Πρόκειται για τον καθηγητή Ιατρικής Αρθουρ Λι, πρόεδρο του Πανεπιστημίου και μέλος της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ –ο οποίος ήταν υπουργός Παιδείας όταν ξέσπασε η επιδημία του SARS–, και την καθηγήτρια Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ Ιβόν Μαλντονέιντο. Και οι δύο απάντησαν σε παρόμοια ερωτήματα σχετικά με τις βέλτιστες ατομικές και συλλογικές πρακτικές για την αντιμετώπιση του ιού.

Σημαντικό ζήτημα είναι η «αποδραματοποίηση» του COVID-19, καθώς έχει πολλά κοινά γνωρίσματα με την κοινή γρίπη. Τόσο η κοινή γρίπη όσο και η μόλυνση από τον κορονοϊό μπορεί να εξελιχθεί σε πνευμονία. Η θνησιμότητα είναι σχεδόν συγκρίσιμη με εκείνη της κοινής γρίπης. Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν ελαφρά συμπτώματα προτού ακολουθήσει πλήρης θεραπεία. Πώς δικαιολογείται, λοιπόν, μια τόσο μεγάλη παγκόσμια κινητοποίηση; Ο κ. Λι απαντά ότι ο κορονοϊός είναι πιο επιθετικός από την κοινή γρίπη σε ό,τι αφορά τη θνησιμότητα. «Η θνησιμότητα από τον κορονοϊό COVID-19 είναι 2%-3%, ενώ της κοινής γρίπης είναι λιγότερο από 1%. Βεβαίως, ο κορονοϊός έχει θνησιμότητα πολύ χαμηλότερη από τον SARS, που ήταν 10%-12%, αλλά από την άλλη πλευρά είναι πολύ περισσότερο κολλητικός από τον SARS».

Όπως λέει στην Καθημερινή η κυρία Μαλντονέιντο παρατηρεί ότι «παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι φορείς του ιού δεν εμφανίζουν συμπτώματα ή έχουν ελαφρά ή μέτρια συμπτώματα, καταγράφονται και κάποιες βαριές περιπτώσεις, αλλά και θάνατοι. Κατά συνέπεια, αρκετοί άνθρωποι θα χρειαστούν νοσηλεία ενώ κάποιοι μπορεί να πεθάνουν. Επιπλέον, πρόκειται για έναν νέο ιό, απέναντι στον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευπαθείς χωρίς να έχουμε κατανοήσει ακόμα όλους τους παράγοντες κινδύνου». Οι δύο καθηγητές απέφυγαν να τοποθετηθούν ευθέως για το ενδεχόμενο μεταλλάξεων του ιού, καθώς αυτές δεν μπορούν να προβλεφθούν.

Πολλοί εκφράζουν την αισιόδοξη εκτίμηση ότι ο κορονοϊός θα αντιμετωπιστεί ακριβώς όπως και ο SARS, αλλά ο κ. Λι διευκρινίζει ότι «δεν νικήσαμε ποτέ πραγματικά τον SARS, ούτε δημιουργήθηκε εμβόλιο για τον SARS» και προσθέτει ότι «η παρασκευή εμβολίων απαιτεί χρόνο γιατί πρέπει να οργανωθούν δοκιμές σε ζώα οι οποίες προηγούνται των κλινικών δοκιμών σε ανθρώπους».

Η κυρία Μαλντονέιντο τονίζει ότι δεν γνωρίζουμε πώς θα συμπεριφερθεί ο COVID-19. «Μπορεί να απλωθεί σε όλο τον κόσμο σε ευρεία ή σε περιορισμένη κλίμακα και μετά μπορεί να εξαφανιστεί, όπως εξαφανίστηκε ο SARS ή μπορεί να συνεχίσει να κυκλοφορεί σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ακόμα και σήμερα δεν έχουμε κατανοήσει γιατί ο SARS εξαφανίστηκε». Παρ’ όλα αυτά, η καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Στάνφορντ παρατηρεί ότι δεν είμαστε εντελώς άοπλοι απέναντι στον ιό. «Υπάρχουν υποψήφια εμβόλια σε στάδιο ανάπτυξης, όπως και αντιιικά φάρμακα τα οποία μπορεί να αποδειχθούν αποτελεσματικά στην πρόληψη ή στη θεραπεία του ιού».

Τα μέτρα προστασίας

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα προστασίας, ο κ. Λι συνιστά «έμφαση στην προσωπική υγιεινή, στο πλύσιμο των χεριών και στην αποφυγή κοινωνικών επαφών έτσι ώστε να εμποδιστεί η εξάπλωση του ιού». Τονίζει ακόμα ότι μια νέα θεραπεία που μπορεί να είναι αποτελεσματική είναι η αξιοποίηση του πλάσματος του αίματος ασθενών που θεραπεύτηκαν, όπως μετέδωσε την Πέμπτη και το πρακτορείο Reuters.

Η κυρία Μαλντονέιντο δηλώνει ότι δεν γνωρίζει εάν τα χάπια κατά της ελονοσίας μπορούν να έχουν θετική επίδραση, όπως ανέφεραν προ ημερών κινεζικές ιατρικές πηγές, και προσθέτει ότι δεν είναι ακόμα πλήρης η γνώση μας για τα μέτρα που πρέπει να λάβει ένας ασθενής για να επιταχύνει τη θεραπεία του.

«Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο συνιστούμε τη λήψη των βασικών μέτρων που υπάρχουν για κάθε άνθρωπο που προσβάλλεται από οποιαδήποτε ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος: ξεκούραση, ενυδάτωση και αντιβιοτικά ενάντια σε πιθανές δευτερογενείς βακτηριακές μολύνσεις, εάν υπάρχει η υποψία ότι μπορεί να έχουν αναπτυχθεί. Τέλος, όσοι ασθενούν πρέπει να λαμβάνουν μόνοι τους την πρωτοβουλία απομόνωσης, αλλά να αναζητούν παράλληλα την απαραίτητη ιατρική φροντίδα εάν διαπιστώνουν επιδείνωση των συμπτωμάτων τους».