν ελάχιστα μέσα. Αυτή ωστόσο η οικονομία, είναι εκείνη ακριβώς που επιβάλλει η ίδια η φυσιογνωμία του νησιού, η δίχως εξάρσεις κατακτημένη του ελληνικότητα που γοήτευσε άλλοτε τους οδοιπόρους της γενιάς του ’30: πολλοί από τους δημιουργούς ετούτους, βρέθηκαν τυχαία ή από σύσταση οικείου τους καλλιτέχνη που προηγήθηκε εκεί και επέλεξαν να μείνουν, ίσως γιατί σε λίγους ελληνικούς τόπους υπάρχει ετούτη η συνταρακτική διαφάνεια, η ελάχιστη διάθλαση του φωτός και η έλλειψη chiaroscuro που καθιστά σημαίνον το βάρος των ελάχιστων αποτυπώσεων, του μικρότερου περιγράμματος.

 

Στα γραπτά και στα έργα τους ξαναβρίσκω τα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια αναλλοίωτα -τα μεγάλα καλοκαίρια και τους μικρούς χειμώνες μιας άχρονης Αίγινας. Κάτω από τα περιγράμματα των εικόνων τους  συλλαβίζω ψιθυριστά το «Θησαυρό της Βαγίας» της Ζωρζ Σαρρή και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τα ποιήματα-πεμπτουσία της ίδιας της Αίγινας- της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και τους έμμετρους μεσονύκτιους περιπάτους στην Παλαιαιοχώρα, μνημονευμένους στο «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη και στα «Ημερολόγια» του Γιώργου Σεφέρη. Φυλλομετρώ εκ νέου, τα γραπτά του Κοσμά Ψυχοπαίδη και του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, τα «Τετράδια της Αίγινας» του Γιάννη Παππά, τα σημειωματάρια του Ανδρέα Βουρλούμη και τη λιτή σαν τον ίδιο αυτοβιογραφία του Χρήστου Καπράλου. Κι επανέρχονται με ηδύτητα στη μνήμη βόλτες στην παραλία, μπροστά στο από πάντοτε ετοιμόρροπο αρχοντικό Βογιατζή, στους αμαξάδες και στο θαλασσινό Άη Νικόλα. Στις φυστικιές της Περιβόλας, γυμνές τα Χριστούγεννα, ρόδινες και μεστές πριν το Αυγουστιάτικο μάζωμα. Στην Αφαία, στη Χρυσολεόντισσα και στο Όρος του μυθικού βασιλιά Αιακού, στο Κυβερνείο του Καποδίστρια και στο έρημο Εϋνάρδειο, αλλοτινό αρχαιολογικό Μουσείο, χαϊδεμένο οίκημα του Αντώνη Πελεκάνου. Στο ερειπωμένο κι αλαφροΐσκιωτο -σαν τα βήματα του Frieslander και του Τζούλιο Καΐμη- σπίτι του Ροδάκη και στην ηδεία Γαλακτοτροφούσα της επτασφράγιστης Όμορφης Εκκλησιάς. Κι ύστερα ηλιοβασίλεμα στον Άγιο Βασίλειο, σούρουπο στους Αγίους Αποστόλους στα Πλακάκια, νύχτα στην Παλαιοχώρα, αρχαίες σκιές στην Κολώνα –Πανσέληνος. Την επομένη, τυλιγμένοι την άγια καθημερινότητα, εφημερίδες στου Γιώτη, φραπέ στο Αιάκειον, μπάνιο στο Μαραθώνα και στο Φανάρι, σινεμά στο Άνεσις και το Ολύμπια, ή κάτω από τον θροίζοντα φοίνικα στο Ακρογιάλι. Κι αργότερα, ακολουθώντας ανέφελους φωτορυθμικούς έρωτες στην Οινόη…Κι ακόμη, γουλιές ρετσίνα στου Παναγάκη, ένα αμυγδαλωτό στο Αιάκειον, ένας ελληνικός κι ένα παγωμένο ούζο στο καφενεδάκι της Δημαρχίας, ένα ραβανί στου Παγούδη, μια ορφανή και μια φέτα καρπούζι στην αυλή του Βατζούλια, να οι ανεξίτηλες γεύσεις που αφήνουν με τη σειρά τους κάτι ακόμη -παντελώς ακαθόριστο μα αναγκαίο κι αναπόφευκτα γλυκόπικρο – στον ευφραντικό καμβά.

 

Μακριά από το τοπίο αυτό που μας ανέθρεψε, όσοι το αγαπήσαμε, εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε τις μικρές αποθεώσεις της ύλης του: εφήμερα ευρήματα στα κανατάδικα του Μεσαγρού με την υγρή πασπάρα, απρόσμενες εκρήξεις χρωμάτων στα καΐκια με τα φρούτα στο λιμάνι, κι ύστερα, οξυκόρυφες λάμψεις στην ψαραγορά με τη λιανή αθερίνα και τα ασημένια λυθρίνια αραδιασμένα στους μαρμάρινους πάγκους. Συκιές και τείχη από δεντρολίβανα στις βεγγέρες των Νικολάου, …το σπίτι του Νίκου και της Αγγέλας που ήταν «το ανοιχτό σπίτι όλες τις ώρες», με το «μεγάλο τραπέζι, αρχαία εστία, πάντα γεμάτο να δεχτεί τον ξένο και το φίλο». Θροΐζοντες ίσκιοι στις φυστικιές, απαράλλαχτες με εκείνες του Βουρλούμη, τα «μικρά ζωγραφικά ποιήματα που», κατά το Γιάννη Παππά, «όπως τα ποιήματα του λόγου, γεννούν αντηχήσεις στη ευαισθησία, ανακαλούν εικόνες και ψυχικές διαθέσεις…». Οσμές από βρεγμένα κυκλάμινα κι αμάραντα, κρίνα και βάγια στους Επιταφίους της Μεγάλης Παρασκευής, στάχυα στο στόλισμα και το παγανιστικό κάψιμο του Λειδινού στην Κυψέλη, κι όλα να αρχίζουν πάλι από την αρχή και με έναν τρόπο μαγικό να επανέρχονται ως σήμερα, διώχνοντας από το λαιμό τον κόμπο της απώλειας. Σε όλα ετούτα και σε πολλά ακόμη, γιατί ποτέ μια εικόνα από το συναξάρι ετούτο της μνήμης δεν θα είναι αρκετή, και κυρίως, σε όλους εκείνους που «έφυγαν» αλλά από την Αίγινα δεν έφυγαν ποτέ, αφιερώνονται αυτές οι σκέψεις… *

 

Ίρις Κρητικού

 

  1. τα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ, ανήκουν στη συλλογή «Επίλογος Αέρας», εκδόσεις Κέδρος 1990.

 

* Το κείμενο βασίζεται στο κείμενο της υπογράφουσας «Η Αίγινα των Ζωγράφων» που περιλαμβάνεται στον κατάλογο της ομώνυμης έκθεσης που παρουσιάστηκε στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο του Δήμου Αίγινας και στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων «Μελίνα» στην Αθήνα τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 2008 αντίστοιχα, σε έκδοση της Μικρής Άρκτου και του Δήμου Αθηναίων.