Αντώνης Σουρούνης: «ΜΙΣΟΝ ΑΙΩΝΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Επιμέλεια: Ελένη Γκίκα //fractal.art.gr

 

sourounis1Η ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα
Ο συγγραφέας αποκαλύπτει το γλυκόπικρο της ύπαρξης με έναν τρόπο μαγευτικά παιδικό, σαγηνευτικά αλήτικο, αυτοσαρκαστικό και υπερβατικό.
«Οταν ήμουν μικρός, πολύ λίγα πράγματα είχαν αποκαλυφθεί πάνω στη Γη και ο κόσμος ήταν ακόμα γεμάτος μυστήριο. Υπήρχαν ελάχιστες χώρες κι ένα μόνο βιβλίο, η Μάσκα. Πολύ αργότερα γέμισε με βιβλία ο ντουνιάς… Κάθε μέρα όλο και κάποιος ανακάλυπτε κάτι και το έλεγε στους δικούς του. Αυτοί το έλεγαν στους άλλους, οι άλλοι στους άλλους δικούς τους, κι έτσι πληροφορούνταν πάνω στη Γη για τη νέα ανακάλυψη…».
Έτσι αρχίζει ένα βιβλίο ζωής, ακριβώς όπως του αρμόζει με «Τα μυστήρια χρόνια». Ένα βιβλίο μπάμπουσκα που χωρά στις 115 σελίδες του μισόν αιώνα ζωής, προσφέροντάς μας μιαν άλλη μαγική εκδοχή στα ήδη υπάρχοντα όχι και τόσο δεδομένα και αυτονόητα πράγματα.

Ο μεγάλος γύρος του κόσμου

Ο Αντώνης Σουρούνης το έγραψε όταν συμπλήρωσε μισόν αιώνα, εξ ου και ο τίτλος «Μισόν αιώνα άνθρωπος». Κατορθώνοντας όμως μ’ αυτόν τον τρόπο να ξαναδιαβάσει την ίδια του τη ζωή αλλά και τη Ζωή, τη ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα. Τη ζωή με τους φίλους, τη ρουλέτα, τον μεγάλο γύρο στον κόσμο. Τη ζωή με το γέλιο και με το κλάμα, τη ζωή με το διαρκές θαύμα.

Τη ζωή του που είναι και όλων μας η Ζωή, με έναν τρόπο μαγευτικά παιδικό, σαγηνευτικά αλήτικο, αυτοσαρκαστικό και υπερβατικό, με τον σουρουνικό τρόπο που ήδη λατρέψαμε.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1996 και επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες της εφημερίδας από το «Έθνος της Κυριακής» και από τις εκδόσεις «Καστανιώτης». Αποτελώντας μια σπάνια ευκαιρία να ξαναδιαβάζει κανείς την ποίηση και το μυστήριο της Ζωής, τη μαγική καθημερινότητα.

Το βιβλίο ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζεται με επεισόδια από την ενήλικη ζωή σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου. Σαν παιδί που παίζει ο Σουρούνης αποκαλύπτει το γλυκόπικρο της ζωής με ειρωνεία και ευγένεια που βεβαίως σπανίζει.

«Μέσα απ’ όλα τα χρόνια μου, απ’ όλες τις δουλειές μου, απ’ όλους τους τόπους και τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, μέσα απ’ όλες τις φιλίες μου και τους έρωτές μου, αναδυόταν συνέχεια όχι η μορφή αλλά το σουλούπι του πατέρα μου.

Για χρόνια ολόκληρα συναντιόμασταν σαν άγνωστοι, τόσο άγνωστοι, ώστε να με ρωτάει κάθε φορά τι δουλειά κάνω. Κι εγώ να γίνομαι ακόμα πιο άγνωστος, αναφέροντας κάθε φορά και μια άλλη. Κι εδώ όμως ήμουν τυχερός, γιατί ο πατέρας μου επέζησε των επαγγελμάτων μου κι είχαμε τον χρόνο να γνωριστούμε», επισημαίνει κάπου στο τέλος του βιβλίου ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς.

Ήδη θρύλος για τους νεότερους και σε μιαν εποχή που η χώρα και ο καθένας μας βολοδέρνει στο κύμα, επιμένει: «Αν ο κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πραγματοποιήσει την αποστολή του -ή τουλάχιστον να προσπαθήσει γι’ αυτό- τότε εγώ έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου.

Πάντως πρέπει να βρίσκομαι σε καλό σημείο. Πριν από λίγες μέρες, ενώ καθόμουν στην αυλή του σπιτιού μου, ήρθε και κάθισε δίπλα απ’ το πόδι μου ένα σπουργίτι. Έμεινε για ώρα εκεί αγγίζοντας το παπούτσι μου και χωρίς να δείχνει τον παραμικρό φόβο. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι και θα στεκόταν πλάι μου κάνοντάς μου παρέα».

 

978-960-03-4565-0bΖωή σαν μυθιστόρημα

Από υπάλληλος και ναυτικός έως παίκτης ρουλέτας

Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942, και συγκεκριμένα «στη Μουσών, έχοντας δεξιά του την Ιωλκού, αριστερά του την Καλλιόπης και παραδίπλα την Αιόλου».

Οι άνεμοι τον πήραν και τον σήκωσαν κι έτσι όταν τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Μετά μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας.

Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας.

 

Από τη Β’ δημοτικού

Και φυσικά, έγραψε. Εξάλλου το έλεγε από τη δευτέρα τάξη του δημοτικού αλλά κανείς δεν τον πίστευε ότι «μα εγώ είμαι συγγραφέας». Στη συνέχεια, τον είπαν «ξαδέλφι του Λόντον και του Μπλεζ Σαντράρ», Ελληνα Μπουκόφσκι και Κέρουακ, αλλά ο Αντώνης Σουρούνης είναι μοναδικά κι ανεπανάληπτα, εν τέλει, Σουρούνης.

