Γράφει η Ρίτσα Μασούρα (προ κορωνοϊού)

Η μεθεπομένη της Παναγιάς. Τοπίο εκτυφλωτικό του Αυγούστου. Ελληνικό γαλάζιο, χωνευτήρι της έγνοιας της χθεσινής, μήτρα που θα γεννήσει το αύριο. Σπαργανικός ο ενδιάμεσος χρόνος. Σπαρακτική η ενδιάμεση αναμονή. Και όμως, δεν υπάρχει χώρος για δυσάρεστες ειδήσεις. Ο κόσμος έχει κάνει drop σε οτιδήποτε τον υποτάσσει στη δουλεία του πειθαναγκασμού. Είναι γυμνός κάτω απ’ τον ήλιο. Δίχως ματογυάλια μυωπικά, μόνο με τεράστια μαύρα γυαλιά. Ασπίδα στους καιρούς που πλησιάζουν ανελέητοι. Κι είμαστε όλοι εμείς καλοκαιρινοί αρνητές της πραγματικότητας, με διάθεση νομιμοποίησης της λαθροκατάστασης. Φοβόμαστε όμως πως το μήνα Σεπτέμβριο όλα θα αναδυθούν ξανά στην επιφάνεια, το ίδιο βάρβαρα, το ίδιο αδιαπραγμάτευτα, όπως πριν από της Παναγίας τη γιορτή.

Πριν από λίγα χρόνια, πολλοί θεωρούμασταν δεσμώτες της τέρψης. Είχαμε κτίσει μικρούς παραδείσους και εντός τους απολαμβάναμε μια πρωτόγνωρη υλιστική ευτυχία, όπου ακόμη και η σκέψη της στιγμιαίας δυστυχίας ήταν ντροπή! Ο μη ηδονιστής, ο μη καταναλωτικά εξαρτημένος δεν είχε χώρο στους μικρούς παράδεισους, και η συγκέντρωση πλούτου με σκοπό το ξόδεμα σε είδος ήταν απαράβατος όρος ζωής. Θυμάμαι τότε πολύ καλά – τέλη δεκαετίας του 2000 –  πως ακόμη και αν κινδυνεύαμε από τον υπερδανεισμό, εμείς δηλώναμε ευτυχισμένοι, αφού οι κάρτες ήταν ακόμη σε ισχύ και η απληστία ήταν συνάρτηση της ψυχικής ισορροπίας. Το βλέπαμε, άλλωστε και στις αμερικανικές κινηματογραφικές, ηθογραφικές ταινίες. (Wall Street – Gordon Gekko – greed is good – φωτ.) Σήμερα, οι περισσότεροι ζούμε σε μείον καταστάσεις. Μείον οι μισθοί, η εργασία, οι συντάξεις, η ευτυχία, η ζωή… Δεν είναι τυχαίο ότι στον γαλλικό Τύπο, με το ευμετάβολο ταμπεραμέντο, δημοσιεύονται αφιερώματα στον Επίκουρο και καταβάλλεται προσπάθεια διαχωρισμού ανάμεσα στην ηδονιστική καταναλωτική εποχή και την ανάγκη να επιστρέψουν, όσοι το επιθυμούν, στις συμβουλές ευζωίας του Επίκουρου.

Ενας από τους φιλοσόφους – συγγραφείς που γράφουν για τον Επίκουρο στο περιοδικό Le Point, ο Ροζέ Πολ Ντρουά λέει ότι η ευτυχία δεν είναι ούτε εξαίρεση ούτε καλή τύχη. Ανήκει στους πάντες υπό την εξής προϋπόθεση: ο καθένας να κατευθύνει τις επιθυμίες του εντός των ορίων των σωματικών του αναγκών. «Δεν γνωρίζω πώς να διανοηθώ το καλό», έλεγε ο Επίκουρος, «αν αφαιρέσω τις ηδονές της γεύσης, αν αφαιρέσω τη σεξουαλική ηδονή, την ηδονή της ακοής κι αν αφαιρέσω τα γλυκά συναισθήματα που προκαλούνται στη θέα όμορφων μορφών». Αλλά ο Επίκουρος ζούσε μια ζωή απέριττη. Ηταν ευτυχισμένος με ένα γεύμα με ψωμί, λαχανικά και μια χούφτα ελιές. Στον κήπο του, στον Δήμο Μελίτης, μεταξύ αγοράς και λιμανιού του Πειραιά, ο Επίκουρος ζούσε με μια παρέα φίλων. Δεν έπαυε, δε, στιγμή να επαναλαμβάνει πως η φιλία, η ελευθερία, η σκέψη, το φαγητό, το κατάλυμα και τα ενδύματα είναι απολύτως απαραίτητα για την ευτυχία του ατόμου. Αντιθέτως, κατέτασσε στα μη απαραίτητα τη φήμη, την εξουσία, τα μεγάλα σπίτια, τα ιδιωτικά λουτρά, τα συμπόσια, τους υπηρέτες, το ψάρι και το κρέας. Η ευτυχία έλεγε, μεταξύ άλλων, βασίζεται περισσότερο στην ύπαρξη ενός ταιριαστού συντρόφου παρά σε μια πλούσια διακοσμημένη βίλα.

Το υποθετικό δίλημμα του Επίκουρου παραπέμπει συνειρμικά σε ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας / κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά / έναν ώμο να ακουμπάτε την πίκρα σας / ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας / κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας / έστω και μία φορά; Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;» (Ενός λεπτού σιγή). Οταν η κρίση θα έχει περάσει, θα έχουν συντελεστεί και οι αναθεωρήσεις. Η εσωτερική υποτίμηση του ευ ζην θα αλλάξει τον τρόπο σκέψης. Και αν επιχειρείται κάτι με τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα για την επικούρεια ευτυχία είναι να συνειδητοποιήσουμε πως η ομορφιά της ζωής κρύβεται κυρίως σε μεγάλες πανανθρώπινες αξίες, αλλά και σε μικρές καθημερινές, ανέξοδες απολαύσεις.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 

Το κείμενο έχει ενδιαφέρον να διαβαστεί μόνο για να αναλογιστούμε τη σημερινή κατάσταση και να πάρουμε πολύ σοβαρά τις υποδείξεις των ειδικών ως προς την προστασία μας, γιατί ίσως κάποιοι από μας δεν καταφέρουν να μιλήσουν ξανά και ξανά για την απλότητα της ζωής, μα και για την ομορφιά της…