ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ/ Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

«Η πανδημία επιβεβαίωσε εμφατικά

τον νέο ρόλο της Ανατολής και την εξάρτηση της Δύσης,

ακόμα και σε υγειονομικό εξοπλισμό.

Κυρίως όμως οδήγησε

σε μια ‘‘πρόβα τζενεράλε’’ της ψηφιακής ζωής».

Εκδόσεις: «ΠΑΤΑΚΗ»

Φ. ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Διαμαντοπούλου
Jpeg

Η Άννα Διαμαντοπούλου είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στον χώρο τής πολιτικής. Μεγάλη επιτυχία της ο γνωστός «νόμος Διαμαντοπούλου», που υπερψηφίστηκε στην Βουλή με 255 ψήφους, κάτι που τιμά τόσο την ίδια, όσο και τους βουλευτές που την ψήφισαν, ιδίως αυτούς που δεν οδηγήθηκαν στην ψηφοφορία με την συνήθη στείρα αντιπολιτευτική διάθεση και επίδειξη.

Επίσης, είναι ξεχωριστή περίπτωση γιατί έχει αποδείξει πως παρατηρεί τον χάρτη τής χώρας, μέσα από ευρωπαϊκά γυαλιά, που εστιάζουν στο μέλλον, και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Στο πρόσφατο βιβλίο της, που επέλεξε την απολύτως επιτυχημένη συνταγή του Δημήτρη Νανόπουλου και της Μαρίας Ευθυμίου, εμπιστευόμενη τον ιδιαίτερα καταρτισμένο δημοσιογράφο Μάκη Προβατά, το οποίο ακολουθεί την μορφή τής συζήτησης / συνέντευξης, ξεδιπλώνει τις απόψεις, αλλά και τις προτάσεις της, για το μέλλον τής χώρας εν όψει της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, με την επικείμενη κυριαρχία τής τεχνητής νοημοσύνης και των συναφών ψηφιακών εφαρμογών.

diamantopoulou austiri 660Θα το χαρακτήριζα ως βιβλίο πολιτικής ωριμότητας. Από τον πρόλογο της, ακόμα, ο αναγνώστης, αντιλαμβάνεται πως έχει να κάνει με ιδιαίτερα φιλοσοφημένα κείμενα, που μάλλον δημιουργούν ένα ξάφνιασμα. Έχουμε συνδέσει τους πολιτικούς με την ξύλινη γλώσσα που κυριαρχεί σε πολλά από τα επίπεδα του πολιτικού λόγου. Όμως ο λόγος τής Διαμαντοπούλου, είναι λόγος γόνιμος, ουσιαστικός και ανατρεπτικός, συνάμα.

«Αυτό που θα ήθελα είναι να μοιραστώ σκέψεις και εμπειρίες με όσους συμμερίζονται την πεποίθηση ή την αίσθηση πως τα πάντα αλλάζουν γύρω μας με ρυθμούς απίστευτους – με όσους θέλουν να αναστοχαστούν ό,τι βίωσε η χώρα και όλοι εμείς, οι άνθρωποί της, με όσους πιστεύουν ότι πρέπει να αλλάξουμε, ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί, γρήγορα, άμεσα, τώρα», γράφει στον δικό της πρόλογο.

 

Στον πρόλογό του, ο Μάκης Προβατάς, καταθέτει την άποψή του για την Άννα Διαμαντοπούλου, γράφοντας «…παρότι είναι ένας άνθρωπος με ισχυρή προσωπικότητα και διαρκή πολιτική σκέψη, ταυτόχρονα έχει ορθάνοιχτα τα αυτιά της και ακούει με προσοχή ό,τι της λέει ο συνομιλητής της. Έχει επίσης τη βαθιά ευγένεια και την ευφυΐα να μην υποτιμά ούτε να υπερτιμά κανέναν, από τον απλό πολίτη έως τον πιο σημαντικό πολιτικό…»

Υπάρχει ακόμα ένας πρόλογος στο βιβλίο. Είναι του πολύ σημαντικού Ζοζέπ Μπορρέλ, αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ύπατου εκπροσώπου τής Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, ο οποίος απευθύνεται στους αναγνώστες, επισημαίνοντας: «…κρατάτε στα χέρια σας ένα βιβλίο – έκκληση για δράση, προς όλους όσοι ενδιαφέρονται για το μέλλον της Ευρώπης και της δημοκρατίας. Γι’ αυτό και αξίζει να διαβαστεί ευρέως…»

images

Η Άννα Διαμαντοπούλου συνοψίζει από την αρχή τής συζήτησής της με τον Μάκη Προβατά, τα πεδία τών αλλαγών που ήδη βιώνει ο άνθρωπος του 21ου αιώνα:

