Θεραπευτικές καταδύσεις και βυθογραφίες

κεντρική φωτ. «Βυθογραφία» του Γιάννη Μανιατάκου
Το νερό χαλαρώνει, ηρεμεί, νανουρίζει όπως η μητρική αγκαλιά

Screenshot 2020 09 27 at 1.17.24 PM
Ο Θανάσης Δρίτσας γράφει για τη θεραπευτική επίδραση του νερού του ωκεανού στο σώμα και τον εγκέφαλο με αφορμή το ντοκιμαντέρ «My Octopus Teacher» στο Netflix
Αφορμή για το κείμενο αυτό στάθηκε η αξέχαστη εντύπωση που μου προκάλεσε το φιλμ-ντοκιμαντέρ με τίτλο «My Octopus Teacher», το οποίο ξεκίνησε από τις 4 Σεπτεμβρίου 2020 να προβάλλεται στο Netflix. Θέμα του είναι η πραγματική ιστορία του κινηματογραφιστή Craig Foster, ο οποίος μετά από μια δύσκολη περίοδο επαγγελματικής εξουθένωσης και κατάθλιψης προσπαθεί να επανασυνδεθεί με τον εαυτό του και την οικογένειά του. Αυτό πραγματώνεται μέσα από μια μακρόχρονη σταδιακή επανασύνδεσή του με το στοιχείο του νερού και τον ωκεανό. Ο Foster αρχίζει να καταδύεται, καθημερινά, στη θαλάσσια περιοχή του άκρου της Νοτίου Αφρικής στο ύψος του Cape Town. Εκεί είχε κάποτε μεγαλώσει σε στενή επαφή με τις καταδύσεις και τον υποβρύχιο κόσμο, ήδη από την ηλικία των τριών ετών. Προσφιλής του μάλιστα διαδρομή ήταν η κατάδυση στο συναρπαστικό υποβρύχιο δάσος με τις κέλπες.

My Octopus Teacher | Official Trailer | Netflix

Το κρύο νερό του ωκεανού και η στενή επαφή με τα πλάσματα του βυθού ασκούν θεραπευτική επίδραση στο σώμα και τον εγκέφαλο του Foster. Μάλιστα, αναπτύσσει κατά τη διάρκεια των καταδύσεων αυτών μια εμμονική (συναισθηματική) σχέση με ένα χταπόδι. Το χταπόδι, επιδεικνύοντας μια ιδιαίτερη νοημοσύνη του είδους του, ανταποκρίνεται εντυπωσιακά στις καθημερινές επισκέψεις του Foster και μοιράζεται –συναισθηματικά ισότιμα– αυτό το κάλεσμα του ανθρώπου. Αυτή η (θεραπευτική θα λέγαμε) σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ ανθρώπου και χταποδιού γίνεται η αιτία να αλλάξει θετικά ολόκληρη η ζωή του Craig και να βελτιωθεί σημαντικά η πολύτιμη σχέση με τον νεαρό γιο του. Μάλιστα αρχίζουν να καταδύονται μαζί, πατέρας και γιος μοιράζονται τελικά τη μαγευτική αυτή επαφή με την υδάτινη φύση. Τα γυρίσματα του μοναδικού αυτού ντοκιμαντέρ κράτησαν περίπου δέκα χρόνια, η υποβρύχια φωτογραφία και η συνολική αισθητική συνιστούν όμως τα απερίγραπτης αξίας πλεονεκτήματα του φιλμ. Τα δύο στοιχεία που έσωσαν τελικά τον Craig Foster ήταν: πρώτον η επανασύνδεση με τα παιδικά του χρόνια, δεύτερον η επανασύνδεση με τη φύση και το στοιχείο του νερού.Screenshot 2020 09 27 at 1.13.21 PM

