ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ/ Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Ο Πιλάτος φοράει το μπλε του αδιάβροχο,

δεν βρίσκει ταξί,

οι συνειδήσεις συνωστίζονται

στον ίδιο μονόδρομο,

όλοι νίπτουν τας χείρας των,

μάλιστα τέτοιες μέρες.

Κική Δημουλά

«Μεγάλη Εβδομάδα»

Από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου»

 

Χωρίς περιστροφές και δισταγμούς, ξανά μπροστά στο αισιόδοξο άγγελμα της Ανάστασης, με τις ανοιξιάτικες μέρες να μας θυμίζουν πως ακόμα δίπλα μας προχωρά η ελπίδα.

Ευτυχώς που υπάρχουν ακόμα αγριολούλουδα στον κάμπο κι ευτυχώς, που, ακόμα, ο Ρωμανός ο Μελωδός αντιστέκεται στον Πόντιο Πιλάτο κι έτσι μπορούμε να αισιοδοξούμε ότι ίσως κερδίσουμε κάποιες ώρες γλυκιάς παρηγορίας στην ελλειμματική καθημερινότητά μας.

Βέβαια, οι Πόντιοι Πιλάτοι θα χασκογελούν πάντα σε βάρος τών προσδοκιών μας και πάντα θα καλλιεργούν μια ενοχική ατμόσφαιρα για τις προθέσεις μας, έτσι ώστε να μην είμαστε εμείς οι ζητούντες τα ρέστα, αλλά οι εσαεί απολογούμενοι.

Πάνε δεκαετίες τώρα που μπήκαμε στο τούνελ και στις εποχές τής λιτότητας, χωρίς ποτέ κανείς να καταδείξει το «τις πταίει;».

Πριν ένα χρόνο περίπου, οι εποχές τής λιτότητας έδωσαν τη θέση τους στην εποχή τής ανάκαμψης και της ελπίδας. Μέχρι που…

Αιφνιδιαστικά ήρθε μια νόσος. Ένας ιός που δεν τον βλέπει το μάτι τού ανθρώπου. Τόσο μικρός…

Και τα χαμόγελα κόπηκαν. Όσοι ευαγγελίστηκαν την οικονομική άνοιξη, αναδιπλώθηκαν. Τώρα, η αγωνία να μην ανοίξουμε ομαδικούς τάφους, θρονιάστηκε στο σαλόνι μας. Την καθημερινότητά μας, πλέον, την ορίζουν φοβίες, απαγορεύσεις, διαξιφισμοί. Τι κρίμα…

 

Αυτόν τον χρόνο στα δρώμενα της Μεγαλοβδομάδας προστέθηκαν και άλλα δρώμενα. Αυτός που δοκιμάζεται είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, οι ψυχικές αντοχές του, το αίσθημα της ασφάλειας, η ελπίδα του απέναντι στον φόβο τής απώλειας, οι μεταφυσικές του αντιλήψεις, η καρτερία του, η φιλονομία του, ο κόσμος των παραδόσεών του και πολλά ακόμα που συνθέτουν την ρέουσα ζωή.

Έχω την αίσθηση πως αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα, με την Άκρα Ταπείνωση, τον Ενταφιασμό και την Ανάσταση, είναι η κατ’ εξοχήν φυσική ευκαιρία για να εξιχνιάσουμε και να φωτίσουμε το σκοτεινό αίνιγμα του θανάτου.

Είναι αναγκαίο, τώρα, να θυμηθούμε πόσο φθαρτό είναι το ‘‘εγώ’’ μας στην όλη διαδικασία τής ζωής και να διδαχτούμε πόσο αναπόφευκτο είναι αυτό το μέγα μυστήριο του θανάτου, που μόνο ο ευαγγελικός Λόγος το μετέτρεψε από άφατη φρίκη σε χαστούκι στο πρόσωπο της έπαρσης, αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πόρτες τής ελπίδας για όσους εν επιγνώσει θελήσουν να πορευτούν ως έσχατοι.

Συλλογίζομαι, μήπως αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η πλέον πρόσφορη δοκιμασία για να νιώσουμε το πόσο ψεύτισε η ζωή μας, η οποία από τη μια απειλείται από την φυσική ανέχεια και από την άλλη από τα σκύβαλα θεσμών και ηθών που άκριτα υιοθετούμε.