«Ο πλούτος και η τεχνολογία που έχουν συσσωρευτεί στη Δύση κινούνται τώρα με μεγάλη ταχύτητα προς την Ανατολή. Ο δυτικός κόσμος δεν μπορεί να υπηρετήσει το μοντέλο που είχε δομήσει, κυρίως σε σχέση με την αγορά εργασίας και το κοινωνικό κράτος, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις υψηλές προσδοκίες των πολιτών.

»Η κλιματική αλλαγή επιφέρει ήδη δραματικές επιπτώσεις σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Μαζί με τη γεωπολιτική αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων, αλλά και τις δημογραφικές ανισορροπίες, δημιουργεί πρωτοφανείς μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές, ήδη αισθητές στη Δύση.

»Η 4η ΒΕ (Βιομηχανική Επανάσταση) εξαπλώνεται με μεγάλη ταχύτητα, ανατρέποντας δεδομένα στη ζωή μας και δημιουργώντας παράλληλα νέες προκλήσεις και ευκαιρίες.

»Τα ζητήματα ασφαλείας, από την τρομοκρατία και το κοινό έγκλημα μέχρι την απειλή της ταυτότητας και των συνόρων, αποσταθεροποιούν κοινωνίες και κλονίζουν τα μέλη τους.

»Η πανδημία επιβεβαίωσε εμφατικά τον νέο ρόλο της Ανατολής και την εξάρτηση της Δύσης, ακόμα και σε υγειονομικό εξοπλισμό. Κυρίως όμως οδήγησε σε μια ‘‘πρόβα τζενεράλε’’ της ψηφιακής ζωής».

Στρέφοντας, δε, το βλέμμα της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλώνει:

«Η ΕΕ είναι ένα μοναδικό πείραμα στην ανθρώπινη ιστορία, στο πλαίσιο του οποίου οι χώρες διατηρούν τη γλώσσα, την εθνική ταυτότητα και την κουλτούρα τους, ενώ ταυτόχρονα, μέσα από την οικονομική και θεσμική συνεργασία τους, επιδιώκονται η ώσμωση, η αλληλοκατανόηση και φυσική η αλληλεπίδραση. Μέσα από τη θεσμική (ατελή, είναι αλήθεια) συνεργασία και συναπόφαση δημιουργείται ένας παγκόσμιος κολοσσός, που ανταγωνίζεται τους άλλους και προστατεύει τα μέλη του».

 

Στον αντίποδα της Ευρώπης εξετάζει το φαινόμενο Κίνα, προσεγγίζοντάς το με επιφυλακτικότητα:

«Η Κίνα είναι σήμερα η μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου μετά τις ΗΠΑ. Αξίζει βέβαια να σημειώσουμε ότι αυτή η τόσο πλούσια χώρα, παρά τη δημιουργία μιας τεράστιας σε απόλυτους αριθμούς εύπορης αστικής τάξης, αντιμετωπίζει μεγάλες ανισότητες, καθώς και προκλήσεις, κοινωνικές και αναπτυξιακές. Μια τελική παρατήρηση είναι ότι η Κίνα δεν θα μπορέσει να παίξει τον ρόλο της υπερδύναμης, όπως οι ΗΠΑ, για τρεις λόγους. Καταρχάς λόγω του γλωσσικού χάσματος που υπάρχει με τους υπόλοιπους πληθυσμούς του πλανήτη, πράγμα πολύ κρίσιμο. Κατά δεύτερο, και κυρίως, λόγω των πολύ ιδιαίτερων αξιών και συμβόλων που έχει ως κοινωνία, και τα οποία την εμποδίζουν να δημιουργήσει παραδείγματα ζηλευτά ή αποδεκτά από τον υπόλοιπο πλανήτη. Όλες οι πραγματικές υπερδυνάμεις στην ιστορία έχουν πάνω απ’ όλα δημιουργήσει παραδείγματα τρόπου ζωής και κουλτούρας στα οποία στην ουσία ενσωματώθηκαν οι υπόλοιποι λαοί.