Σύμφωνα με τον Gaston Bachelard (βλ. Το Νερό και τα Όνειρα), μια σταγόνα νερού, μια γερή σταγόνα νερού αρκεί για να δημιουργήσει έναν κόσμο και να διαλύσει τη νύχτα. Για να ονειρευτούμε τη δύναμη δεν χρειάζεται πάρα μια σταγόνα που θα φανταστούμε σε βάθος. Έτσι ενδυναμωμένο το νερό γίνεται σπόρος και δίνει στη ζωή ανεξάντλητη ώθηση. Η επαφή με το νερό συμβολίζει την επιστροφή στην ασφάλεια του μητρικού οργανισμού, την ασφάλεια του εμβρυϊκού αμνιακού σάκου. Κατά τη διάρκεια της εμβρυικής μας ζωής εκπαιδευόμαστε ως κολυμβητές στον ωκεανό του αμνιακού υγρού. Το νερό χαλαρώνει, ηρεμεί, νανουρίζει όπως η μητρική αγκαλιά. Η βαθιά μητρότητα των νερών είναι προφανής. Το νερό φουσκώνει τους σπόρους και κάνει τις πηγές να αναβλύζουν. Το νερό είναι μια ύλη που βλέπουμε να γεννιέται και να μεγαλώνει παντού. Το νερό είναι το αντικείμενο μιας από τις μεγαλύτερες αξιολογήσεις της ανθρώπινης σκέψης: της αξιολόγησης της καθαρότητας. Τι θα ήταν η έννοια της καθαρότητας χωρίς την εικόνα του διάφανου νερού; Στο νερό τελικά προβάλλονται όλες οι ιδέες της αγνότητας.

Μια απρόσμενη συγκυρία, ακριβώς μετά την πρόσφατη ανακάλυψη του φιλμ My Octopus Teacher στο Netflix, με έφερε σε επαφή με μια παρόμοια και εξίσου συναρπαστική ιστορία. Ήταν η ζωγραφική και το έργο του αειμνήστου εικαστικού καλλιτέχνη, ζωγράφου και γλύπτη, Γιάννη Μανιατάκου (1935-2017). Σε επαφή με το έργο του Γιάννη Μανιατάκου με έφερε ο, αγαπητός φίλος και πνευματικός συνοδοιπόρος σκοτεινών καιρών, Νίκος Μανιατάκος ο οποίος είναι γιος του ζωγράφου.

Ο Γιάννης Μανιατάκος γεννήθηκε στη Μάνη αλλά έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Τήνο. Από το 1967 μέχρι το 2015, ως δεινός καταδύτης, δαπάνησε εκατοντάδες ώρες στους βυθούς ζωγραφίζοντας (εκ του φυσικού) πίνακες υποθαλάσσιων τόπων. Κατέβαινε με τον ειδικά επεξεργασμένο καμβά και τα πινέλα του, αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια, προκειμένου να ζωγραφίσει σε αυθεντικά υποβρύχιες συνθήκες. Η ιδέα αυτή ξεκίνησε όταν κάποτε βγήκε να ζωγραφίσει πάνω σε μια βάρκα και πάνω στο λίκνισμα του κύματος έφυγε ο μουσαμάς κι έπεσε στο νερό. Τον ψάρεψε τότε από το νερό σαν ψάρι. Και έτσι μπήκε στο μυαλό του αυτή η ιδέα και έκανε το τεράστιο αυτό βήμα.

Γράφει χαρακτηριστικά για το έργο του Μανιατάκου ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (3 Μαρτίου 2016, Έκδοση Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού): «Ο δύτης βαδίζει στη Λεωφόρο Ποσειδώνος (τίτλος πίνακα του Γιάννη Μανιατάκου) και έχει μια ιδιαίτερη αρετή γιατί από τη μια συμβολίζει την αιώνια επιθυμία επιστροφής στην υγρή μητρική αγκαλιά, από την άλλη υποδηλώνει την αμφίθυμη αντίσταση της ανθρώπινης ζωής στο σκοτεινό, το αδιαμόρφωτο, το περίεργο και το αλλόκοτο, όσο κι αν αυτό μας ελκύει με το να μας υπόσχεται μεγάλες, υποβρύχιες συγκινήσεις». Μάλιστα μου προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση ο εξαιρετικά επιτυχής και πρωτότυπος όρος «Βυθογραφίες», ο οποίος αναφέρεται στους συγκεκριμένους πίνακες του Γιάννη Μανιατάκου σε (προαναφερθείσα) έκδοση-αφιέρωμα του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού στο υποβρύχιο εικαστικό έργο του ζωγράφου.

