«απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών»:

Αφιέρωμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ

Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου

ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ

Επιμέλεια: Ίρις Κρητικού

Το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου με αφορμή  την  φετινή  επέτειο συμπλήρωσης των 100 χρόνων από την ίδρυσή του (1920-2020) οργανώνει έκθεση με τίτλο «απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών»: Αφιέρωμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ» του μεγάλου λαϊκού ζωγράφου, που έζησε και δημιούργησε στην περιοχή μας. Η έκθεση, της οποίας η λειτουργία ξεκινά (χωρίς εγκαίνια)  την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου και ώρα 19.00 στο Μουσείο της Πόλης πραγματοποιείται με τη συνεργασία της Διεύθυνσης Αρχείων, Μουσείων και Βιβλιοθηκών του ΔΟΕΠΑΠ-ΔΗΠΕΘΕ.

Την επιμέλεια της έκθεσης έχει η   γνωστή ιστορικός  τέχνης και ανεξάρτητη  επιμελήτρια, Ίρις Κρητικού.ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΕΛΙΚΗ

Η έκθεση που αποτελείται από παλαιότερα και νέα έργα,  εβδομήντα και πλέον διακεκριμένων σύγχρονων Ελλήνων εικαστικών, αφορά σε έναν οργανικό διάλογο με το φυσικό πρόσωπο και το έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, που αναμφισβήτητα αποτελεί μοναδική καλλιτεχνική περίπτωση,  καταλαμβάνοντας έναν ξεχωριστό και πρωτογενή χώρο στην ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης και ταυτόχρονα  έναν εμπνευστή κορυφαίων δημιουργών του 20ου αιώνα.

Με αφορμή τον Θεόφιλο και τη πρωτογενή εικαστική γραφή του αλλά και κάποια από τα περιστατικά και τα τοπόσημα του βίου του, γεννήθηκε και εξελίχθηκε η σκέψη μιας ομαδικής εικαστικής έκθεσης στην  επετειακή διοργάνωση του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου και επιμέλεια της Ίριδας Κρητικού.

Στο πλαίσιο της δράσης, επιχειρείται η σύσταση ενός αυτοτελούς οργανικού πεδίου με εικαστικές, πλαστικές και συμβολικές πολυεπίπεδες αναφορές στον Θεόφιλο και το έργο του. Η Ελληνική αρχαϊκή, κλασική και νεότερη, δημώδης μυθοπλασία στο έργο του Θεόφιλου, η ξεχωριστή ετούτη σπαρταριστή, ανιδιοτελής και πηγαία έκφραση που στη  διεθνή ιστορία της τέχνης ονομάστηκε ναΐφ, η εν γένει άδολη και πρωτογενής αγάπη του για την ελληνικότητα που προσεγγίζει με έναν αδιόρατο τρόπο τη λόγια προσέγγιση του Καβάφη, του Σεφέρη και της περίφημης γενιάς του ’30 για ό,τι «ελληνικό», οι πλαστικές και εννοιολογικές λεπτομέρειες των ανθρώπων, των ηρώων, των φορεσιών και της τοπιογραφίας του, γίνονται οι αναβλύζουσες πηγές για τα σύγχρονα έργα της έκθεσης. Στο πλαίσιο της έκθεσης, σύγχρονα ζωγραφικά, γλυπτά έργα και εγκαταστάσεις, θα αναπτύξουν το εικαστικό αφήγημα.

Ο “εν ξιφήρεις” φουστανελάς και «παρθένος μαθητής των αισθήσεων» που τον Ιούνιο του 1961 μπήκε στις αίθουσες του Λούβρου, «επιτρέποντας στους Λουδοβίκους να συναντηθούν με τον Αντώνη Κατσαντώνη, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα», και δίνοντας, σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη «έκφραση πλαστική στο αληθινό μας πρόσωπο», εξακολουθεί να χαρίζει έμπνευση όχι μόνον στους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ή τους σπουδαίους σύγχρονούς μας ναΐφ αλλά και σε Έλληνες εικαστικούς με αμιγή σύγχρονη γραφή.THEOPHILOS CHRISTOPHORAKIS

Νικόλας Χριστοφοράκης, Ο Άγιος Πρόσφορος, 2020, Λάδι σε καμβά, 157×68 εκ.