Τα βιβλία του είναι τα εξής: το μυθιστόρημα «Οι συμπαίχτες» το 1977, τα διηγήματα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» το 1982, τα διηγήματα «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» το 1983, το μυθιστόρημα «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» το 1989, τη νουβέλα «Πάσχα στο χωριό» το 1991, τα διηγήματα «Υπ’ όψιν της Λίτσας» το 1992, το μυθιστόρημα «Ο χορός των Ρόδων» το 1994 για το οποίο τιμήθηκε με το «Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1995», το παραμύθι «Το μπαστούνι» το 1996, τα αφηγήματα «Μισόν αιώνα άνθρωπος» το 1996, το μυθιστόρημα «Γκας ο γκάνγκστερ» το 2000, τα αφηγήματα «Κυριακάτικες ιστορίες» το 2002, το μυθιστόρημα «Το μονοπάτι στη θάλασσα» το 2006, τα αφηγήματα «Νύχτες με ουρά» το 2010, συμμετείχε στο «Παιχνίδι των τεσσάρων» το 1998 και στον «Δρόμο για την Ομόνοια» το 2005. Και μεταφράστηκε ήδη στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και τσεχοσλοβάκικα.

 

Για το βιβλίο

«Μέσα απ’ αυτό κατάλαβα ποιος είμαι και πού πάω»

Γι’ αυτό το σοφό βιβλίο που αντικρίζει το σύμπαν ακριβώς σαν τα πετεινά του ουρανού, ο συγγραφέας του Αντώνης Σουρούνης επιμένει ότι σημαίνει για εκείνον «Τα πάντα»: «Σ’ αυτό το βιβλίο, και ειδικά στις πρώτες και στις τελευταίες σελίδες του όταν το έγραφα, έγραφα όλη μου τη ζωή. Κι αυτό το βιβλίο καθόρισε κι όλη μου τη ζωή. Μέσα απ’ αυτό κατάλαβα ποιος είμαι, πού πάω, τί κάνω… Το διαβάζω και κλαίω σήμερα. Η παιδική μου ζωή, οι πρώτοι μου έρωτες, τα κορίτσια που με απέρριπταν, και τα κορίτσια των άλλων, ο πατέρας μου…».

Αναγνωρίζει ότι γράφτηκε για χρόνια δύσκολα, και επανεκδίδεται σήμερα, σε χρόνια και πάλι δύσκολα. Αλλά με δυσκολία «άλλου είδους, τώρα. Τότε ήταν για να πετύχουμε κάτι», διευκρινίζει. «Τώρα μας έχουν πετύχει οι άλλοι και προσπαθούμε να γλιτώσουμε. Δεν νοιάζονται για τίποτε πια όσοι μας κυβερνούν, νοιάζονται μόνο για τη πάρτη τους. Βέβαια, θα δούμε τι θα βγει απ’ αυτό το πράγμα. Ακόμα και λογοτεχνικά βιβλία, μόνο τα κορίτσια γράφουν, θα δούμε στο εγγύς μέλλον, πιστεύω ότι κάτι καλό θα βγει απ’ όλο αυτό, δεν μπορεί… αλλά και πάλι, ποιος ξέρει».

Αντώνης Σουρούνης, «ο συγγραφέας ίσως και να ‘ναι ο παραγιός του Θεού»

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //

 

Τότε γνωρίζεις τί γίνεται, όταν είσαι μόνος!

 

Συναντηθήκαμε στο Desire ένα πρωί Κυριακής. Τηλεφωνιόμαστε, έτσι ή αλλιώς, κάθε μέρα. Με αφορά η ζωή του, όσο και η γραφή του. Πολύ και βασανιστικά. Θέλω – όπου κι αν είναι- να είναι πάντα καλά. Με τον Αντώνη έχεις την αίσθηση ότι ζεις διαρκώς σε μυθιστόρημα. Στο μυθιστόρημα της ζωής του που το ξοδεύει για σένα καθημερινά δίχως φειδώ. Όλα τα βλέπεις στη ζωή του κάθε μέρα: Και τους «Συμπαίχτες» και τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» και «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» και τον «Γκας τον γκάνγκστερ» και τον «Χορό των Ρόδων» και το «Μπαστούνι» και το «Πάσχα στο χωριό»… Μαζί του έχεις την αίσθηση ότι «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι». Σε μια Κυριακάτικη Ιστορία κι εσύ («Κυριακάτικες ιστορίες»). Το «Μονοπάτι στη θάλασσα» μαζί του το πέρασα, ανησυχώντας πολύ. Γνώριζα ότι θα ήταν το βιβλίο της ζωής του. Εκεί που συναντιούνται όλοι οι δρόμοι της ζωής και της γραφής για να γίνει το μονοπάτι που θα τον πάει παντού, ως την άκρη του κόσμου.

Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι η δεύτερη επάνω σ’ αυτό. Επειδή στο μεταξύ το ίδιο βιβλίο- στον χρόνο που μεσολάβησε- έχει γίνει πια ένα άλλο βιβλίο. Αλλά κι αυτός, ένας άλλος Σουρούνης.

 

– Τι γίνονται οι ήρωες όταν τελειώσει το βιβλίο, Αντώνη;

– Ό,τι κι εγώ! Ξαναγυρνάμε εκεί απ’ όπου ξεκινάμε.

