Θανάσης Βασιλείου/Βαδίζουμε για έναν νέο κόσμο ή στον παλιό σε «περιτύλιγμα νέου»;

Η δημόσια υγεία κοστίζει ακριβά. Η δημόσια παιδεία, επίσης. Αυτή ήταν, και συνεχίζει να είναι, η αντίληψη που ενσωματώθηκε στις πολιτικές επιλογές ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 με τον θατσερισμό-ριγκανισμό. Παρότι οι δύο τομείς είναι οι βάσεις των καθιερωμένων μοντέλων ανάπτυξης, μετά την κρίση χρέους του 2010-11, σε αρκετές αναπτυγμένες χώρες οι πολιτικές της δημοσιονομικής προσαρμογής μέσω της λιτότητας και της εξυγίανσης με μείωση των δημόσιων δαπανών στους δύο τομείς επικυρώθηκαν οριζόντια με τον πιο επίσημο τρόπο. Δίχως να θιγούν, λόγου χάρη, στην Ελλάδα, άλλοι κοστοβόροι και ανορθολογικοί ως προς τη δομή τους τομείς, τα πράγματα οδηγήθηκαν στο «κανονικό χάος» τού σήμερα. Επιπλέον, το δόγμα «άλλο εμείς, άλλο εσείς» και τα μάντρα που εξέπεμψαν οι εντεταλμένοι διεθνείς οργανισμοί που είχαν αναλάβει εργολαβικά την πάλαι οικονομική απογείωση του αποτυχημένου και φτωχού κόσμου, επιδείνωσαν την παγκόσμια εικόνα και έκαναν δυσκολότερη την όποια εθνική διαχείριση της πολλαπλής κρίσης – ακόμα και στον αναπτυγμένο, ανταγωνιστικό κόσμο.

Τα προηγούμενα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης είχαν κάνει τα πάντα για να αποτύχουν οι προβληματικοί και να υπερχρεωθούν οι ήδη χρεωμένοι: είχαν στηριχθεί σε άνιση μεταχείριση και μεροληψία. Η επιτυχία του αναπτυγμένου δυτικού κόσμου οφειλόταν στην καταλήστευση, την εκμετάλλευση και, άρα, στη βέβαιη αποτυχία των φτωχότερων χωρών. Τα μοντέλα αυτά μάλλον επαναλαμβάνονται σήμερα στο παγκόσμιο και στο εθνικό πλαίσιο. Οχι με τη διατύπωση συγκεκριμένων πολιτικών, αλλά με λογικές «βλέποντας και κάνοντας», χωρίς προσπάθειες ανίχνευσης του επελαύνοντος ρευστού κόσμου.

Οσον αφορά την υγεία, οι διαφορετικές εμπειρίες, οι περιστάσεις, τα διαφορετικά περιβάλλοντα υποδεικνύουν ότι οι αλληλεπιδράσεις μας με τους άλλους –υγιείς ή ασθενείς– διαμορφώνονται από σύνθετες κοινωνικές παραμέτρους. Σήμερα, η πανδημία δείχνει την παγκόσμια διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Και αυτή έχει να κάνει με τις βαθιές ανισότητες στην κοινωνική θέση και τις ευκαιρίες, ειδικότερα ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις φτωχότερες χώρες, αλλά και στο εσωτερικό των εθνικών κοινωνιών ανάμεσα στους αδύναμους και τους πλούσιους. Το τελευταίο γίνεται φανερό στη διαφορετική πρόσβαση στις υπηρεσίες παροχής υγείας. Ωστόσο, η κατανόηση που χρειάζονται οι κυβερνήσεις και οι σχεδιαστές των κοινωνικών πολιτικών για βελτίωση της θέσης του κοινωνικού συνόλου, έρχεται σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες δαπάνες και την ενίσχυση της ποιότητας των παροχών των συστημάτων υγείας. Επιπλέον η κατάσταση (και για την οικονομία) επιβαρύνεται λόγω της διάστασης που υφίσταται μεταξύ των λογικών της πολιτικής της υγείας και της υγείας της πολιτικής.

Από την άλλη, πράγματι στην εκπαίδευση ανοίγει ο δρόμος για νέες πιθανότητες και προωθημένα τοπία μέσω των νέων τεχνολογιών. Η διαχείριση της πανδημίας έδειξε ότι η τυπική εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες μπορεί να δραπετεύσει από τους περιορισμούς της σχολικής τάξης ή του πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου και να προσεγγίσει τους μαθητές και τους φοιτητές οπουδήποτε, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου ή κοινωνικής τάξης (με πρόσκαιρη απώλεια της κοινότητας και εγγύτητας).

Αλλά αυτό είναι το καλό θεωρητικό σκέλος. Το άλλο, το πρακτικό, είναι ότι θα πρέπει να υπάρχει προσωπικό, ψηφιακό περιβάλλον, πρόσβαση και σχετικά εργαλεία (π.χ. υπολογιστές) σε κάθε σπίτι. Αυτό είναι δεδομένο; Οχι. Επομένως, αντί αυτός ο άλλος κόσμος να αποτελέσει απελευθερωτική και εξισωτική δύναμη, πιθανώς θα ενισχύσει τις εκπαιδευτικές ανισότητες και τον προκαθορισμό σε «τυχερούς» και «άτυχους». Η πληροφοριακή φτώχεια και το ηλεκτρονικό χάσμα προστίθενται στις υλικές στερήσεις και ανισότητες–τις οποίες αναπαράγει κατά κανόνα η εκπαίδευση.

Από την πρόσφατη εμπειρία, το πρεκαριάτο ήταν εδώ. Η εργασία ήταν από τους πληττόμενους τομείς. Η τρίτη ηλικία επίσης κ.ο.κ. Ωστόσο, η ανάδυση ενός «τεχνολογικού προλεταριάτου» είναι εικόνα ενός κόσμου που έρχεται από το μέλλον. Οι νέες τεχνολογίες σαφώς μπορούν να διευρύνουν την πρόσβαση, για ορισμένους. Αν χρησιμοποιηθούν σωστά, προσφέρουν ορισμένες συναρπαστικές, απελευθερωτικές και δυνητικά ισότιμες προοπτικές έκβασης για τα εκπαιδευτικά συστήματα. Αλλά δεν υπάρχει κάποια εύκολη «τεχνολύση» για τα υπαρκτά πολυεπίπεδα προβλήματα. Οταν μάλιστα οι νέες τεχνολογίες εμπλέκονται στις διαδικασίες της πολιτισμικής αναπαραγωγής και ενίσχυσης των κοινωνικών ανισοτήτων, ενδεχομένως να επιδεινώσουν τις κοινωνικές διακρίσεις αλλά και να δημιουργήσουν νέες.

Βαδίζουμε για έναν νέο κόσμο ή στον παλιό σε «περιτύλιγμα νέου»;

Θα δούμε. Αλλά αν τα πιο δύσκολα ζητήματα μπορεί κάποιος να τα εξηγήσει στον πλέον άσχετο –όταν αυτός τα υποψιάζεται και τα βλέπει γιατί τα ζει– είναι κάπως δύσκολο να τα αποσαφηνίσει στον πλέον επιτελικό αυτού του κόσμου, όταν μάλιστα ο επιτελικός είναι ακλόνητα πεπεισμένος ότι, αναμφίβολα, ξέρει τι να κάνει, ενώ στην ουσία δεν ξέρει τι του γίνεται.