THEOPHILOS SPATHARIS MAXIMOS ALEXANDROS scaled

 Θεόφιλος Σπαθάρης / Ο Μάξιμος Αλέξανδρος, 2005 Ακρυλικό σε χαρτόνι, 70x100 εκ. Συλλογή Μάξιμου Μπολώτα

THEOPHILOS KARABATZAKI

Βούλα Καραμπατζάκη. Ο Αμφορέας του Θεόφιλου, 2020. Μπρούτζος, χαρτόνι, νήματα, 44x29x23 εκ.

THEOPHILOS LIAOURIS

Βασίλης Λιαούρης Ο σοβατζής, 2020 Λάδι σε καμβά, 40x31 εκ.

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ή Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα (Βαρειά Μυτιλήνης, 1870; – Βαρειά Μυτιλήνης, 24 Μαρτίου; 1934), γνωστός απλά και ως Θεόφιλος, ήταν μείζων λαϊκός ζωγράφος της νεοελληνικής τέχνης. Κυρίαρχο στοιχείο του έργου του είναι η ελληνικότητά του και η εικονογράφηση της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και ιστορίας.

Ο Θεόφιλος είχε τη δύναμη να μεταμορφώνει με χρώματα δικής του κατασκευής τις πιο ταπεινές επιφάνειες, όπως χαρτόνια, σανίδια, τενεκέδες, βαμβακερά πανιά, τοίχους μαγαζιών και σπιτιών, σε έργα τέχνης. Τον αναβλύζοντα κόσμο του της ελληνικής πρωτογενούς εντοπιότητας που ο ίδιος μεταφέρει μέσω πρωτογενών ιδεών και ιδίων επινοήσεων, μέσω του φωτεινού χρώματος και της κλασικής αυτοδίδακτης πλαστικότητας, μέσω των ευρημάτων και των διαχρονικών ελληνικών μύθων, η έκθεση επιχειρεί να προσεγγίσει με τον τρόπο μιας σύγχρονης εικαστικής συνομιλίας.

THEOPHILOS KAZIALE

Σταυρούλα Καζιάλε. Η Ελλάδα του Θεόφιλου, 2020. Μικτή τεχνική. Χειροποίητο χαρτί, φωτογραφία, νήμα από γιούτα, γάζα, κλωστές κεντήματος, βαμβάκι, υφάσματα, σύρμα, υδατοδιαλυτά χρώματα, 100×42 εκ.

 

THEOPHILOS KALOGEROPOULOU scaled

Σοφία Καλογεροπούλου Ο Θεόφιλος αφικνείται στον Βόλο, 2020 Μικτή τεχνική σε ξύλο, 85x110 εκ.

THEOPHILOS STANISIS THEOPHILOS PAINTER scaledΧρήστος Στανίσης Ο ζωγράφος Θεόφιλος, 2020 Φιγούρα θεάτρου σκιών – πολυπροπυλένιο με σμάλτα, 82 εκ

Στην έκθεση συμμετέχουν οι εικαστικοί:

Ηώ Αγγελή, Γιάννης Αδαμάκης, Στέλιος Αλεξάκης, Νεκτάριος Αποσπόρης, Κάτια Βαρβάκη, Νίκος Βατόπουλος, Αλέξης Βερούκας, Ειρήνη Βογιατζή, Κική Βουλγαρέλη, Μάριος Βουτσινάς, Μαίρη Γαλάνη Κρητικού, Μαρία Γέρουλα, Νεκταρία Γιακμογλίδου, Κατερίνα Γιάννακα, Στρατηγούλα Γιαννικοπούλου, Ειρήνη Γκόνου, Δικαία Δεσποτάκη, Μαρία Διακοδημητρίου, Νίκη Ελευθεριάδη, Γιάννης Ευθυμίου, Πέτρος Θέμελης, Αποστόλης Ιτσκούδης, Σταυρούλα Καζιάλε, Θρασύβουλος Καλαϊτζίδης, Σοφία Καλογεροπούλου, Ελπινίκη Καμόσου, Μηνάς Καμπιτάκης, ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΥΓΑC, Βούλα Καραμπατζάκη, Πάνος Καρδάσης, Νικόλας Κληρονόμος, Νίκος Κόνιαρης, Ευτυχία Λάβδα, Βασίλης Λιαούρης, Νεκτάριος Μαμάης, Τάσος Μαντζαβίνος, Παναγιώτης Μαρίνης, Μηνάς Μαυρικάκης, Στέλλα Μελετοπούλου, Γιάννης Μετζικώφ, Γεωργία Μπλιάτσου, Δημήτρης Μοράρος, Ρούλη Μπούα, Γεύσω Παπαδάκη, Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, Κώστας Παπατριανταφυλλόπουλος, Χριστίνα Παρασκευοπούλου, Λίζα Πενθερουδάκη, Βασίλης Πέρρος, Γιώργος Πετσικόπουλος, Νίκος Ποδιάς, Μαρία Πωπ, Κατερίνα Σαμαρά, Ιφιγένεια Σδούκου, Γιώργος Σκλάβαινας, Ευγένιος Σπαθάρης, Χρήστος Στανίσης, Μαρίνα Στελλάτου, Ιωάννα Τερλίδου, Βάσω Τρίγκα, Κλεοπάτρα Τσαλή, Κλαίρη Τσαλουχίδου, Θεοδώρα Τσιάτσιου, Βιργινία Φιλιππούση, Απόστολος Χαντζαράς, Αθηνά Χατζή, Νικόλαος Χριστόπουλος, Νικόλας Χριστοφοράκης

119063145 861627277701119 3148315893529975031 n

 Γεωργία Μπλιάτσου/Ο Σαλαμπριας. Παλιά ονομασία του Πηνειού/ Ακρυλικό σε καμβά

 

119088524 3314370038650835 1736835430620099605 o

        Γεύσω Παπαδάκη

 

Screenshot 2020 09 13 at 9.15.07 AM

Βιργινία Φιλιππούση «Πορτρέτο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ με φουστανέλα»

 

THEOPHILOS TSALOUHIDOU THEOPHILOS  scaled

Κλαίρη Τσαλουχίδου Θεόφιλος, 2020 Ξηροπαστέλ και κάρβουνο σε χαρτί, 30×24 εκ.

Και από την προσωπική συλλογή του Λάκη Παπαστάθη:

Λήδα Κοντογιαννοπούλου, Μίλτος Παντελιάς, Βασίλης Σπεράντζας, Γιώργος Σταθόπουλος, Αλέκος Φασιανός, Πάνος Φειδάκης

Ο όρκος του βοσκού, Λ. ΝταϊφαΤο Μουσείο της Πόλης του Βόλου (Φερών 17) λειτουργεί για το κοινό από Τρίτη έως και Κυριακή 10.30 – 13.30 και τα απογεύματα Τετάρτης και Παρασκευής από τις 18.00 – 21.00. Τη Δευτέρα είναι κλειστό. Η είσοδος επιτρέπεται ΜΟΝΟ με τη χρήση μάσκας και έως 5 άτομα σε κάθε όροφο, ενώ απαγορεύεται το άγγιγμα αντικειμένων κι εκθετικών επιφανειών. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκέπτονται και το site του μουσείου στη διεύθυνση  http://www.vmoc.gr/

THEOPHILOS FIDAKIS 1 scaled

Πάνος Φειδάκης. Ο Θεόφιλος με την μητέρα του, 2002 Ακρυλικό σε χαρτί επικολλημένο σε μουσαμά, 70×51εκ.. Συλλογή Λάκη Παπαστάθη

Με αφορμή την έκθεση, σχεδιάζεται και  θα εκδοθεί αναλυτικός κατάλογος, που θα αποτελέσει και το ενθύμημα του εορτασμού των 100 χρόνων διαδρομής του Λυκείου. Στην προσπάθεια της έκθεσης όσο κυρίως και του καταλόγου συντέλεσαν οι χορηγοί:

Νίκος και Όλγα Μπορνόζη-Capital Link, ΜΕΤΚΑ-Μυτιληναίoς Α.Ε., Επιμελητήριο Μαγνησίας,   Διαμαντής Μασούτης Α.Ε., Park Hotel Volos και ο  ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και επίτιμο  μέλος του Λ.Ε.Β.,  Γιώργος Γκέκος.