 

Από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους είναι η πρώτη Μεγάλη Εβδομάδα που βιώνεται με τις σημερινές συνθήκες, όντως δραματικές. Είναι η πρώτη Μεγάλη Εβδομάδα που σημαδεύεται από δελτία τύπου που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως Δελτία Θανάτου. Βέβαια, θα μπορούσαμε να τα βαφτίσουμε και ως Δελτία Ζωής για να την χάσει η βιωτή μας την ελπίδα. Γιατί μέσα απ’ όλες αυτές τις διαδικασίες επιδιώκεται να μην λαβωθεί ανεπανόρθωτα η ζωή μας. Ανάλογα από ποια σκοπιά βλέπει κανείς τα δρώμενα.

Καθώς βάζω αυτές τις λέξεις τη μια δίπλα στην άλλη, επιχειρώντας να κατανοήσω αυτά που βιώνουμε, θυμάμαι τον Ιρλανδό συγγραφέα Κολμ Τομπίν και ένα συγκλονιστικό βιβλίο/νουβέλα του, το «Η διαθήκη τής Μαρίας», αιρετικό για κάποιους, ίσως. Ο Τομπίν αντιμετωπίζει την Μαρία, όχι ως «Μήτηρ Θεού», αλλά ως μητέρα μονάκριβου γιου, που θυσιάζεται για τους άλλους, στερώντας της, παράλληλα, την παρουσία του, ό,τι πιο χειρότερο, δηλαδή, μπορεί να ζήσει μια μάνα. Η άλλη οπτική, δηλαδή, αυτή που μπορεί να κατανοήσει μόνο μια μάνα που χάνει ένα παιδί στην ηλικία τού Ιησού.

Απαρηγόρητη η Μαρία τού Τομπίν ζητά από τους μαθητές Του να της εξηγήσουν γιατί θυσιάστηκε ο γιος της. Ένας απ’ αυτούς, της απαντά: «Με τον θάνατό του μας έδωσε ζωή… Με τον θάνατό του έσωσε τον κόσμο». Η απαρηγόρητη, αλλά και τρομαγμένη από όσα έχουν γίνει, μάνα, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο:

«…το ψιθύρισα άλλη μια φορά, αργά, προσεκτικά βάζοντας όλη μου την ανάσα, όλη μου τη ζωή, τη λίγη από απομένει μέσα μου. ‘‘…ένα πράγμα έχω να σας πωτώρα που μου λέτε πως ο γιος μου έσωσε τον κόσμο. Λέω λοιπόν ότι δεν άξιζε τον κόπο. Δεν άξιζε τον κόπο».

Ιδού, λοιπόν ένα ερώτημα, προσαρμοσμένο στα δεδομένα τών ημερών: Αξίζουν τον κόπο όλα αυτά;

Ο καθείς οφείλει να δώσει την απάντησή του. Εγώ, στον εαυτό μου, απαντώ απερίφραστα: ΝΑΙ.

Πιστεύω πως όσα βιώνω έχουν στόχο την ευημερία όλων.

Πιστεύω ότι ο Θεός μου δεν διώκεται, ούτε ότι καταδιώκονται οι παραδόσεις με τις οποίες ανατράφηκα.

Δεν αμφισβητώ, όμως, και το δικαίωμα του άλλου να νιώθει διαφορετικά. Αλλά ούτε εγκρίνω και την παραβίαση των νόμων τής Πολιτείας, που είναι υπέρτατο καθήκον κάθε πολίτη.

Θαρρώ πως πρέπει να διαχωρίσουμε το «νιώθω» από το «πράττω». Υπάρχει μια λεπτή γραμμή αναμεσά τους.

Εμείς, που γνωρίσαμε, ως Έλληνες, και τον Σωκράτη, και τον Ιησού, ξέρουμε πως και οι δυο είχαν την δυνατότητα ν’ αποφύγουν την θυσία τους.

Στον Σωκράτη προσφέρθηκε η φυγή, από τους φίλους του. Την αρνήθηκε, έστω γνωρίζοντας πως οι κατηγορίες εναντίον του ήταν άδικες και δόλιες. Και ήπιε, ήρεμος, το κώνειο.

Ο Ιησούς, ως Θεός, είχε την δύναμη όλα να τα αποφύγει. Θέλησε να τα υπομένει ως άνθρωπος, έστω γνωρίζοντας ότι οι εναντίον Του κατηγορίες ήταν ψευδείς και άδικες. Ανέβηκε τον Γολγοθά και σταυρώθηκε.

Δεν πρέπει να υπάρχουν διλήμματα. Από την κρίση δεν θα πρέπει να βγούμε τραγουδώντας τον «Κεμάλ» του Μάνου Χατζιδάκι, σίγουροι πως «αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ». Θα είναι γόνιμο να βγούμε μια άλλη κοινωνία, περισσότερο ταπεινή, ιδιαίτερα σκεπτόμενη, συνειδητά λιτή.

«Ο Θεός αγάπη εστί», είναι αιωνίως αληθές.

 

Η ευτέλεια, όμως, είναι τόση, που πια μόνο αηδία παράγει και δε μένει για τους σκεπτόμενους παρά η καταφυγή σε μιαν ερημιά ή έστω σ’ ένα adagio, μια και τα ιδιόμελα ή τα τριώδια της υμνολογίας τών Παθών, τον Ρωμανό Μελωδό, αλλά και τον Ελύτη, θέλει θάρρος για να τους προσεγγίσουμε και να πορευθούμε τις ημέρες αυτές. Κι εμείς χάσαμε το θάρρος μας από καιρό…

Ο μεταφυσικός άξονας της γιορτής μένει στα αζήτητα και στη θέση του τοποθετούμε έναν φανταχτερό διάκοσμο εντυπωσιακής ψευτιάς, με δήθεν θλίψη, με δήθεν ηρωισμούς, με δήθεν θρησκολατρεία και με την ανάδειξη σε πρώτο πλάνο μόνο κάποιων εκφυλιστικών απολήξεων των λαϊκών παραδόσεων, που εκμεταλλεύεται άγρια και ξεδιάντροπα η σκοπιμότητα της λεηλασίας των συναισθημάτων και των συνειδήσεων.

Ο κόσμος μας έχει γίνει κλειστός, εγωκεντρικός, περιγεγραμμένος, ασφυκτικός, ελαφρύς εδώ και πολλά πολλά χρόνια. Και ο θάνατος πέραν όλων των άλλων επαπειλεί την συνήθεια του βίου, το επιφανειακό συνέρχεσθαι και φοβίζει τον εγωκεντρισμό μας. Κι αυτός αντιδρά επικαλούμενος μια στείρα θρησκευτικότητα, ενδύοντάς την με τον μανδύα τής αντίστασης εν ονόματι Κυρίου. Άλλωστε, ο καθένας θαρρεί πως έχει δικαίωμα να ομιλεί εν ονόματι του Κυρίου. Πάντα οι άνθρωποι έκοβαν και έραβαν τον Θεό στα μέτρα τους. Ιδιαίτερα εκείνοι που τον ήθελαν τιμωρό και την μεγαλειότητα της ψυχής την ερμήνευαν με λαμπροστόλιστα άμφια και μεγαλόστομες διακηρύξεις.

Ίσως θα πρέπει να βρούμε την δύναμη ν’ απολαύσουμε τις γλυκές στιγμές τών ανοιξιάτικων δειλινών, να μυρίσουμε το πρωινό ξύπνημα μέσα από τα τιτιβίσματα των αποδημητικών που ξαναγύρισαν στις μεσόγειες πατρίδες τους, να περπατήσουμε στα παραποτάμια μονοπάτια ανιχνεύοντας την σιωπή τής υπαίθρου.

Είναι παρήγορο το ότι οι μέρες τού Πάσχα δίνουν την ευκαιρία στον καθένα μας ν’ ακουμπήσει τη σκέψη του στο θλιμμένο πρόσωπο του Ιησού, όπως το ξέρουμε από την ταπεινή εικονογραφία τών άγνωστων αγιογράφων, να παραδώσει την ψυχή του σ’ ένα στάσιμο της υμνογραφίας τών Παθών ή σ’ ένα αναστάσιμο εωθινό και να ονειρευτεί μια ζωή με λιγότερη αδικία και πόνο στον απόηχο των λόγων Εκείνου που δίδαξε την αγάπη και απάλυνε το χτύπημα του θανάτου.

Λάρισα, 14/4/2020