Θανάσης Βασιλείου / Ο μαύρος πολιτισμός, μαύρες μέρες

Η συζήτηση στα προηγούμενα χρόνια γινόταν πάνω σε ένα έμμονο δίλημμα γύρω από τον πολιτισμό: κρατικοδίαιτος ή με τους κανόνες της αγοράς; Και με τα δύο στρατόπεδα έχανε ο πολιτισμός. Ο κρατικοδίαιτος σήμαινε ότι έβγαινε από το κάδρο ό,τι δεν ήταν αρεστό στην κυβέρνηση ή στις ηγεσίες που υπέγραφαν τις επιχορηγήσεις – δηλαδή, έχανε η πλουραλιστική διάσταση του πολιτισμού. Η επιλογή της αγοράς σήμαινε ότι έβγαινε εκτός κάθε τι που δραπέτευε από τον κανόνα του ταμείου – δηλαδή, πάλι έχανε η διάσταση του δημιουργικού αιφνιδιασμού.

Πέρα από το παραπάνω δίλημμα, σε κάθε στρατοπεδική συζήτηση ξέφευγε σταθερά η ουσία∙ ο δεσμός και η ταυτοτική γέφυρα των νεωτερικών γενεών. Δηλαδή, η κατανόηση του ιδρυτικού, θεμέλιου τοπικού και πλανητικού κόσμου ως σύνθετης εμπειρίας που ζει με πολιτισμό και μπορεί να τον παράγει. Πότε και για ποιους υπήρξε βιωματική η σχέση του πολιτισμικού υποκειμένου με το αντικείμενό του;

Γιατί σε ορισμένες εποχές, ορισμένες παρέες συνομιλώντας με «τις ψηλές κορυφές του ιδιαίτερου πολιτισμού μας» μπόρεσαν να μιλήσουν σε μια γλώσσα σχεδόν οικουμενική; Και πώς χάθηκε τόσο εύκολα αυτή η απλωσιά με την είσοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης και, αργότερα, των ψηφιακών πολυμέσων; Π.χ., η ιδιωτική τηλεόραση επέλεξε τη λύση της αγοράς και, άρα, του «ταμείου», επιβάλλοντας ‒μαζί με τον κανόνα της‒ και το δικό της προϊόν: την κουλτούρα της λαμέ, άξεστης και ρηχής διασημότητας ‒ δηλαδή, την πιο ασυνάρτητη όψη του πολιτισμικού που διδάσκει κιτς, σουσουδισμό και βλακεία.

Για να φτάσουμε στο σήμερα. Άραγε, πόσο φορτίο ιδιαίτερης γνώσης χρειάζεται ένας υπουργός πολιτισμού για να δει το χαρτοφυλάκιό του σαν αύρα που δημιουργεί το δικό της genre, το δικό της πολιτισμικό ή εκφραστικό είδος (την εικαστική, τη μουσική, τη θεατρική, τη μυθιστορία) που βασίζεται στη μνήμη και την τέχνη, ανοίγοντας παράθυρα στην αποτύπωση του παρελθόντος, του παρόντος και στην έλευση του μέλλοντος; Πολιτισμός είναι μόνο το θέατρο και η συναυλία; Το βιβλίο είναι έξω;

Η ποίηση είναι «υπόθεση λαπάδων»; Η ζωγραφική είναι πεδίο για φυλές και σχολές; Τα μουσεία είναι αποθήκες πραγμάτων που έφτιαξαν «οι ημών αρχαίοι» για να εισπράττουν τα εισιτήρια «οι ημών νέοι»; Βέβαια, όλα αυτά δεν είναι και τόσο εύκολες πολιτικές υποθέσεις για τον πολιτισμικό δημόσιο χώρο, ούτε σπουδή για βλαχοδημάρχους. Γι’ αυτό στην κρισιακή ανημπόρια η καραμέλα «της βιομηχανίας μας» συνεχίζει να δίνει τόσο φτωχό και άγευστο συλλογικό διανοητικό προϊόν ‒κάτι για μαζική και εύπεπτη κατανάλωση‒, εις πείσμα της ύλης που εξασφαλίζει «ο πλούσιος πολιτισμός μας».

Όταν «ο πολιτισμός μας» και «η βιομηχανία μας» παίζεται από τον καιρό της Μελίνας σαν docudrama, και όταν έχει εμπεδωθεί το δόγμα Κούβελα για «ποιητές-λαπάδες», τότε με απίστευτη ευκολία από το ψηφολαγνικό και μαύρο «πολιτικό χρήμα για τον πολιτισμό» και τα κονδύλια προς συλλόγους-φαντάσματα και σωματεία, γίνεται η μετάβαση στους καλλιτέχνες οι οποίοι «ζουν με μαύρο χρήμα». Εκτός από την οριζόντια απαξίωση των ανθρώπων του πολιτισμού, η δήλωση της υπουργού Πολιτισμού δείχνει και την αντίληψή της για το ποιους χωράει και ποιους όχι η ιδιότητα του καλλιτέχνη και του περίφημου «άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού».

Προφανώς, ως ανθρώπους του πολιτισμού και της τέχνης θεωρεί μόνον τους επιγόνους του του σκυλάδικου και του βαρελάδικου 1980 και του 1990 και όσους σήμερα κάνουν αρπαχτή απόβαση στη Μύκονο. Μεταφραστές, συγγραφείς, ποιητές, επιμελητές εκδόσεων, μικροί εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοπώλες, δημιουργικές ομάδες, περιοδικά και οι άνθρωποί τους και πολλοί-πολλοί άλλοι που μοχθούν (μοχθούν χωρίς καν την αποζημίωση του χρήματος) για τα γράμματα και τον πολιτισμό, είναι εκτός εθνικού σχεδίου.

Εκτός και όλοι από των κόσμο των εικαστικών και της ζωγραφικής –που εκτείνεται από τους κορνιζάδες και αυτούς που πουλάνε χρώματα και πινέλα μέχρι τους γκαλερίστες. Εκτός και όσοι δραστηριοποιούνται στην παρασκηνιακή περιοχή –στην back region‒ των πολιτιστικών εκδηλώσεων (τεχνικοί, φροντιστές, ηλεκτρολόγοι, ηχολήπτες, ειδικοί των κουστουμιών, των σκηνικών κ.λπ.). Όλοι αυτοί είναι εξειδικευμένοι παραγωγοί που δεν «τα παίρνουν μαύρα». Εργάζονταν – και που σήμερα θα εύχονταν να καθαρίζουν σκάλες.

Η υπουργική αιτιολογία περί «μαύρης οικονομίας των καλλιτεχνών» θα είχε βάση, εάν συνδεόταν με σταθερές κυβερνητικές επιδόσεις κατά της «θεσμικής μαύρης οικονομίας», της εμπλοκής των τραπεζών (σε παγκόσμιο επίπεδο) στο ξέπλυμα του μαύρου χρήματος κ.ο.κ. Αλλά, όχι. Πρόκειτα για καθεστωτική αντίληψη ενάντια σε κάθε τι μπορεί να αμφισβητήσει την αναποτελεσματική επιτελική εξουσία της. Ας μην υπάρχει, λοιπόν, αύριο για τον πολιτισμό. Ας υπάρχουν μόνο μαύρες μέρες και άφθονο επίχρυσο κιτς για να λοιδορεί το συλλογική μας φτώχεια.