Στο διάστημα της έκθεσης, η οποία θα διαρκέσει έως τις 18 Οκτωβρίου, προγραμματίζονται και άλλες παράλληλες δράσεις, όπως:

  1. παράσταση «Καραγκιόζης και Θεόφιλος, Ο Μεγαλέξανδρος» για παιδιά από το θέατρο σκιών του Χρήστου Στανίδη στην  αυλή του Μουσείου.  Για την δωρεάν παράσταση Καραγκιόζη,  στις 7.30 μ.μ. η πρώτη και στις 8.30 η δεύτερη,  στην αυλή του Μουσείου (Φερών 17, Παλιά),  λόγω του περιορισμού των θέσεων,  η είσοδος θα γίνει αυστηρά με σειρά προτεραιότητας. Δηλώσεις για συμμετοχή στα τηλέφωνα: Λύκειον Ελληνίδων Βόλου-2421033938 στις ώρες: 10.30-13.30.  Χρήση  μάσκας  υποχρεωτική.
  2.   προβολή της βραβευμένης ταινίας «Θεόφιλος» του Λάκη Παπαστάθη στο θερινό σινεμά της Εξωραϊστικής, την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου και ώρα 19.00. Συμβολική τιμή εισόδου 3 €.THEOPHILOS GIANNIKOPOULOUΣτρατηγούλα Γιαννικοπούλου Θεόφιλος, 2020 Μολύβι σε χαρτί, 20×14 εκ.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: ένας ζωγράφος εφάμιλλος του εαυτού του *

 Είναι ζωγράφος γεννημένος από το ελληνικό τοπίο. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία

Le Corbusier, σ. 62-63, Theophiles, περ. “Le Voyage en Grèce”, Άνοιξη 1936

 Γεννημένος στη Βαρειά της Μυτιλήνης γύρω στα 1870, πρώτος ανάμεσα σε οκτώ παιδιά, από πατέρα τσαγκάρη και παππού αγιογράφο, που από νωρίς του γνώρισε την όψη αλλά και την ουσία του Αχιλλέα, του Μεγαλέξανδρου και του Ερωτόκριτου, ενδεδυμένος ήδη τη φουστανέλα ως μόνιμο προσφιλές κατάλοιπο μιας παρελθούσης παιδικής Αποκριάς και παθιασμένος με τη ζωγραφική από μικρή ηλικία, ο Θεόφιλος φεύγει  για τη Σμύρνη στα δεκαοκτώ του χρόνια, αναζητώντας καλύτερη τύχη και εργαζόμενος για ένα διάστημα ως καβάσης («θυροφύλαξ») στο Ελληνικό Προξενείο. Αποτυγχάνοντας το 1897 να καταταγεί στον Ελληνικό στρατό, αναχωρεί για τον Βόλο ως εθελοντής. Παραμένει στη συνέχεια στη Μαγνησία για τα επόμενα τριάντα χρόνια, περιπλανώμενος ως μονήρης φουστανελάς στα χωριά του Πηλίου (όχι από καλλιτεχνική παραξενιά αλλά, κυρίως, σε ένδειξη λατρείας και πίστης, όπως σημειώνει ο Γιάννης Τσαρούχης), ανεχόμενος κάθε χλεύη, ζώντας με ουσιαστική δυσκολία μα ζωγραφίζοντας εξαντλητικά σε εκκλησίες και μύλους, σε ελαιοτριβεία και φούρνους, σε σπίτια, καφενεία και χάνια, τους εν ξιφήρεις ήρωες και τα ονειροπόλα ερωτικά του ζευγάρια, τα πλουμιστά ζωνάρια, τους επινοημένους θυρεούς και τα ευφραντικά μοτίβα των οίκων των λιγοστών προστατών του – τη μονάκριβη αυτή παρακαταθήκη του. Γύρω στο 1926-27, εξαντλημένος από τη σκληρότητα των ανθρώπων και τις εξακολουθητικές κακουχίες, επιστρέφει στη Μυτιλήνη όπου και συνεχίζει να ζωγραφίζει σπίτια και καφενεία με αντάλλαγμα μια άθλια επιβίωση που το 1934 επισφραγίζεται με άδικο θάνατο από ακατάλληλο φαγητό ανηλεούς ελεημοσύνης. Ελάχιστα χρόνια πριν, ο επίσης Λέσβιος τεχνοκριτικός και εκδότης Στρατής Ελευθεριάδης-Tériade, με παρότρυνση του Γεωργίου Γουναρόπουλου, έχει προλάβει να τον επισκεφθεί και να αγοράσει έργα του, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την προώθησή του στην Ευρώπη, κίνηση που οδηγεί μεταξύ άλλων στην αδιανόητη για την εποχή έκθεση του Θεόφιλου στο Λούβρο τον Ιούνιο του ’61, που έκανε τότε τον Ελύτη στο Παρίσι να δακρύσει. Στον ίδιο, εξάλλου, καθώς και στον στενό του φίλο, τον ψυχίατρο, διανοούμενο και βαθιά φιλότεχνο Άγγελο Κατακουζηνό, στο ιδιωτικό σαλόνι του οποίου είχε φιλοξενηθεί και η πρώτη έκθεση  του ζωγράφου στην Αθήνα, οφείλονται η τολμηρή πρωτοβουλία της ίδρυσης του Μουσείου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη, που σε κλίμα πανηγυρικό και υπό το άγρυπνο εθιμοτυπικό βλέμμα της Λητώς Κατακουζηνού, εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 1965. **