 

– Εσύ, χάθηκες…

– Έτσι φαίνεται. Μπορεί γι’ αυτούς που ήταν κοντά μου… Όντως εξαφανίστηκα αλλά για μένα όχι. Εγώ είχα γίνει άλλος τόσος κι άλλος τόσος. Όπου να καθόμουνα ήθελα τρεις καρέκλες δηλαδή. Και δεν μιλώ για πάχος, μιλώ για το μέσα μου. Για τους άλλους εξαφανίστηκα. Δεν με χρειάζονταν πια. Είχαν το βιβλίο στα χέρια.

 

– Αν και γράφοντάς το ήσουν χαμένος. Ακολουθώντας «Το μονοπάτι στη θάλασσα» μέσα από ένα διαμέρισμα, όπως το αποκαλείς «τάφο του Ινδού»…

– Ήμουν χαμένος απ’ το παρόν. Δηλαδή δεν ζούσα το παρόν. Γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι που ήταν κοντά μου και θέλαν να ζήσουν το παρόν, αναγκάστηκαν να φύγουνε. Τους έδιωξα, εγώ, χωρίς να το θέλω. Εγώ ήμουν στο παρελθόν. Φορούσα κοντά παντελόνια ακόμα.

 

– Συνηθίζεις να λες «όλα τα μεγάλα τα συναντάμε μόνοι». Εσύ τι έχεις συναντήσει ακριβώς στη μοναξιά;

– Κι ένα λουλούδι που θα δω στο δρόμο όταν είμαι μόνος, αν είμαι μ’ άλλον, μπορεί να μην το δω. Και προ πάντων αν είναι γυναίκα ο άλλος. Εκτός κι αν το κόψω και της το χαρίσω, έτσι; Κοιτάω τη γυναίκα! Αυτή είναι το λουλούδι εκείνη τη στιγμή. Αλλά όταν είσαι μόνος, δεν σου ξεφεύγει τίποτα, βλέπεις τα πάντα.

 

– Φτάνει ν’ αντέχεις στη μοναξιά. Είναι άνθρωποι που δεν μπορούν ούτε στιγμή μόνοι. Εσύ δεν έχεις πρόβλημα με τη μοναξιά;

– Όχι, έχω πρόβλημα με το αντίθετο εγώ… Με τον συνωστισμό, με τον πολύ κόσμο… Μέσα στη μοναξιά λειτουργώ καλύτερα και απέναντι στον εαυτό μου. Ο κάθε άνθρωπος θα ‘πρεπε να το κάνει αυτό. Τότε γνωρίζεις τι γίνεται, το τι μπορείς, όταν είσαι μόνος.
Προχθές άκουσα κάτι καλό, ήταν ένας άνθρωπος που δούλευε περιστασιακά σε ένα φάρο και τον ρωτούσε ο Θεοδωράκης «γιατί είστε εδώ» και είπε κάτι πολύ σπουδαίο αυτός. Ότι «μ’ αρέσει να ζω μεσ’ στη φύση και τη φύση τη νοιώθεις καλύτερα όταν είσαι μόνος». Είναι ακριβώς όπως η γυναίκα, η φύση. Όταν είσαι με μια γυναίκα που σου αρέσει και την αγαπάς, μόνος σου θέλεις να είσαι.

 

– Για το βιβλίο είναι απαραίτητη η μοναξιά;

– Για μένα, ναι. Απαραίτητη.

 

– Μπορούμε να πούμε τι έγινες όταν τέλειωσες το βιβλίο;

– Σε μια ακρογιαλιά ήμουνα. Μόνον αυτός που με πήγε, ήξερε πού, τον οποίο τον σκότωσα, τον έθαψα εκεί πέρα. Κι έτσι ούτε κι αυτός μπορούσε να μιλήσει… (Γελά) Τα ‘χω δει στο σινεμά αυτά!

 

– «Το μονοπάτι στη θάλασσα» είναι ένα βιβλίο που όλο γράφεται, ακόμα γράφεται;

– Από μένα όχι πια. Αλλά πιστεύω από αναγνώστες πολλούς. Σίγουρα θα γράφεται μέσα τους. Εγώ έχω ξεμπερδέψει μ’ αυτό. Ακόμα και εκφράσεις που μου ‘ρχονται καμιά φορά, καθυστερημένες, που είχαν μείνει πολύ πίσω γιατί ήταν ίσως οι καλύτερες οι πιο ψιλομύτες, πώς να στο πω, και μένανε πίσω αρχοντικά, πηγαίνοντας με το πάσο τους, ακόμα κι αυτές, δεν τις σημειώνω πουθενά, δεν θέλω. Τέλειωσε το βιβλίο.

 

– Σίγουρα είναι ένα βιβλίο «μεγάλο κι αφράτο σαν φρέσκο ψωμί», που επιφύλαξε σε σένα συγκίνηση κόσμου, βραβείο… Άλλες εκπλήξεις, δώρα έτσι πιο… μοναχικά, πιο προσωπικά;

– Τώρα που ερχόμουνα εδώ και καθυστέρησα και σου ζήτησα συγγνώμη, πήρε μια φίλη τηλέφωνο απ’ τη Θεσσαλονίκη, γιατρός, πνευμονολόγος. Και μου ζήτησε μια μεγάλη χάρη, έτσι μου την ανέφερε ως μεγάλη χάρη. Μου λέει κοίταξε έχω έναν ασθενή σε πολύ άσχημη κατάσταση, δεν ξέρω αν θα ζήσει πολύ ή αν θα πεθάνει, και σκέφτηκα να του κάνω το βιβλίο σου δώρο. Λοιπόν το πήρα, το ‘δωσα στη γυναίκα του και του το διάβασε και ξεθάρρεψε ο άνθρωπος. Γελούσε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και από τότε η γυναίκα του δεν του δίνει πια φάρμακα, του διαβάζει το βιβλίο.
Και δεν είναι η πρώτη φορά που συνέβη. Με πήρε ένας φίλος μου απ’ το γυμνάσιο, η γυναίκα του είχε πάθει καρκίνο και εννιά μήνες μου λέει προσπαθούσε όλη η οικογένεια να την κάνει να χαμογελάσει. Ώσπου έπεσαν στα χέρια της οι «Κυριακάτικες ιστορίες», κι άρχισε να γελάει, να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Αυτό είναι το πράγμα που εισπράττεις και λες είναι χρυσάφι δεν είναι ευρώ…