Screenshot 2020 09 27 at 1.14.46 PM
Από πολύ μικρός λάτρευα τα ενυδρεία, τη θάλασσα, τις υποβρύχιες διαδρομές, τις καταδύσεις, τα υδάτινα όνειρα χωρίς βαρύτητα, τις υδρόφιλες μουσικές. Ίσως αναζητούσα (και αναζητώ ακόμη) υδάτινα καταφύγια προκειμένου, κάπου-κάπου, να δραπετεύω από τα προβλήματα του κόσμου της στεριάς. Μάλλον προσπαθώ να ξεφύγω γενικότερα από τα δεσμά της γήινης βαρύτητας. Φαντάζομαι ότι με βάση τις δυσοίωνες προβλέψεις των οικολόγων το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής θα οδηγήσει σε αύξηση της στάθμης των ωκεανών. Κάποια στιγμή θα μας σκεπάσουν λοιπόν (όλους και όλα) τα ωκεάνεια ύδατα. Στο μέλλον ο πάνω κόσμος θα γίνει λοιπόν και αυτός υποβρύχιος κόσμος.

Ακολουθεί απόσπασμα από το κείμενο «Υποβρύχιος Κόσμος» του Θανάση Δρίτσα:

«Το πιο ψηλά από την επιφάνεια του νερού θα γίνει πλέον για μας ο πάνω-κάτω κόσμος.

Οι αντιπρόσωποι της κυβέρνησης, οι ακαδημαϊκοί, οι υπουργοί, τα όργανα της τάξης, οι άνθρωποι της εξουσίας με διαδικασίες αστραπή θα αποκτήσουν λέπια, πτερύγια και ένα γλοιώδες σώμα που θα τους επιτρέπει να κινούνται ανάμεσα σε σπίτια, αυτοκίνητα και ανθρώπους με την ίδια ευκολία και ευελιξία όπως αυτή που διέθεταν πριν γίνει ο πάνω κάτω κόσμος. Δεν χάνουν ποτέ την ικανότητα να ξεγλιστράνε αφού ρίξουν πίσω τους το μαύρο μελάνι οι σουπιές της αγοράς και της εξουσίας. Όμως ένα και μοναδικό όργανο του σώματος των ανθρώπων της εξουσίας θα ξεπέσει μέσα στον υδρόβιο κόσμο και θα γίνει άχρηστο, η γλώσσα. Το διάφανο και καθαρό νεράκι θα ξεπλύνει τόνους μπογιάς παπουτσιών (συνήθως κάμελ μαύρης βαφής) και θα διαλύσει εκατομμύρια λέξεις που είχαν μπερδευτεί ανάμεσα στις γλοιώδεις θηλές της γλώσσας πολιτικών και στρατονόμων και όλες σήμαιναν συναλλαγή ή υποταγή. Οι γλώσσες έτσι θα μικρύνουν, θα κλειστούν στον εαυτό τους, θα ατροφήσουν μέχρι να περάσουν βηματιστά στην απόλυτη ανυπαρξία.