Το αφιέρωμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ που σχεδιάστηκε με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων λειτουργίας του Λυκείου Ελληνίδων του Βόλου, συγκεντρώνοντας πολύτιμες συνέργειες και αναπάντεχες συμμετοχές, σημαντικά νέα έργα αλλά και σπουδαία παλαιότερα με τη γενναιόδωρη συνδρομή των συλλεκτών τους, αφορά σε έναν οργανικό διάλογο με το φυσικό πρόσωπο και το έργο του ζωγράφου, που καταλαμβάνοντας έναν ξεχωριστό και πρωτογενή χώρο στην ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης, αποτελεί ταυτόχρονα έναν διηνεκή συνομιλητή και εμπνευστή κορυφαίων εικαστικών και πνευματικών δημιουργών του τόπου μας.

Με αφορμή τον Θεόφιλο και το χειροποίητο αλφαβητάριο της δικής του αγωνιώδους προσωπικής περιδίνησης και εικονοποιητικής ενδελέχειας, με το εσωτερικό αναπαραστατικό βλέμμα των συμμετεχόντων στραμμένο σε κάποια από τα καταγεγραμμένα περιστατικά, τα καθοριστικά για εκείνον τοπόσημα, τα ηρωικά φαντάσματα και τα άυλα εκκλησάκια του δύσβατου βίου του, επιχειρείται η σύσταση ενός αυτοτελούς οργανικού σημειωματικού πεδίου με εικαστικές, πλαστικές και κυριολεκτικές ή συμβολικές αναφορές. Η Ελληνική αρχαϊκή, κλασική και νεότερη δημώδης μυθοπλασία στο έργο του, η ξεχωριστή ετούτη σπαρταριστή και πηγαία έκφραση που στη διεθνή ιστορία της τέχνης ονομάστηκε ναΐφ (και όπου ο ίδιος εντέλει κατά την άποψη και του Τσαρούχη ίσως να μην ανήκει, καθώς υπήρξε αφοσιωμένος μελετητής ελληνικών κλασικών και ευρωπαϊκών εικονοποιητικών προτύπων – όπως για παράδειγμα των έργων του Peter von Ess), η παράφορη και ανιδιοτελής αγάπη του για ό,τι μικρό και μεγάλο ελληνικό που γνέφει με έναν αδιόρατο τρόπο στη λόγια μα και μαζί βιωμένα μεστή προσέγγιση του Καβάφη και του Σεφέρη, του Ελύτη, του Τσαρούχη και των λοιπών ακρογωνιαίων λίθων της γενιάς του ’30 για το ίδιο αυτό δέμας, το χαρακτηριστικό σχέδιο, το  στίλβον χρώμα, οι πλαστικές λεπτομέρειες και οι εννοιολογικές σημάνσεις των ανθρώπων, των μύθων και των ηρώων, των θεριών και των πετεινών, των πόλεων και των κτηρίων, των χρυσοστόλιστων φορεσιών και της στιλπνής τοπιογραφίας του, γίνονται οι αναβλύζουσες πηγές για τα σύγχρονα έργα και το ιχνογραφικό εικαστικό αφήγημα της έκθεσης.

Στα μάτια του και στα χέρια του, έκπαγλα επεισόδια μυθολογίας,  ελληνικής λαϊκής παράδοσης και ηρωικής πατριωτικής ιστορίας με προεξάρχοντα τα επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, μεταμορφώνονται και αποκτούν ζωή επάνω στις πιο απρόσμενες επιφάνειες: αδρά χαρτόνια και ακατέργαστα ξύλα, τσίγκοι και λιόπανα,  σοβάδες καφενείων και ταπεινών σπιτιών, τρέπονται σε πεντάμορφα περιπετειώδη πεδία. Τον αναβλύζοντα κόσμο του της ελληνικής πρωτογένειας που ο ίδιος μεταφέρει μέσω αυθύπαρκτων ιδεών και ιδίων επινοήσεων, μέσω αυτής της εμμονικής εντοπιότητας που πηγάζει από την ψυχή και τα σπλάχνα της ιστορίας, μέσω του αλάνθαστου φωτεινού χρώματος και της κλασικής αυτοδίδακτης πλαστικής οντότητας, μέσω των τρυφερών καθομιλούμενων ευρημάτων και των διαχρονικών ελληνικών μύθων, οι παρόντες εικαστικοί επιχειρούν να τον προσεγγίσουν και να τον μεταλάβουν με προσήλωση και μελέτη, με απέραντη αγάπη και σεβασμό.

Κι όπως ο ίδιος δεν χόρταινε να ζωγραφίζει την ομορφιά, χαρίζοντάς μας τη νεογνή οπτική του, «πλένοντας», όπως τόσο εύστοχα σημειώνει ο Σεφέρης την όρασή μας ανακουφιστικά, έτσι και οι συμμετέχοντες στο αφιέρωμα για τον ίδιο, βουτούν με θάρρος στα βασικά συστατικά μιας θραυσματικής υπόστασης που αναβλύζει μοναξιά και αγίασμα, δάφνες ξερές και τριανταφυλλάκια ρόδινα, κοβάλτιο γαλανό και ασβέστη.

Η έκθεση ξεκινά με τα πορτραίτα του ζωγράφου, άλλοτε ρεαλιστικά αποδοσμένα και άλλοτε αποτυπωμένα ως σκιές παρουσίας ή αγιογραφημένα μικρά σύμπαντα. Κάποια από αυτά, με τα σύνεργα του ζωγράφου στα χέρια, ενδεδυμένα με την ανεμίζουσα εκείνη φουστανέλα που το σωματοποιημένο εκτόπισμά της συχνά φέρνει στον νου τον  Μακρυγιάννη. Ο Θεόφιλος με σπαθί και σημαία. Ο Θεόφιλος ως φιγούρα θεάτρου σκιών, με τον βιολιτζή και τον σαντουριέρη του. Ο Θεόφιλος και ο σύγχρονος στρατηγός. «Ζήτω ο Θεόφιλος». Κι ως αντίποδας, η απόδοση της μοναξιάς του «περιπλανώμενου». Του «σοβατζή». Του «Αγίου Πρόσφορου». Κι άλλοτε πάλι, η φουστανέλα μόνη, ως λαλούν σύμβολο, αντί του σώματος του ζωγράφου. Τίτλοι και γράμματα από τα έργα του, ως αποδομημένη και επαναδομημένη ταυτότητα του ελληνικού γένους. Η Σημαία. Κοντά σε ετούτα, τα πορτραίτα της μητέρας του Πηνελόπης Μιχαήλ και της αδελφής του Ειρήνης. Τέλος, το αιωρούμενο σε χρυσό μεταφυσικό βάθος συναπάντημα του ζωγράφου με τον Ευγένιο Σπαθάρη.

Ύστερα η άφιξη του Θεόφιλου με το τραίνο στον Βόλο. Σπαράγματα της πόλης, ίχνη της μνήμης, πλίνθοι και κέραμοι. Το κάστρο της, ο μέγας φούρνος και ο ποταμός Σαλαμπριάς. Πατημασιές αδιόρατες ενός μοναχικού περιπατητή στο Πήλιο, στην Ανακασιά και την Άλλη Μεριά, στάσεις σε ιστορικά καφενεία στη Μακρυνίτσα και σπίτια όπως του Κοντού ή του Γκουντέλα, όπου ακόμη αιωρείται η παρουσία του. Κι ύστερα μνήμες της Σμύρνης και της Αγιάσου και των θερινών ελαιώνων της Λέσβου. Υπαίθριοι γάμοι. Αγρίμια, πουλιά και πρόβατα. Αρχαϊκοί αμφορείς και άνθη από τα γειτονικά περιβολάκια. Κι οι φορεσιές: νυφική απ’ το Τρίκερι, χράμια Πηλίου, προικώα γάμου πολύχρωμα, του Αλμυρού. Φλουριά χρυσά. Και η στολή του οπλαρχηγού Καπετάν Λεωνίδα Ανδρούτσου, κεντημένη στο χέρι. Μύθοι και ήρωες. Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα. Θεοί του Ολύμπου. Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Γοργόνα. Ο Μέγας Αλέξανδρος ξανά και ξανά, ως τρόπος ύπαρξης του ίδιου του ζωγράφου. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η δόξα του Αθανασίου Διάκου. Ο Κατσαντώνης, ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κολοκοτρώνης. Τέλος, όλα ετούτα τα τρυφερά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν από τους συμμετέχοντες, υλικά αντάξια της δικής του πρωτογένειας: πέτρα και ξύλα παλαιά, ασβέστης και χειροποίητο χαρτί, τενεκεδάκια και κλωστές, μαλλί και γάζες, μπρούντζος κι ασήμια, υφάσματα μπαμπακερά, σπάγκος, φύλλα χρυσού, χαρτόνι.

 

Η Ελλάδα του Θεόφιλου είναι όλα αυτά. Και, ενίοτε, όλοι εμείς. Αιωρούμενοι μεταξύ Βυζαντίου και Ανατολής. Περιπλανώμενοι, θραυσματικοί και αναποφάσιστοι μεταξύ του σαβάνου του αρχαίου κλέους και της ζώσης μας επικαιροποιημένης ελληνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ελάχιστους μήνες πριν τον εορτασμό των 200 ετών της Παλιγγενεσίας, χωρίς ακόμη να έχουμε μάθει το μάθημα. Δίχως κανόνες ωσεί, αλλά με κατ’ επιλογήν εγκράτεια εσωτερική, διασωστικό αυτοσχεδιασμό, βλέμμα ανοιχτό στην Ομορφιά και ηρωισμό στα δύσκολα. «Απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών». «Παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά». Παρέα με τον Θεόφιλο.

Ίρις Κρητικού

Επιμελήτρια της έκθεσης

* «Τον Θεόφιλο τον παίρνω σαν ζωγράφο που με τη ζωγραφική του είπε αυτά ακριβώς που παρέλειψαν να πουν οι ανακαινιστές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνος, των οποίων το έμβλημα υπήρξε το “εφάμιλλον” των ευρωπαϊκών… Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη απ’ αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί κι οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί κι οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες».

Γιάννης Τσαρούχης

** πολλές από τις όψιμες γνώσεις μου για το ταξίδι του Θεόφιλου στη ζωή και την τέχνη οφείλω στη Σοφία Πελοποννησίου-Βασιλάκου, μουσειολόγο και επιμελήτρια του Ιδρύματος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού. Ο πρόσφατος τόμος «Άγγελος Κατακουζηνός – Στρατής Ελευθεριάδης: μια φιλία ζωής. Η δημιουργία του Μουσείου Θεόφιλου» που εκδόθηκε από το Ίδρυμα με τη δική της φροντίδα και επιμέλεια, αποτελεί μια πολύτιμη κατάθεση θησαυρισμένων συμβάντων και προσφοράς μιας παρέας Ελλήνων μονάκριβων. Στον ίδιο τόμο, ο Κωνσταντίνος Μανιατόπουλος, διευθυντής του Μουσείου-Βιβλιοθήκης Στρ. Ελευθεριάδη-Tériade, σημειώνει: «Ο Θεόφιλος ήταν ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα, ζωγραφίζοντας όχι τα αντικείμενα αλλά τον ενθουσιασμό που αυτά του έδωσαν». Και η σπουδαία αυτή παρατήρηση, αποτελεί ένα επιπρόσθετο κλειδί όρασης της παρούσας έκθεσης.