 

– Όλα σου τα βιβλία έχουνε κάτι αναστάσιμο μέσα τους…

– Γιατί θέλω κι εγώ να ανασταίνομαι. Σου είπα πως έκοψα το τσιγάρο, ε; Την δεύτερη μέρα του Πάσχα που ξύπνησα ξημερώματα και λέω εντάξει ο Χριστός αναστήθηκε, εγώ τι σκατά κάνω, δεν θα αναστηθώ κι εγώ; Γιατί ήμουνα μέσ’ σε τάφο όταν έφυγα από δω και πήγα στη θάλασσα, μέσ’ την κάσα πήγα, ήμουν πεθαμένος. Από κάθε άποψη, σωματικά, πνευματικά, ψυχικά… ήμουνα λιώμα! Γι’ αυτό τα μάζεψα, δεν μπορούσα να μιλήσω και με άνθρωπο εδώ, μάλωνα με όλο τον κόσμο.
Ε κι όταν ξύπνησα εκεί το πρωί και είπα ότι πρέπει κι εγώ να αναστηθώ, το πρώτο που είπα στον εαυτό μου ήταν σήμερα δεν θα πιω τίποτα. Και μου απάντησε ο εαυτός μου «σιγά ρε μεγάλε, όλα δύσκολα διαλέγεις εσύ». Οπότε είπα να κάνω και κάτι άλλο και να μην καπνίσω όλη μέρα. Περνάει η μέρα τίποτα, ούτε τσιγάρο. Έρχεται η άλλη μέρα, τίποτα. Κι έφυγε έτσι. Σαν ένα ρούχο που πολυφορέθηκε, έλειωσε πάνω μου όπως και οι αμαρτίες οι άλλες. Όλα τα κρίματα έτσι πέφτουνε. Δεν φεύγουν με ταρατατζούμ. Τη στιγμή που τα βαριέσαι και λες «μα γιατί τα ‘χω επάνω μου, γιατί τα ‘χω πάνω στο κεφάλι μου», χάνονται!

 

– Στο μεταξύ επανακυκλοφορεί «Το Πάσχα στο χωριό», γιατί έχω την αίσθηση ότι αυτά τα δυο «καινούργια» να πω βιβλία, διαθέτουν κάτι το απολύτως συγγενικό; Είναι ας το πω και τα δυο «αναστάσιμα βιβλία»;

– Στο τέλος όλα μου τα βιβλία έχουν ανάσταση. Τώρα που μου το λες και το σκέφτομαι «Ο χορός των ρόδων» δεν έχει ανάσταση; Μεγάλη!

 

– Είναι κι αυτό το μοτίβο που επαναλαμβάνεται, «ένα αγόρι που γελάει και κλαίει»…

– Ήτανε πολύ σωστό αυτό που έγραψες τότε, αλλά για να υπάρξει ανάσταση θα πρέπει να υπάρξει σταύρωση. Αλλιώς δεν γίνεται. Πώς να γίνει!

 

– Και με «Συμπαίχτες» πάντα. Οι άλλοι κι εμείς. Πόσο παρόντες ακόμα και μέσα στη μοναξιά μας είναι οι άλλοι; Φεύγοντας από τους άλλους, τους χάνουμε ή τους βρίσκουμε, τελικά;

– Μπορεί να τους χάνουμε σωματικά, αλλά τους βρίσκουμε σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Κι εγώ τους βρήκα εκεί που πήγα στη μοναξιά, και μάλιστα πιο ωραίους. Ακόμα κι άνθρωποι που μπορεί να σ’ έχουν πικράνει, να σ’ έχουν προσβάλει, όταν είσαι στη μοναξιά, εκτός του ότι όλα τα συγχωρείς, τους ομορφαίνεις κιόλας. Αλλιώς δεν μπορείς να ζήσεις στη μοναξιά σου κι εσύ. Κι αυτή η σκέψη σου μεταδίδεται και γίνονται ωραίοι κι οι άλλοι.

 

– Τι ξορκίζουμε με το χιούμορ, Αντώνη;

– Όλα. Και τα καλά και τα κακά. Το χιούμορ είναι το μεγάλο όπλο. Ούτε μαχαίρια, ούτε πιστόλια, ούτε πολυβόλα. Το χιούμορ μπορεί να ρίξει στρατηγούς και κυβερνήσεις. Πιστεύω ότι με το χιούμορ ξορκίζεις τα πάντα.

 

– Με το γράψιμο;

– Το γράψιμο εξυπακούεται ότι θα ‘χει κι αυτό χιούμορ, έτσι; Γιατί αν δεν έχει χιούμορ άστο, μη το γράψεις καλύτερα! Εγώ δεν μπορώ να διαβάσω μια σελίδα που να μην ανακαλύψω μια δόση χιούμορ μέσα της. Να το ανακαλύψω εγώ όχι να μου το βάλει μέσα ο συγγραφέας. Έτσι; Και να πω «μπράβο ρε Αντώνη μάγκα, το βρήκες!» Όσο να το κρύψει ο συγγραφέας. Όσο πιο καλός συγγραφέας, τόσο πιο βαθιά το χώνει! Κι εσύ να νοιώθεις μετά αυτή την εξιλέωση «το ανακάλυψα, το βρήκα!» Χαίρεται ο συγγραφέας όταν το γράφει και χαίρεται και ο αναγνώστης όταν το διαβάζει.

 

– Εσύ τι ξόρκισες μ’ αυτό το βιβλίο;

– Όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο, είχαν περάσει τρία χρόνια απ’ τον «Γκας». Και μ’ αυτό ξόρκισα τον φόβο μου για την ανημποριά μου. Πίστευα ότι δεν θα γράψω ποτέ πια. Τρία χρόνια γύριζα από δω κι από κει, είχα άρχισα να ανησυχώ, σκεφτόμουν ότι μπορεί και να ‘χω καθαρίσει. Όταν μου ‘ρθε πια και κάθισα κι έγραφα συνέχεια… Γιατί αυτό μαζευότανε μέσα μου, μαζευότανε, μαζευότανε, 670 σελίδες, πού να χωρέσει… Και γι’ αυτό είναι τόσο πυκνό κι έκανα τρία χρόνια να το ξεδιαλύνω, τρία χρόνια αυτό μαζευότανε. Και τρία χρόνια έκανε για να βγει μετά. Και μέσα από το γράψιμο και την ανημποριά που είπαμε, ξορκίστηκαν κι όλα μου.

 

– «Όταν ήμουν μικρός νόμιζα πως η Μουσών δεν τελειώνει πουθενά, ότι είναι σαν τον ήλιο που γυρίζει τη γη, το βράδυ χάνεται και το πρωί ξαναγυρνάει». Τελειώνοντας το βιβλίο, Αντώνη, για σένα τέλειωσε η Μουσών;

– Όχι βέβαια, για μένα τώρα αρχίζει.

 

– «Τίποτα απ’ όσα αγαπούσαμε δεν πιστεύαμε ότι τελειώνουν κάπου, ούτε ότι θα πεθάνουν». Μέσα από τα βιβλία μας ξαναζούν, γίνονται αθάνατοι οι αγαπημένοι;

– Για να τα γράψω όλα αυτά, σημαίνει ότι ήταν μέσα μου αθάνατοι. Αλίμονο αν περίμεναν το βιβλίο για να ζήσουν οι άνθρωποι, μέσα μου ήτανε! Τους βλέπω συνέχεια μπροστά μου. Τους έχω κι ανάγκη τώρα, πιο πολύ.

 

– Στο μεταξύ, όλα είναι δρόμος; Κάπου πήγες, θα ‘ρθεις, θα ξαναφύγεις… Ταξιδεύοντας ή γράφοντας «αγκαλιάζεις τη γη»;

– Ταξιδεύοντας την αγκαλιάζεις τη γη. Γράφοντας, εγώ την βλέπω σαν μπάλα τη γη, σαν το τόπι, δηλαδή, παίζεις!

 

– «Αποχαιρετιστήκαμε και τον έβλεπα που απομακρυνόταν. Κάποτε γύρισε να με δει και σήκωσε ψηλά το χέρι μαζί με το ψωμί που κρατούσε, σα να ‘ταν το τρόπαιο που του δόθηκε επειδή εγκατέλειψε γυναίκα και φίλους κυριακάτικα, για να ‘ρθει δω πάνω μες στη βροχή και να ανακαλύψει αυτό που εμείς δεν πιστεύαμε πως υπάρχει και ήταν κάτω απ’ τα πόδια μας». Θέλει διαδικασία και διαδρομή για να μας αποκαλυφθεί «αυτό που είναι κάτω απ’ τα πόδια μας»; Και εν τέλει τι εγκατέλειψες εσύ για να συναντήσεις «Το μονοπάτι στη θάλασσα»;

– Δεν θέλει διαδικασίες και διαδρομές, αλλά κανείς δεν ψάχνει κάτω απ’ τα πόδια του. Ψάχνει πέρα μακριά. Αυτό τους ενδιαφέρει, από την ώρα που γεννιούνται, πέρα μακριά! Κι εγώ κοιτούσα πέρα μακριά, ποτέ δεν έψαξα τα δάχτυλά μου να δω τι γίνεται.
Και εγκατέλειψα όλους τους άλλους δρόμους! Όλους! Όλους τους δρόμους που με βγάζανε σε φίλους, σε συγγενείς, σε αγαπημένα πρόσωπα, σε χαρές, σε γλέντια, στα πάντα. Όλους τους δρόμους τους εγκατέλειψα για να προχωρήσω σ’ αυτό το μονοπάτι και μπορεί γι’ αυτό να ανακάλυψα και το τέλος του δρόμου. Αλλιώς δεν θα το είχα ανακαλύψει και πάλι.

 

– Αναμφίβολα με ό,τι έχουμε γράφουμε, τα κείμενα είναι αυτό που είμαστε. Γράφοντας τί κερδίζουμε και εν τέλει τί είναι εκείνο που μένει;

– Τι κέρδισε ο Θεός όταν έκανε τον κόσμο; Όταν γράφεις, κτίζεις έναν ολόκληρο κόσμο. Κι εξαρτάται από τι κόσμο θα χτίσεις. Πώς θα ‘ναι τα ποτάμια, τα δέντρα, οι άνθρωποι… Η διαφορά είναι το ότι ο Θεός μας έπλασε να πράττουμε κατά το μυαλό μας, ενώ ο συγγραφέας όποτε γουστάρει τους σκοτώνει κιόλας άμα θέλει.

 

– Αποκλείεται ένας ήρωας να διεκδικήσει τη συνέχειά του, τη ζωή του;

– Όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, είναι γνωστό το γεγονός, μου τηλεφώνησαν από ένα περιοδικό να γράψω πέντε σελίδες για την παιδική μου ηλικία. Είπα όχι, μετά κάτι συνέβη μέσα μου είπα ναι, και μετά έγραψα άλλες πέντε κι άλλες πέντε και δεν σταμάτησα πια. Αλλά τους ανθρώπους τους άφησα πραγματικά να μιλάνε. Όπως ο θεός που τους δημιούργησε και τους αμόλησε να κάνουν ό,τι θέλουν, είναι δικό τους θέμα πια, έτσι έκανα κι εγώ, δηλαδή τους αμόλησα να κάνουν ό,τι θέλουν. Και υπάρχουν μέσα άνθρωποι που ήταν ανάποδοι στη ζωή και γίνονται ήσυχοι εκεί μέσα στο βιβλίο. Σκέψου τώρα! Προφανώς αναγνώρισαν ότι εν ζωή κάνανε μεγάλο λάθος, ότι έτσι έπρεπε να είχαν ζήσει οι ηλίθιοι. Και ζήσαν έτσι μέσα στο βιβλίο! Τους έδωσα αυτή την ευκαιρία. Μια δεύτερη ζωή δηλαδή, και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό.

 

– Τελικά βρήκαμε απάντηση στο γιατί ο Θεός έκανε τον κόσμο και ο συγγραφέας το μυθιστόρημα;

– Κοίτα τώρα που τα ρωτάς με τέτοιο τρόπο με βάζεις στον πειρασμό να απαντήσω μήπως ο συγγραφέας είναι ένα μικρό δάχτυλο του Θεού και κάνει κι αυτός ό,τι προλαβαίνει. Διορθώνει κι αυτός ό,τι ξεχνάει ο Θεός. Παραγιός του Θεού μπορεί να ‘ναι! Τσιράκι!

 

* Δημοσιεύθηκε στο Index όταν είχε εκδοθεί «Το μονοπάτι στη θάλασσα».

Το αυτονόητο της ζωής (και της γραφής)

Γράφει η Ελένη Γκίκα //

 

978-960-03-5024-1b«ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΟΥΡΑ» του Αντώνη Σουρούνη. Εκδ. «Καστανιώτη».

 

Επειδή «όταν ήταν μικρός, όλα τα πράγματα και τα πλάσματα πάνω στη γη είχαν την ουρά τους», «παράδες με ουρά», «λίρες με ουρά» και διότι ή «την κουνάει η άλλη την ουρά της» ή ακόμα κι αν «φάγαμε τον γάιδαρο και μας έμεινε η ουρά», πάντοτε «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», ο Αντώνης Σουρούνης συνεχίζοντας πάντα ζωή και γράψιμο απ’ εκεί που το είχε αφήσει, «νύχτες με ουρά» παρέδωσε τα καινούργια, εντούτοις παλιά και διαχρονικά σπαράγματα που εμπεριέχουν το όλον προσποιούμενα -για άλλη μια φορά- το ελάχιστο.

Αυτοβιογραφικά κείμενα όσον αφορά το παρελθόν ή την καθημερινότητα, τη σκέψη, το όνειρο, ή τη φαντασία, παραπέμποντας στις «Κυριακάτικες ιστορίες» ή στα «Υπ’ όψιν της Λίτσας», αποτελούν για άλλη μια φορά ένα ιδιότυπο κατακερματισμένο μυθιστόρημα ζωής.

Με γέλιο και δάκρυ, γνήσιο πόνο και αυτοσαρκασμό, χιούμορ και φιλοσοφική πάντα διάθεση, ευαισθησία και βαθιά ανθρωπιά, συγγραφική αλήθεια πάνω απ’ όλα που σπανίζει στις μέρες μας, ο συγγραφέας με το ολοδικό του μοναδικό ύφος για ό,τι βλέπει και αισθάνεται, για όλους και για όλα μιλά.

Ταξιδεύοντας με το λεωφορείο Αλεξάνδρας-Ραφήνα ή με το πλοίο στην Άνδρο, επιστρέφοντας πάντα στη γενέθλια Οδό Μουσών, ανεβοκατεβαίνει της ζωής την ανηφόρα-κατηφόρα, χαρίζοντας μας το δικό του στωικό, ιδιοφυές, επικούρειο τρόπο ζωής. Ηδονή και ευγνωμοσύνη για το ελάχιστο που αποτελεί το μέγιστον, σε μια διαρκή γιορτή για τη ζωή και για τον θάνατο, φωτίζει την Αθήνα, τα ταξίδια του, τη Θεσσαλονίκη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, τα έγκατά του και το πλησίον του, αποκαλύπτοντας το βαθύτερο και ανθρώπινο πρόσωπο της φαινομενικά αποξενωμένης και άσπλαχνης εποχής.

Όλα τον κόφτουν. Από τη συγγραφή ως την μαγειρική κι από τον Μπραμς μέχρι και την παρέλαση. Και όλους τους θυμάται. Από τον στρατιώτη Παπούλια, ως τη Μαρίνα στο Πάρκο, αγγίζοντας τα πάντα, από τη Σμύρνη που καίγεται και το λεωφορείον ο Πόθος ως τη Χιονάτη και τον. . . αστερισμό των Διδύμων, μιλά για τη δική του ζωή, τη δική μας ζωή, ξεδιπλώνοντας την άλλη κρυφή όψη της, την ανθρώπινη και την επί της ουσίας θεολογικά ουμανιστική, γελαστή, τρυφερή.

Επιτρέποντας στον εαυτό του να γίνεται όλο και πιο ανοιχτός και τρυφερός συν τω χρόνω, πιο απλός και συνάμα πολύπλοκος, ρεαλιστικός αλλά με ένα βιωμένο σουρεαλισμό ζωής που είναι η ζωή του γιατί ο Αντώνης Σουρούνης όπως γράφει έτσι και ζει.

Για όσα ζει, γράφει. Δίχως να προσποιείται ή να παριστάνει τίποτα, χωρίς να φοβάται τίποτα, επειδή ξέρει να ζει και να παρατηρεί. Να αναδεικνύει εκείνο που οι πάντες ξέχασαν: το αυτονόητο που μόνο δεδομένο δεν είναι όπως αυτή καθ’ εαυτή η αξία της ελευθερίας, της αγάπης και της ζωής.

Φράσεις που μοιάζουν με αεράκι και με ανάσα ανθρώπινη, λογοτεχνία που εξακολουθεί μέσα σε όλο αυτό το εικονικό και το δήθεν, να είναι ιαματική.

Ιστορίες που θεραπεύουν σε ολόφωτες νύχτες, μετεωρίτες μιας όντως ζωής.

Ύφος στακάτο, προτάσεις καλοκαρφωμένες, μικρές, καθαρότητα αφήγησης και στυλ. Δίχως προσπάθεια παρά μόνο αθωότητα, διότι οι ιστορίες σαν τη ζωή, του έρχονται, κι εκείνος θα πρέπει να είναι άξιος, για να τις ζήσει, να τις δει, να τις αφηγηθεί. . .

«…Συνήθως κοιμάμαι νωρίς και συνήθως με ξυπνάει γύρω στις τέσσερις κάποιο όνειρο, που ώσπου να το εξηγήσω δεν σηκώνομαι από το κρεβάτι. Σκάλιζα σήμερα το μυαλό μου απορημένος μ’ αυτό που πέρασε από πάνω μου. Τη λέξη «ουρά» είχα να τη δω ή να την ακούσω χρόνια κι έβλεπα για πρώτη φορά κάτι τέτοιο στον ύπνο μου. Και μάλιστα παρέα με μια άλλη λέξη, που είχα ξεχάσει ότι υπήρχε. «Λεφτά με ουρά», αυτό έγραφε στο πλακάτ που κρατούσε το όνειρό μου και γέλασα με το πόσο γρήγορα έλυσα το γρίφο. «Νύχτες με ουρά λοιπόν», είπα δυνατά και σηκώθηκα να συνεχίσω το γράψιμο από κει που το άφησα χθες» γράφει, διότι έτσι του βγήκε κι ο τίτλος. Κι οι ιστορίες. Σαν όνειρο. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, με μια ανάσα, αρκεί να διακρίνει με την καθαρή συγγραφική του ματιά την ουρά. Και πιστέψτε με, διότι αυτά που σας λέω τα ξέρω καλά.

Επειδή οι άνθρωποι καρφώνουν ό,τι αγαπούν!

 

978-960-03-4544-5b«ΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ» του Αντώνη Σουρούνη, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 84

 

Τι μπορεί να κάνει, αλήθεια, κάποιος όταν, είναι απένταρος, τριάντα χρονών, βρίσκεται σε νοσοκομείο τυλιγμένος σαν βρέφος με γάζες, άρτι διασωθείς από ένα ναυτικό ατύχημα που όμως θα πρέπει να βρίσκεται για δύο χρόνια σε αναμονή, μήπως ανέβει κανένα από τα σπασμένα κοκαλάκια προς τον εγκέφαλο και τον σκοτώσει, σε περίπτωση που πρέπει να γίνει νονός στον νεογεννηθέντα γιο της αδελφής του;

Εάν είναι Αντώνης Σουρούνης, «Το μπαστούνι»! Το 1972 που ήταν για ‘κείνον «μια καλή χρονιά»! Εννοώντας βεβαίως πως είχε πέσει σε «φλέβα γεγονότων»: «Είχα σωθεί από ένα μεγάλο ατύχημα την ώρα που μπαίναμε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης να ξεφορτώσουμε πετρέλαιο, έγινα τριάντα χρόνων μέσα στο νοσοκομείο με το κεφάλι τυλιγμένο σε επιδέσμους, αναγνώρισα στη Νάξο τη Δανέζα γυναίκα μου και ζήσαμε είκοσι ασχεδίαστα χρόνια μαζί, ενώ στην Αθήνα τον ίδιο καιρό γεννιόταν μια άλλη γυναίκα, που είχε αρχίσει κιόλας να μπουσουλάει προς το μέρος μου», όπως ομολογεί ο ίδιος.

Αυτή τη χρονιά, λοιπόν, και τελώντας εν αναμονή (για το αν θα ζήσει ή θα πεθάνει), κάθισε κι έγραψε «Το Μπαστούνι»: «Τρεις μήνες μού πήρε», θα πει. «Ήθελα να γράψω ένα παραμυθάκι για να το διαβάζει η αδελφή μου στο βαφτισιμιό μου και να κοιμάται, δεν είχα καταλάβει ότι περιέγραφα εμένα για να τον κρατάω ξύπνιο. Σήμερα ο γιος της είναι πιο μεγάλος απ’ όσο ήμουν εγώ τότε και η ιστορία αυτή η πιο μικρή που έγραψα ποτέ για την πιο έντρομη περίοδο της ζωής μου. Ειλικρινής όμως, παρόλο που μιλάει για κούτσουρα και δέντρα. ‘Η μάλλον, γι’ αυτό ακριβώς», θα καταλήξει προλογίζοντας την νέα έκδοση ενός διαφορετικού πια βιβλίου.

Ο χρόνος το ανέδειξε σε φιλοσοφικό παραμύθι ζωής και ο συγγραφικός του βίος, σε προσωπική πυξίδα. «Μπαστούνι» αποδείχθηκε ο ίδιος για μια ζωή. Περπατώντας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, για να στηρίζεται πάντα στον ίδιο τον εαυτό του και να του επιτρέπεται διαρκώς να τριγυρίζει.

Στο «Μπαστούνι» του, η ιστορία ενός δέντρου που το κόβουν για να γίνει τραπέζι. Μέσα στο μαραγκούδικο θα μάθει πολλά, πρώτα απ’ όλα ότι θα πρέπει πια απ’ εδώ και πέρα να ζει σαν το ζώο, με τέσσερα πόδια. Που όμως δεν θα περπατάει όπως αυτά, γιατί θα ζει με καρφιά, εφόσον οι άνθρωποι ό,τι χρειάζονται, το καρφώνουν. Ακόμα και άνθρωπο «κάρφωσαν» επειδή τον χρειάστηκαν, αλλά αυτό θα το μάθει μετά. Πρώτα θα χρειαστεί να μάθει για την πόρτα (που δεν μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο από ένα τέταρτο κύκλου), την πολυθρόνα (που μόνον ο άνθρωπος μπορεί να την μετακινήσει), τη βιβλιοθήκη (η μόνη που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, αλλά κουβαλούσε το φορτίο της κάθε μέρα), το κρεβάτι (όπου πάνω του οι άνθρωποι κοιμούνται, ονειρεύονται και ανταμώνουν το Θεό»), το μπαστούνι (χοντρό σαν φίδι, και δίχως καρδιά που κυκλοφορεί στους δρόμους και συμμερίζεται την ανθρώπινη μοίρα).

Ως τραπέζι (που τελικά θα γίνει) θα ζήσει πολλά: την μάταιη επανάσταση μιας πόρτας, θα γνωρίσει τον θεό – χρόνο και θα προσευχηθεί για πρώτη φορά, θα μάθει για έναν περίεργο βασιλιά «που ζει ολομόναχος στο μπάνιο» και θα τολμήσει κάποια στιγμή να επαναστατήσει κι αυτό, διεκδικώντας την… ξύλινή του μοίρα. Θα καταλήξει μπαστούνι στα χέρια του μπαρμπα- Παρόλα, περαστικού, θα κάνει ό,τι κι ο συγγραφέας του, θα κυνηγήσει τ’ όνειρό του. Κόντρα στην τρέχουσα θεωρία και ηθική των άλλων επίπλων «μα κανένας δεν είναι ό,τι θέλει» επέλεξε να «πεθάνει» μια μέρα γιορτής για να αναγεννηθεί όπως ακριβώς θέλει.

Ένα αλληγορικό παραμύθι για μεγάλα, εντάξει και μικρά παιδιά, αν και εκείνα είναι σοφά όλα τα ξέρουν, όπου μέσα από την ψυχή των αντικειμένων προσεγγίζεται η ψυχή του κόσμου. Η ανθρώπινη μοίρα με την ανελέητη αλλά και τόσο ελπιδοφόρα «ελεύθερη επιλογή» και αλήθειες πικρά διαχρονικές που μοναχά έτσι αντέχει ν’ ακούσει κανείς, μέσα από ένα αλληγορικό παραμύθι. Ο,τι αγαπάμε το καρφώνουμε, για να το σκοτώσουμε και να το χάσουμε, τελικά. Ένα μικρό πολυεπίπεδο αποκαλυπτικό βιβλίο που εμπεριέχει και όλη την σουρούνεια λογική και τακτική, τον κωδικό ανάγνωσης όλου του μετέπειτα έργου. Διότι τα «Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» μονάχα ως μπαστούνι θα μπορούσε κανείς να τ’ ακούσει, στο «Χορό των ρόδων» μονάχα ως μπαστούνι θα μπορούσε να παραβρεθεί, «Το μονοπάτι στη θάλασσα» πώς θα μπορούσε αλλιώς να διασχίσει;

Καθόλου τυχαίο βεβαίως το ότι αυτό το βιβλίο γράφτηκε από τον συγγραφέα την εποχή του ύψιστου φόβου. Σα να του χάρισε ο… θεός χρόνος (γενναιόδωρα και διορατικά) μια χαραμάδα για να μπορέσει να διασχίσει την «ζώνη των επιθυμιών» και ν’ αντικρίσει το μέλλον.

Το αποτέλεσμα, ένα παραμύθι ζωής ολότελα ανοιχτό στο ενδεχόμενο. Κι ένας κοινωνικός καθρέφτης τόσο πικρός που μόνο η παραμυθένια γλύκα του μας σώζει! Η πιο τρυφερή κι οξυδερκής, φιλοσοφική και παιγνιώδης πλευρά του Αντώνη Σουρούνη. Διότι αυτή τη φορά «το αγόρι που γελάει και κλαίει» τολμά και παίζει. Και όλοι ξέρουμε πόσο σοβαρό (σκληρό, αληθινό κι αποκαλυπτικό) είναι το παιχνίδι για τα παιδιά!

 

Sourounis3

 

sourounis (1)* Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942. Όταν τελείωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Μετά από μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας. Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας.

Έγραψε:
«Οι συμπαίχτες», μυθιστόρημα, 1977
«Το μπαστούνι», παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, 1979, 1996
«Μερόνυχτα Φραγκφούρτης», διηγήματα, 1982
«Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», διηγήματα, 1983
«Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι», μυθιστόρημα, 1985
«Πάσχα στο χωριό», νουβέλα, 1991
«Υπ’ όψιν της Λίτσας», 1992
«Ο Χορός των ρόδων», μυθιστόρημα, 1994 (Κρατικό βραβείο, 1995)
«Μισόν αιώνα άνθρωπος», αφηγήματα, 1996
«Γκας ο γκάνγκστερ», μυθιστόρημα, 2000
«Κυριακάτικες ιστορίες», 2002
«Το μονοπάτι στη θάλασσα», μυθιστόρημα, 2006