»Τέλος, η Κίνα με την πολιτική της δεν θέλει να αλλάξει ή να κυβερνήσει τον κόσμο. Δεν επιχειρεί να εγκαθιδρύσει το κινέζικο μοντέλο και σε άλλες χώρες, και ηπείρους, ούτε να επιβληθεί γεωπολιτικά με στρατιωτική ισχύ. Επιχειρεί να πετύχει τα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη, εφαρμόζοντας πολλές φορές δικούς της κανόνες εκτός του διεθνούς πλαισίου».

Απέναντι σ’ αυτές τις δυο πραγματικότητες τοποθετεί την χώρα μας και όσα την χαρακτηρίζουν, και ως κράτος, και ως κοινωνία. Η άποψή της είναι ξεκάθαρη:

«Όσον αφορά τη δική μας, ‘‘ελληνική’’ συμπεριφορά, νομίζω πως ένας από τους πιο σοβαρούς ανασταλτικούς παράγοντες της συλλογικής κουλτούρας μας είναι ότι πάντοτε αναζητούσαμε κάποιον που να φταίει γι’ αυτά που υφιστάμεθα, δεν αναζητούμε ποτέ τη δική μας ευθύνη. Η νοοτροπία αυτή αποτυπώνεται και στο πολιτικό μας σύστημα.

»Ωστόσο η παγκόσμια ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η ανάληψη της ατομικής ευθύνης διευκολύνει την υπέρβαση των εμποδίων και τη δρομολόγηση νέων επιλογών. Προσωπικά, μέσα από την πολύχρονη πορεία της πολιτικής διαδρομής μου είχα μια εμμονική άποψη που εξέφραζα σε όλους: όταν πάνε καλά τα πράγματα θα ψάχνω ποιος ήταν δίπλα μου και με στήριξε, όταν πάνε άσχημα θα ψάχνω τι έκανα η ίδια λάθος.

»Αυτή νομίζω πως είναι μια από τις πιο σοβαρές ελλείψεις της εθνικής μας κουλτούρας,: η μη ανάληψη της ατομικής ευθύνης. Για όλα φταίει πάντα κάτι άλλο: το σύστημα, η κοινωνία, οι ξένοι διεθνείς συνωμότες ή άλλοι εξωτερικοί παράγοντες».

images1

Η Άννα Διαμαντοπούλου θεωρεί πως ένας από τους παράγοντες που θα διαμορφώσουν την ταυτότητα του 21ου αιώνα, είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ασπαζόμενη τις απόψεις τού Καθηγητή τού ΜΙΤ Κωνσταντίνου Δασκαλάκη, εξετάζει τόσο τις θετικές, όσο και τις αρνητικές πλευρές αυτής νέας πραγματικότητας, βάζοντας ως παρονομαστή το στοιχείο τού χρόνου.  «…Έχουμε χρέος να προετοιμάζουμε με θεσμούς και κανόνες ένα ‘‘ασφαλές’’ μέλλον… Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα αχανές πεδίο, και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες πολύ απειλητικό…

[…]

»Το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η ανάγκη διεθνούς συναίνεσης προς την κατεύθυνση της ανθρωποκεντρικής τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και η πολύ σημαντική συνεργασία που ήδη ξεκίνησε με χώρες που συμμερίζονται τις ίδιες αρχές, όπως η Ιαπωνία, ο Καναδάς, η Σιγκαπούρη.

[…]

»…Ουσιαστικά, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί επιστήμονες και οι επιστήμονες της τεχνολογίας επιχειρούν να παρουσιάσουν έναν νέο γενικό όρκο του Ιπποκράτη. Έναν όρκο, ένα ισχυρό ηθικό εργαλείο, στη βάση του οποίου θα δεσμεύονται όλοι οι εμπλεκόμενοι σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Φιλόδοξο αλλά εφικτό – πολύπλοκο αλλά αναγκαίο».

Η εκπαίδευση είναι επίσης χώρος που απασχολεί την Άννα Διαμαντοπούλου. Άλλωστε σ’ αυτόν έχει δώσει τα θετικότατα διαπιστευτήριά της και οι σώφρονες πολίτες το αναγνωρίζουν αυτό.

Οι προτάσεις της συμπυκνώνονται κάτω από τον τίτλο «Αριστοτέλης και γλώσσα υπολογιστών από την πρώτη δημοτικού». Τι σημαίνει αυτό;

«…Η νέα γενιά θα πρέπει να κατανοεί και να χειρίζεται τους υπολογιστές αναπτύσσοντας ταυτόχρονα τα προσόντα της ανθρώπινης φύσης, που είναι μοναδικά. Πρόκειται για αλλαγές που αφορούν πρωτευόντως τα προγράμματα σπουδών και τη συνεχή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

»Τα προγράμματα σπουδών έχουν καθοριστική σημασία για την εξυπηρέτηση των βασικών στόχων που θέτει το εκπαιδευτικό σύστημα, για το πώς μια χώρα (όχι ένα κόμμα) θέλει αφενός να προετοιμάσει τους αυριανούς πολίτες και αφετέρου να επιμορφώνει διαρκώς τους ενήλικες. Όσο και αν φαίνεται υπερβολικό, δαπανηρό ή οτιδήποτε άλλο, θεωρώ πως ένα από τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα είναι πλέον η καθολική πρόσβαση όλων των ηλικιών στη δια βίου εκπαίδευση. Κυρίως εξαιτίας του ταχύτατου ψηφιακού μετασχηματισμού, η δια βίου εκπαίδευση έχει εξελιχθεί σε προϋπόθεση για να παραμένουν οι ενήλικες ενεργοί στην αγορά εργασίας, αλλά και ενεργοί πολίτες.

»Είναι σαφές πως το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί προϋπόθεση της ανάπτυξης και εργαλείο καταπολέμησης ανισοτήτων. Προϋπόθεση για τη νέα μορφή δημοκρατίας, η οποία απαιτεί πολίτες ικανούς να αντιλαμβάνονται και να επεξεργάζονται την πληροφορία, αλλά και να συμμετέχουν δημιουργικά, με τα νέα εργαλείο, στο νέο κοινωνικό γίγνεσθαι.

»Το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως πάντα, θα είναι το κεντρικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο παλιό που πεθαίνει και στο νέο που γεννιέται».

 

Σταχυολογώ ελάχιστες από τις σκέψεις και τις απόψεις τής Άννας Διαμαντοπούλου, προκειμένου να δώσω μια ελαχίστη εικόνα ενός βιβλίου ιδιαίτερα σημαντικού. Από το κεφάλαιο στο οποίο προσεγγίζει το μεταναστευτικό / προσφυγικό, απομονώνω μια παράγραφο γενικής εικόνας:

«Για να συμπληρώσουμε μια πρώτη εικόνα αυτής της γενικής παγκόσμιας κινητικότητας, πρέπει να αναφερθούμε στο γεγονός ότι το διαδίκτυο έχει αλλάξει πια τις παραστάσεις και την επίγνωση των ανθρώπων για το πώς ζουν οι ‘‘Άλλοι’’. Σήμερα, το 93% των Αφρικανών έχουν πρόσβαση σε κινητό, ενώ μόνο το 62% έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό και το 51% σε ηλεκτρισμό. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, το κινητό στο χέρι ανοίγει μια λεωφόρο επικοινωνίας με ό,τι είκοσι χρόνια νωρίτερα τους ήταν άγνωστο. Η οθόνη τους δείχνει πώς ζει ο κόσμος σε άλλες χώρες, τους επιτρέπει την άμεση την άμεση επικοινωνία με τους ομοεθνείς τους σε κάθε σημείο της γης, αποτελεί γι’ αυτούς τράπεζα, βιβλιοθήκη, εργαλείο δικτύωσης για καλούς και κακούς σκοπούς. Έτσι ο Αφρικανός στο Μαλάουι ξέρει πως ζουν οι δικοί του στο κέντρο του Λονδίνου, ενώ οι Σύριοι πρόσφυγες στον Λίβανο έχουν άμεση εικόνα για το πώς ζουν τα αδέλφια τους στο Αμβούργο. Στη σημερινή εποχή οι άνθρωποι τείνουν να αντιδρούν πιο εύκολα στα τοπικά αδιέξοδα φεύγοντας προς τη Δύση, απ’ ό,τι στο παρελθόν. Τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι μετανάστες διαθέτουν τη δυνατότητα, με ένα κουπάκι και μια οθόνη, να επικοινωνούν εύκολα με τις κοινότητες, αλλά και τους διακινητές τους».

Απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα, απλώνεται η άλλη, εξ ίσου δραματική, αυτή της εισόδου όλων αυτών των ‘‘Άλλων’’ στις κοινωνίες τής Δύσης. Πώς θα γίνει δυνατή η ενσωμάτωσή τους; Σ’ αυτό το τόσο ευαίσθητο, όσο και κρίσιμο θέμα, είναι ενδιαφέρουσα η άποψή της, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τα στενά θρησκευτικά «πιστεύω» όχι μόνο των φονταμενταλιστών, αλλά και πολλών προσφύγων / μεταναστών.

«Η ενσωμάτωση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες πρέπει να στηρίζεται στα ίσα δικαιώματα, και το δημόσιο σχολείο μπορεί να διαδραματίσει κομβικό ρόλο εδώ. Πρέπει να προσφέρει στα παιδιά των προσφύγων και των μεταναστών τη δυνατότητα να ενταχθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα, να μάθουν τη γλώσσα και να αποκτήσουν όλες τις προϋποθέσεις ισότιμης ένταξής τους στην κοινωνία. Αυτό αντίστοιχα προϋποθέτει ότι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες θα δεχθούν και θα πειθαρχήσουν σε όλους τους κανόνες και τους νόμους της χώρας στην οποία βρίσκονται.

»Για παράδειγμα, δεν μπορεί ένας γονιός να μην επιτρέπει στην κόρη του να πάρει μέρος στα μαθήματα κολύμβησης ή γυμναστικής επειδή είναι κορίτσι και δεν του το επιτρέπει η θρησκεία του. Κατά την άποψή μου λοιπόν, εντός της ΕΕ, όσο τα παιδιά φοιτούν στην υποχρεωτική εκπαίδευση δεν θα πρέπει να φέρουν, στη σχολική τους ζωή, σύμβολα διάκρισης της θρησκείας τους (μαντίλα, τουρμπάνι, χιτζάμπ), πόσω μάλλον όταν αυτά αποτελούν διακρίσεις φύλου…»

 

Μια ερώτηση του Μάκη Προβατά σε σχέση με την πανδημία, δίνει την ευκαιρία στην Άννα Διαμαντοπούλου να ξεδιπλώσει κάποιες σκέψεις της:

«…θεωρώ ακατανόητες τις συγκρίσεις μεταξύ πανδημίας και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όλες οι χώρες στράφηκαν εναντίον του ίδιου εχθρού. Από τη μια οι άνθρωποι έκλεισαν τις πόρτες, οι κυβερνήσεις έκλεισαν τα σύνορα, αλλά από την άλλη οι επιστήμονες άνοιξαν τα εργαστήρια και συνωστίζονται δημιουργικά στο παγκόσμιο cloud, σε μια πρωτοφανή διεθνή συνεργασία δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Η ανθρωπότητα έχει δυνατότητες που δεν είχε ποτέ άλλοτε, για να αντιμετωπίσει αυτή την πανδημία.

»Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πανδημία θα αποτελέσει σημαντική στιγμή της ιστορίας της. Το ερώτημα της περιόδου είναι και το θεμελιώδες ερώτημα για το μέλλον μας: Θα μπορέσει η ΕΕ και ιδιαίτερα η Γερμανία, αναγνωρίζοντας το παρελθόν τους, να κατανοήσουν την ανάγκη για ισχυρότερη πολιτική ενοποίηση; Δηλαδή για προστασία, αλληλεγγύη και ανάπτυξη προς όφελος όλων των χωρών-μελών και των πολιτών τους… Η ΕΕ δεν θα διαλυθεί. Το διακύβευμα όμως είναι αν σε αυτήν τη νέα γεωπολιτική περίοδο, θα καταφέρει να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη μέσα από θεσμική και πολιτική συνεργασία των μελών της. Αλλιώς θα σέρνεται μέσα σε αδιάφορες συμφωνίες του ελάχιστου παρονομαστή».

 

Απειλείται, όμως, η Ευρώπη; Η ερώτηση που θέτει ο Μάκης Προβατάς, οδηγεί την Άννα Διαμαντοπούλου στην κατάθεση σύνθετων συλλογισμών.

«Οι απειλές είναι πράγματι πολλές, τις νιώθουμε και τις ζούμε χωρίς να μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τις αιτίες τους ή πώς θα τις αντιμετωπίσουμε. Η οικονομία, η δημόσια τάξη, η εθνική ταυτότητα, τα σύνορα, το διαδίκτυο, η κλιματική αλλαγή, και τώρα οι πανδημίες, είναι πεδία στα οποία συχνά προκαλείται προσωπική και εθνική ανασφάλεια σε μια εποχή μεγάλων ανατροπών».

Η Άννα Διαμαντοπούλου αναφέρεται διεξοδικά σε κάθε μια απ’ όλες τις διαφαινόμενες απειλές, αναλύοντας τα δεδομένα και τασσόμενη υπέρ του εφικτού, που όμως απαιτεί θαρραλέες αποφάσεις από τα κράτη-μέλη. Σε ό,τι αφορά την κρίση τής πανδημίας, σημειώνει:

«Το 2020 η πανδημία, ως υγειονομική και οικονομική κρίση παγκοσμίων διαστάσεων, απείλησε ανθρώπινες ζωές, οικονομίες, και πολιτικά συστήματα. Στην ΕΕ, η πανδημία ανέδειξε δυο διαχωριστικές γραμμές. Η πρώτη είναι αυτή μεταξύ Βορρά και Νότου και βασίζεται στις οικονομικές ανισότητες μεταξύ τους. Η άλλη διαχωριστική γραμμή είναι μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης και αφορά ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ βασίζεται στη διαφορετική τους πρόσφατη ιστορία και κουλτούρα. Όμως αυτές οι τόσο μεγάλες κρίσεις που συγκλονίζουν τις κοινωνίες έχει παρατηρηθεί ότι επιτείνουν, τουλάχιστον προσωρινά, φαινόμενα ανισοτήτων, συγκρούσεων, ανομίας και βίας…»

 

Σημαντικότατες, όμως, είναι και οι απόψεις της για τις μορφές πολέμου που θα εμφανιστούν στον 21ο αιώνα και θα απειλήσουν άτομα και κράτη και αναπτύσσονται στον χώρο τής ψηφιακής τεχνολογίας. Μεταφέρω ένα ενδεικτικό απόσπασμα:

«Μπαίνουμε σε μια εποχή νέων μορφών πολέμου. Στον 20ο αιώνα έγιναν πόλεμοι για το πετρέλαιο, στο 21ο αιώνα πιθανόν να γίνουν για τα Μεγάλα Δεδομένα, τα Big Data. Πρόκειται για τα δεδομένα που κατέχει μια χώρα για μια άλλη χώρα, ή που κατέχει μια μεγάλη επιχείρηση παγκόσμιας ισχύος για τον καθένα μας, έχοντας τη δυνατότητα να επηρεάσει τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.

»Το τι είδους εξαρτήσεις, προβλήματα και εντάσεις θα δημιουργήσει μεταξύ των χωρών η κατοχή των Big Data από κυβερνήσεις ή από τρίτους, καθώς και η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, δεν μπορεί ακόμα εύκολα να περιγραφεί. Πρόκειται πραγματικά για μια Terra incognita.

[…]

»Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επενδύσει τρομακτικά ποσά στη νέα μορφή πολέμου, στη νέα μορφή επιβολής και στα νέα όπλα. Ας δούμε την ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται τα drones, και ας σκεφτούμε ότι πλέον μιλάμε για πολύ μικρά, ακόμα και ατομικά, drones, τα οποία μπορούν να χτυπήσουν κινούμενους στόχους. Ένα εξελιγμένο drone μπορεί πλέον να μπει σε μια πόλη και να σκοτώσει κατοίκους της χωρίς να πειραχτεί ούτε ένα κτίριο. Δεν πρόκειται για μυθοπλασία, πρόκειται για πραγματικότητα, και πλέον αυτή η τεχνολογία είναι τόσο χαμηλού κόστους ώστε μπορεί να περάσει σε χέρια όχι μόνο κρατώ, αλλά και ομάδων ειδικών σκοπών. Αν όμως αυτού του είδους η τεχνολογία περάσει σε τρομοκρατικές ομάδες, ή ακόμα και σε ομάδες που βρίσκονται απλώς σε εσωτερικές συγκρούσεις μέσα στις κοινωνίες, μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν εφιαλτικά».

 

Θα κλείσω την αποσπασματική παρουσίαση κάποιων από τις θέσεις τής Άννας Διαμαντοπούλου, μεταφέροντας (επίσης αποσπασματικά) και κάποιες από τις σκέψεις της γύρω από τα εθνικά θέματα, τα οποία δοκιμάζονται έντονα την χρονική αυτή περίοδο:

«Η ένταση με τον γείτονά μας δεν είναι ούτε περιστασιακή, ούτε στιγμιαία. Ο Ερντογάν, ένας αυταρχικός πλέον ηγέτης, έχει διαμορφώσει μια αναθεωρητική επεκτατική στρατηγική προς όλα τα σύνορά του.

[…]

»Δημιουργεί τετελεσμένα, για να τα χρησιμοποιήσει στη συνέχεια ως δεδομένα αναθεώρησης και διαπραγμάτευσης από διαφορετική βάση. Η δική μας πολιτική δεν μπορεί να είναι ο κατευνασμός, που επιχειρείται από ορισμένες χώρες. Οφείλουμε να ασκούμε μια πολιτική αποτροπής και συνύπαρξης.

[…]

»Η αποτροπή προϋποθέτει φυσικά υψηλό εθνικό φρόνημα, έννοια τόσο παρεξηγημένη τις τελευταίες δεκαετίες.

»Η ‘‘συνύπαρξη’’ σημαίνει ένα νέο πνεύμα Ελσίνκι, μια πολιτική ανάδειξης της σύμπτωσης αμοιβαίων συμφερόντων μεταξύ των δυο χωρών, πάντα όμως στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου…

[…]

»Η πραγματική εκτίμηση των Ευρωπαίων για την Ελλάδα θα έρθει όταν δείξουμε πως δεν είμαστε πια ουραγοί. Στους οικονομικούς δείκτες, στους ψηφιακούς δείκτες, στην ανταγωνιστικότητα, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς. Τότε θα σημειωθεί μια αλλαγή παραδείγματος, τότε θα συνειδητοποιηθεί πως σε αυτή τη χώρα κάτι άλλο συμβαίνει, καινούριο και σοβαρό.

[…]

»…είμαστε μια αγαπητή χώρα, αλλά το σημαντικό είναι να γίνουμε μια αξιοσέβαστη χώρα.

»…η εικόνα μιας χώρας που δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της, που ζει πέρα από τις δυνατότητές της και παραμένει συνεχώς ουραγός στους δείκτες ανάπτυξης δημιουργεί προβλήματα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης».

Δεν ξέρω πόσοι είναι αυτοί που διαφωνούν με τις απόψεις τής Άννας Διαμαντοπούλου και γιατί, είμαι όμως βέβαιος πως θα είναι πολλοί εκείνοι που συμφωνούν, καθώς οι δρόμοι που οδηγούν με ασφάλεια στον 21ο αιώνα θέλουν όραμα και τόλμη. Θέλουν την άλλη ματιά τόσο για τα προβλήματα της καθημερινότητας, όσο και για τις προκλήσεις του μέλλοντος. Άλλωστε, μετά την οδυνηρή εμπειρία των τελευταίων πέντε ετών, που ξεκίνησε με το σύνθημα «έξω από την Ευρώπη», την κατάληψη του νομισματοκοπείου, το αισχρό δημοψήφισμα, το «θα τους τελειώσουμε…» και άλλα πολλά, οι καιροί είναι ιδιαίτερα πρόσφοροι για ριζικές αλλαγές και για σκέψεις όπως:

…από το δίλημμα ‘‘αριστερά ή δεξιά’’ περάσαμε στην πολιτική πραγματικότητα: και αριστερά και δεξιά. Περάσαμε δηλαδή στην ανάγκη να χρησιμοποιηθούν στοιχεία και από τα δυο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα, σε συνδυασμό με νέες ιδέες και νέες πολιτικές, και μάλιστα αφού ληφθούν υπόψη και ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, το περιβάλλον, η ψηφιακή οικονομία, που διαμορφώνουν νέες ατζέντες. Παρόλο που στην πολιτική το διαζευκτικό ‘‘ή’’ είναι πιο εύκολο, το ‘‘και’’ είναι ο σωστός δρόμος, καθώς προϋποθέτει συμβιβασμούς, αποδοχή του άλλου, συνεργασίες και σύγκρουση με ακροατήρια εθισμένα στη λογική του άσπρου και του μαύρου, του ‘‘εμείς ή αυτοί’’».

 

 

 

27-8-2020