Ακόμη το βασίλειο των ψαριών με το αλάτι και το διαβρωτικό νερό του θα νικήσει οριστικά το βασίλειο των ποντικιών και την πανούκλα που κουβαλάνε τα ποντίκια σε κάθε χαρούμενη πολιτεία ανθρώπων απειλώντας έτσι την ευτυχία της. Γιατί πριν έρθει ο κόσμος πάνω-κάτω ήταν γνωστό ότι το μικρόβιο της πανούκλας δεν μπορούσε ποτέ να πεθάνει ούτε να εξαφανισθεί από καμία ανθρώπινη δύναμη, ότι μπορούσε να κοιμάται δεκάδες χρόνια μέσα σε έπιπλα και σε ρούχα, να προσμένει υπομονετικά μέσα σε κλειστά δωμάτια, σε υπόγεια, σε σεντούκια έτοιμο να ξεχυθεί πάνω στις αθώες πολιτείες. Μετά από την εξόντωση της πανούκλας και κάθε μορφής πόνου το άγριο και παγωμένο νερό θα έβαζε τους δικούς του απαράβατους όρους σε αυτό τον καινούργιο, άφθαρτο, δίκαιο, διαφανή και πλέον απέραντα ήσυχο υποβρύχιο κόσμο.

Όταν το νερό θα σκεπάσει τη γη ολόκληρη τόσο που κανένα μάτι δεν θα βλέπει πια στεριά, όλοι οι θησαυροί της γης θα μοιάζουν με σεντούκια παραχωμένα και μαραγκιασμένα στους βυθούς, σαν απομεινάρια από αναρίθμητα ναυάγια. Έτσι το χρήμα άχρηστο θα είναι αφού κλεισμένο και σφραγισμένο οριστικά στα βάθη των ωκεανών θα μετατραπεί σιγά-σιγά, με τη βοήθεια της δικαιοσύνης που επιβάλλει στα υλικά η ηλεκτρόλυση, σε αρχαία σκουριά.
Όλα τα ψάρια και τα θαλάσσια πλάσματα που είχαν χαράξει οι ζωγράφοι πάνω στους καμβάδες θα αρπάξουν την υγρή ευκαιρία να ζωντανέψουν. Ανάμεσα σ’ αυτά το λαμπρό κίτρινο ψάρι του Paul Klee θα κολυμπήσει ξένοιαστο μέσα στο απέραντο σκοτεινό γαλάζιο, οριστικά ελεύθερο από όλες εκείνες τις τύψεις και τις ενοχές που μπορούν να καθηλώσουν ένα σχέδιο πάνω στη δόλια επιφάνεια ενός πίνακα. Θα πετύχαινε λοιπόν αυτό το ακίνητο φωτεινό πλάσμα αυτό που ήταν ευχή και προσευχή του δημιουργού του, όπως από το χέρι του θεού τα πλάσματα φτιαγμένα πετάνε κάποια στιγμή προς τον ουρανό της ελεύθερης βούλησης, απαλλαγμένα οριστικά από το δυσβάσταχτο βάρος της αγάπης του δημιουργού τους.

Αδηφάγο το παγωμένο νεράκι θα καταπιεί και θα σαπίσει όλα τα βιομηχανικά μέταλλα. Ακόμη και τα βιβλία όλης της γης θα ρουφήξουν άπληστα το ύπουλο θαλασσινό νερό και τότε το χαρτί των βιβλίων θα τινάξει από πάνω του όλες εκείνες τις λέξεις που παρέμεναν αναίτια και ανεξίτηλα χαραγμένες προσδοκώντας τη λευτεριά τους που έφτασε ανέλπιστα. Κάθε λέξη θα μπορεί πλέον να μεταμορφωθεί σε ένα ξεχωριστό είδος θαλάσσιας ανεμώνης και εκατομμύρια εκατομμυρίων χρωματιστές ανεμώνες θα κατακλύσουν τους νέους ωκεανούς. Κοράλια θα σταθούν και θα μεγαλώσουν πάνω στα αρχαία ερείπια, έτσι η Ζωφόρος του Παρθενώνα θα αποκτήσει ανέλπιστα μια καινούργια ολοζώντανη χρωματιστή εκδοχή, κάτι που βροντοφώναζαν οι αρχαιολόγοι αλλά δεν είχε γίνει ποτέ μέχρι τότε αντιληπτό από τους αμφιβληστροειδείς χιτώνες ενός βαρετά ασπρόμαυρου κόσμου»

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr