1909: Η επανάσταση στο Γουδί

Η κυβέρνηση Θεοτόκη μπόρεσε να κρατηθεί στην εξουσία πέντε χρόνια και να ενισχύσει τον Μακεδονικό αγώνα αλλά τα προβλήματα ξεφύτρωναν σε κάθε της βήμα με πρωταρχικό το ζήτημα της Κρήτης. Από το 1904, στη Βουλή παρουσιάστηκε η ομάδα των πέντε ανεξαρτήτων «Ιαπώνων», όπως τους είπαν. Ονομάστηκαν Ιάπωνες, επειδή τότε φυσούσε ανανεωτικός άνεμος στην Ιαπωνία, που προόδευε με εκπληκτικούς ρυθμούς. Επί τέσσερα χρόνια, σφυροκοπούσε την κυβέρνηση, ώσπου ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης έπεισε τον Δημήτριο Γούναρη, μέλος της ομάδας, να αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών. Μαζί του πήγε κι ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης. Το φορολογικό νομοσχέδιο, που ο Γούναρης ετοίμασε, δεν πέρασε, ο ίδιος παραιτήθηκε αλλά η ομάδα είχε διαλυθεί. Και οι δύο «Ιάπωνες» έμελλε να τουφεκιστούν ως υπεύθυνοι της καταστροφής του 1922.

Στα 1909, μια ομάδα από μορφωμένους κατώτερους αξιωματικούς της φρουράς της Αθήνας δημιούργησε τη μυστική οργάνωση «Στρατιωτικός Σύνδεσμος». Τα μέλη της πρότειναν στον συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά να μπει αρχηγός. Είχε μετάσχει στον πόλεμο του 1897 ως επικεφαλής μοίρας πυροβολικού. Όταν μετά την ήττα δημοσιεύτηκε η επίσημη έκθεση του Γενικού Επιτελείου που έβρισκε διάφορες προφάσεις για την ταπείνωση, βγήκε και την κατάγγειλε: Πάνω απ’ όλα, έφταιγαν η κακή οργάνωση του στρατού, οι αμόρφωτοι που έπαιρναν κληρονομιά ή προίκα τα γαλόνια, καθώς και το ότι αρχηγοί στο στράτευμα ήταν οι πρίγκιπες που μοναδικό προσόν είχαν τον βασιλιά μπαμπά τους.

Στην Τουρκία είχε ήδη επικρατήσει η επανάσταση των Νεότουρκων, η ανεξάρτητη πια Βουλγαρία απειλούσε την κατεχόμενη Μακεδονία και στην Κρήτη τα γεγονότα τρέχανε, ενώ στην Αθήνα η επί έξι χρόνια κυβέρνηση Θεοτόκη έπεσε στις 4 Ιουλίου του 1909. Ορκίστηκε νέα (στις 5 του μήνα) με πρωθυπουργό τον ως τότε αρχηγό της αντιπολίτευσης Δημήτριο Ράλλη. Και αυτή παρέπαιε.

Στις 11 του μήνα, παρά τις προκλήσεις και τις απειλές των Νεότουρκων, η κυβέρνηση Ράλλη δήλωνε πως στόχος της ήταν η σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας. Την 1η Αυγούστου, νέες προκλήσεις στο Αιγαίο και ένταση στην Κρήτη ανέβασαν το θερμόμετρο, ενώ η κυβέρνηση αντιδρούσε χλιαρά.

Αρχές Αυγούστου, μια επιτροπή αξιωματικών του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» υπέβαλε στον πρωθυπουργό τα αιτήματα «του λαού και του στρατού». Ο Ράλλης τους έδιωξε κακήν κακώς.

Το κίνημα ή “προνουντσιαμέντο” στο Γουδί εκδηλώθηκε στις 15 Αυγούστου 1909. Με αρχικές επιδιώξεις σχετικές με επαγγελματικά τους ζητήματα, την αναδιοργάνωση του στρατού και τη βελτίωση της πολεμικής ετοιμότητας της χώρας γενικότερα, οι στρατιωτικοί πρόβαλαν εντέλει ευρύτερους μεταρρυθμιστικούς στόχους που αφορούσαν τη ριζική εξυγίανση του κρατικού μηχανισμού. Η κυβέρνηση Δημήτριου Ράλλη, αποτυγχάνοντας να διαχειριστεί την κατάσταση, παραιτήθηκε και ο βασιλιάς έδωσε εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος δέχτηκε να εφαρμόσει πολλά από τα αιτήματα του Συνδέσμου. Οι στρατιωτικοί έλεγχαν στην ουσία και το Κοινοβούλιο και την εκτελεστική εξουσία. Η όλη ενέργεια των στρατιωτικών βρήκε θερμή λαϊκή ανταπόκριση, που εκδηλώθηκε δυναμικά με ένα μαζικό συλλαλητήριο στην Αθήνα στο τέλος του Σεπτέμβρη.

Η επόμενη περίοδος, ως το τέλος του 1909, πέρασε μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας και συγκρούσεων. Παρά την καταρχήν επιτυχία των στρατιωτικών και την προώθηση αρκετών από τα μεταρρυθμιστικά τους αιτήματα με ψήφιση ανάλογων νόμων η μεταρρύθμιση αντιμετώπιζε την αντίδραση του παλαιού πολιτικού κόσμου. Εξάλλου, ο Σύνδεσμος δε διακρινόταν από σαφή πολιτικό και ιδεολογικό χαρακτήρα, η παρέμβασή του είχε περισσότερο να κάνει με την εκδήλωση μιας δυσαρέσκειας απέναντι στα παλιά κόμματα και στα ανάκτορα. Η κατάσταση ήταν μάλλον αδιέξοδη και ο Σύνδεσμος προσανατολιζόταν σε αναζήτηση πολιτικού συμβούλου, τον οποίο αναγνώρισε στο πρόσωπο του κρητικού πολιτικού, του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Το Κίνημα στο Γουδί απασχόλησε τους ιστορικούς- μελετητές. Θεωρήθηκε αντίδραση του στρατού ως αυτόνομου πολιτικού παράγοντα -πράγμα όχι παράδοξο για τις κοινωνικές δομές της Ελλάδας της εποχής- σε μια “ανάξια” ηγεσία με αίτημα να αντικατασταθεί από μια “αξιότερη”, χωρίς όμως στόχους θεσμικών ανατροπών. Χαρακτηρίστηκε επίσης ως αστική επανάσταση, η οποία ωστόσο στην Ελλάδα του 1909 είναι σε αναντιστοιχία με την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της χώρας, ως ενδοαστική, προκειμένου να δηλωθεί η επιδιωκόμενη παραμέριση μιας κρατικής αστικής τάξης από μια ανερχόμενη επιχειρηματική. Γεγονός πάντως είναι ότι το κίνημα υποστηρίχθηκε κυρίως από τις κατώτερες τάξεις, μικροαστούς, εργάτες και τους επίδοξους μετανάστες που κυκλοφορούσαν υποαπασχολούμενοι ή άνεργοι στην Αθήνα αδημονώντας να αναχωρήσουν. Αυτοί αποτελούσαν τη μεγάλη μάζα του συλλαλητηρίου του Σεπτέμβρη και στρέφονταν εναντίον των ανώτερων τάξεων, συμπεριλαμβανομένης και της αστικής. Άμεσα όμως η ριζοσπαστικότητα των κατώτερων τάξεων εξέπνευσε λόγω έλλειψης κάθε δύναμης και ιδεολογικής ωριμότητας και προωθήθηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο επιλογές εκσυγχρονιστικές, αστικές, που αποτελούν τις επιδιώξεις των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η Επανάσταση στο Γουδί άνοιξε το δρόμο για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και την εδραίωση του αστικού καθεστώτος. Πράγματι, η επανάσταση στο Γουδί σφραγίζει μια εποχή και εγκαινιάζει μια νέα για την Ελλάδα.

Ποιος ήταν ο “Στρατιωτικός Σύνδεσμος”

Ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» γεννήθηκε από τη σύμπραξη μιας ομάδας υπαξιωματικών υπό τον ταγματάρχη Γεώργιο Σ. Καραϊσκάκη, εγγονό του στρατηγού της Ρούμελης, και μιας ομάδας κατώτερων αξιωματικών υπό τους Θεόδωρο Πάγκαλο και Επαμεινώνδα (Παμμίκο) Ζυμβρακάκη. Η ομάδα των υπαξιωματικών ιδρύθηκε πρώτη (συμμετείχαν σε αυτήν μεταξύ άλλων και οι Νικόλαος Πλαστήρας και Γεώργιος Κονδύλης) και είχε ως αιχμή επαγγελματικά αιτήματα. Η ομάδα των «λοχαγών» ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1908 με έναν πυρήνα περί τους υπολοχαγούς Θεόδωρο Πάγκαλο και Χρήστο Χατζημιχάλη. Αυτοί, υπέγραψαν το πρώτο πρωτόκολλο του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ο Σύνδεσμος ήλθε σε επαφή με την ομάδα Καραϊσκάκη, αλλά και με την ομάδα υπό τον ίλαρχο Παύλο Ζυμβρακάκη και έτσι άρχισε η ραγδαία επέκτασή της. Στις 25 Ιουνίου, 181 αξιωματικοί συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του υπολοχαγού Χατζημιχάλη για τη σύνταξη προγραμματικών αρχών. Η διαρροή της είδησης προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη, ενώ οι κατευναστικές προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία δηλώσεις (σχετικά με το Κρητικό και το Μακεδονικό) της κυβέρνησης Ράλλη προκάλεσαν την οργή του Συνδέσμου.