ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ/ Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

 Η πιο σκληρή ώρα τού ατόμου είναι αυτή που στέκεται μπροστά στον καθρέφτη.

Αν είναι αφτιασίδωτο το πρόσωπό του, βλέπει την πραγματικότητα, που ίσως και δεν του αρέσει.

Αν είναι φτιασιδωμένο βλέπει ένα ψέμα, κάτι ξένο.

Το μόνο παρήγορο και στις δυο περιπτώσεις είναι να μην αντιλαμβάνεται ούτε την πραγματικότητα, ούτε το ψέμα.

Να μην αντιλαμβάνεται, δηλαδή, την ερημία του. Τότε ζει τον εφησυχασμό της αυταπάτης του.

Και τι έγινε; Τα ίδια μέτρα γης θα διεκδικήσει στο τέλος μ’ εκείνον που πορεύεται εν επιγνώσει.

Αυτό, όσο και αν είναι άδικο, είναι επίσης μια πραγματικότητα.

Η ανησυχία είναι το αντι-προνόμιο των υπεύθυνων ατόμων, των εγκρατών, των συνειδητοποιημένων.  

 

 

Υπάρχει ένας μύθος της αρχαίας Αιγύπτου. Κάποτε έγινε Φαραώ ένας στρατηγός που δεν είχε ευγενική καταγωγή. Το ιερατείο και οι αριστοκρατικές τάξεις, πειθαρχούσαν, βεβαίως, στις αποφάσεις του, αλλά δεν έπαυαν να δείχνουν την αποστροφή τους απέναντί του, γεγονός που ο νέος Φαραώ το αντιλήφθηκε.

Εντελώς μυστικά κάλεσε τους μεταλλουργούς και τους γλύπτες της αυλής και τους έδειξε μια χρυσή λεκάνη που είχαν οι Φαραώ για να πλένουν τα πόδια τους. Τους ζήτησε να την πάρουν και να τη λιώσουν και με τον χρυσό να κατασκευάσουν από ένα άγαλμα της Ίσιδας και του Όσιρι.

Όταν το σύμπλεγμα των αγαλμάτων ήταν έτοιμο, διέταξε να το μεταφέρουν στην αίθουσα του θρόνου και να καλέσουν τους ιερείς και τους αριστοκράτες της αυλής του, για να τους το παρουσιάσει.

Πράγματι, όταν όλοι μαζεύτηκαν, τράβηξε το σεντόνι που σκέπαζε τα αγάλματα και αυτά άστραψαν εκτυφλωτικά κάτω από το φως του ήλιου. Όλοι, ιερείς και προύχοντες έπεσαν στα γόνατα και με δέος προσκύνησαν το έξοχο καλλιτέχνημα, προσευχόμενοι Ίσιδα και τον Όσιρι να τους προστατεύουν. Παράλληλα, ένας ένας, σέρνονταν και ασπάζονταν την βάση τού συμπλέγματος.

Αφού τελείωσε αυτή η διαδικασία, ο Φαραώ τούς ρώτησε: «Ξέρετε τι προσκυνήσατε και τι φιλήσατε;». Απορημένοι εκείνοι απάντησαν: «Και βέβαια. Την Ίσιδα και τον Όσιρι».

Ο Φαραώ χαμογέλασε ειρωνικά και πικρά, λέγοντάς τους: «Όχι. Προσκυνάτε την λεκάνη που έπλενα τα πόδια μου, αλλά και τα πόδια τους όλοι οι προηγούμενοι Φαραώ…»

 

Αυτός ο μύθος μου ήρθε στον νου παρακολουθώντας τις αντιδράσεις συνωμοσιολογίας που υφέρπουν στην επικαιρότητα για την νόσο η οποία δοκιμάζει την ανθρωπότητα, αλλά και για πρόσωπα που εμπλέκονται στην αντιμετώπισή της στο περιορισμένο στερέωμα της πατρίδας μας.

Στο στόχαστρο έχουν μπει αρκετοί: Από τον Καθηγητή Τσιόδρα μέχρι την ερμηνεύτρια Άλκηστι Πρωτοψάλτη. Από τον πρωθυπουργό μέχρι δημάρχους σχεδόν άγνωστων περιοχών, που συντάχθηκαν με τις κυβερνητικές οδηγίες.

Σκοπευτές: Ο καθείς. Άνθρωποι που δεν έχουν πιάσει βιβλίο στα χέρια τους, αλλά ούτε και εφημερίδα, εκτός αν πρόκειται για κάποια σκανδαλοθηρική, ή αθλητική, άνθρωποι που οι μόνες έγνοιες τους είναι πού θα φάνε και πού θα πιούνε, άνθρωποι πλήρως αναλφάβητοι, άνθρωποι με σάπια κομματικά συμφέροντα, άνθρωποι που κάθε πρωί παίρνουν την ελαφρότητά τους παραμάσχαλα και βγαίνουν να διεκδικήσουν την ζωή.

Σέβομαι τους ειδικούς. Τον μηχανικό που συντηρεί την μηχανή τού αυτοκινήτου μου. Τον υδραυλικό που επισκευάζει το καζανάκι και τις βρύσες τού σπιτιού μου. Τον οινοπαραγωγό που μου μιλά για τανίνες και ανθοκυάνες. Τον ενδοκρινολόγο μου που μου αναλύει τα του διαβήτη μου.

Αλλά δεν μπορώ ν’ ανεχθώ τον μηχανικό να μου μιλήσει για εμβόλια, ούτε να εμπιστευθώ τον ενδοκρινολόγο μου για να λύσει την μηχανή τού αυτοκινήτου μου. Και όσες φορές κάτι δεν πάει καλά με την υγεία μου δεν τρέχω να πάρω την ευλογία κανενός ιερωμένου. Μαζί με το «βόηθα Παναγία μου» (που το κληρονόμησα από την μητέρα μου), έπαιρνα τα χάπια μου ή άφηνα την ζωή μου στα χέρια τού χειρουργού, που εκείνη την ώρα έπαιρνε την θέση τού Θεού, για να με ξαναστήσει στα πόδια μου.

P 20200429 055358 p
Jpeg

Η ώρα τού καθρέφτη είναι η πιο σκληρή ώρα, ενίοτε και τραγική, αφού το άτομο έρχεται απέναντι στον εαυτό του, με την πιθανότητα της αναίρεσης να ελλοχεύει.

Ποιο άτομο;

Ιδού το κρίσιμο ερώτημα. Πάντως όχι το άτομο που συμφωνεί με την ανεπάρκειά του, που αναγνωρίζει το πεπερασμένο των δυνατοτήτων του, που δεν ισχυρίζεται ότι τα γνωρίζει όλα. Αυτό το άτομο ζει στην χώρα τής σεμνότητας και έχει διερευνήσει τα όριά του. Έχει δηλαδή το «Γνώθι Σαυτόν» του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου, που κατά τον Ξενοφώντα ήταν γραμμένο στην είσοδο του Μαντείου τών Δελφών.

Ο λόγος, λοιπόν, για τους κούφιους αμφισβητίες. Εκείνους που δεν μπορούν να δεχτούν ως «Φαραώ» έναν ταπεινής καταγωγής, που δεν μπορούν να παραδεχτούν την ανωτερότητα του άλλου, εκείνους που δεν έχουν σχέση με τον ορθολογισμό, εκείνους που δεν βλέπουν την μικροψυχία τους, εκείνους που ερίζουν για να ερίζουν, εκείνους που τελματώνουν στην αμάθειά τους.

Αυτοί, στην εποχή μας, εποχή τής απολεσθείσας ευμάρειας και ανεμελιάς, ως ακρίδες σχηματίζουν κινούμενα σύννεφα και απειλούν να καταστρέψουν οτιδήποτε γόνιμο εμφανίζεται.

Τους βλέπω να επικρίνουν τα εμβόλια, τον Καθηγητή Τσιόδρα, την ερμηνεύτρια Άλκιστι Πρωτοψάλτη, τον ηθοποιό Παπαδόπουλο, τον συνθέτη Σαββόπουλο, τον πρωθυπουργό…

Τους βλέπω να χλευάζουν τα μέτρα προφύλαξης, να υπερασπίζονται την δήθεν πίστη τους, να ξερνούν χολή, να διχάζουν και να δηλητηριάζουν τους εύπιστους σε δαιμόνια και παραφιλολογίες.

Κατανοώ την μικροψυχία τους, χωρίς να τους δικαιολογώ. Όπως, παλαιότερα έγραψα, αυτός είναι ένας διαχωρισμός που τον χρωστάμε στον Σπινόζα. Ο σύγχρονός του Τζον Λοκ, έδωσε και άλλες διαστάσεις στην κοινωνική σκέψη, διευρύνοντας τους ορίζοντες της σχέσης του ατόμου με το κράτος, αλλά και την κοινωνία.

Δεν έχω βέβαια την απαίτηση από τον συνάνθρωπό μου, ούτε τον Σπινόζα να γνωρίζει, ούτε τον Λοκ. Έχω την απαίτηση, όμως, αυτά που λαλεί να είναι αποτέλεσμα γνώσης και σκέψης, όχι επιδειξιμανίας, ή εριστικότητας, ή ιδεολογικής φαυλότητας.

 

Και κάπου εδώ αρχίζει η διαδικασία τής αφαίρεσης. Προς τι αυτός ο συγχρωτισμός; Προς τι η ανάλωση με άτομα που φλυαρούν, κακόηχα μάλιστα; Προς τι οι συζητήσεις με τους δαιμονοπληγμένους;

Είναι προτιμότερη η απόσυρση, η επιλογή όλο και πιο λίγων. Ούτως ή άλλως, οι μέρες που έρχονται, απαιτούν περισσότερη επιφυλακτικότητα και ιδιαίτερες αντοχές.

Ίσως αύριο μιλήσω για έναν άλλον καθρέφτη, τον σπασμένο.

 

Λάρισα, 29/4/2020