Η συγγραφέας Αμαλία Μεγαπάνου

Γράφει η Ελένη Γκίκα //

«Κάποιος άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την αυτοπροσωπογραφία του»

[«Δημιουργός», Χ.Λ.Μπόρχες, 1960]

 

thumbnail megapanou 1

 

 

Για την Αμαλία Μεγαπάνου η ενασχόληση με τη γραφή, ήταν το Άλεφ της [κατά τον Μπόρχες, ένα σημείο στον κόσμο όπου υπάρχουν τα πάντα].
Απολαυστική αφηγήτρια πάντα, με φιλελεύθερη οξυδερκή ματιά στη ζωή, με αίσθηση του μέτρου και του δικαίου, του προσωπικού χρέους να διασώσει ό,τι αξίζει για να σωθεί, και να φανερωθεί η κρυφή αλήθεια των πάντων, χωρίζοντας τη ζωή της στα δυο, έγραψε με την δική της ιδιαίτερη αισθητική και την κρυστάλλινη και δωρική της γραφή, κάποιες από τις σημαντικότερες σελίδες οι οποίες αφορούσαν ακριβώς αυτούς τους δυο πόλους:
Από τη μια η Ιστορία μας και η Παράδοση, αφοσιώθηκε στη συγγραφή ενός πολυσέλιδου λεξικού με τον τίτλο «Πρόσωπα και άλλα κύρια oνόματα» – προίκα ανεκτίμητη της ελληνικής γλώσσας και τα Κεντήματα, στα οποία μαθήτευσε κιόλας, στην εξαιρετική έκδοση του Μουσείου Μπενάκη, και από την άλλη τα ριζοσπαστικά και καινοτόμα έργα της, όσον αφορά την θεματολογία και τη δομή, «Διάλογος με την Άννα», «Έκτωρ» που αποτέλεσαν τομή στα ελληνικά γράμματα. Ο «Διάλογος με την Άννα» και ο «Έκτωρ» ήταν και παραμένουν σε βάθος ανατομία της ανθρώπινης ψυχής.
amalia megapanou

Αμαλία Μεγαπάνου

 

 

Μετά το διαζύγιό της το 1972 με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (οι φήμες ήθελαν στη λύση του γάμου να έχει παίξει μεγάλο ρόλο το ότι δεν κατάφεραν να αποκτήσουν παιδί. Μια άλλη φήμη ήθελε το διαζύγιο να αποφασίζεται μετά την άρνηση του Καραμανλή να υιοθετήσουν ένα παιδί, όπως και να το κάνουμε, η Αμαλία Κανελλοπούλου τόλμησε αυτό που λίγες άλλες γυναίκες στη θέση της θα τολμούσαν, ειδικά εκείνη την εποχή), στις 17 Μαΐου 1973 παντρεύτηκε τον μαιευτήρα Επαμεινώνδα Μεγαπάνο, του οποίου το όνομα χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της συγγραφικής της καριέρας, παρά το σύντομο του γάμου τους που ακολούθησε ένα διακριτικό διαζύγιο.

Από τις πρώτες εκδόσεις της είναι τα «Σχέδια από ελληνικά κεντήματα» (Ι και ΙΙ – πρακτικός οδηγός) από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη (1981), αποδεικνύοντας κατ’ αρχάς ότι ουδέποτε υπήρξε μια πρώτη Κυρία, διακοσμητική.

Και σ’ αυτό το πρώτο της έργο, εκτός από την τεράστια έρευνα που συνήθιζε να κάνει ακόμα και για τα λογοτεχνικά της, τόλμησε να μαθητεύσει. Όταν έγραψε το βιβλία της για τα Κεντήματα, όχι μόνο είχε διαβάσει τα πάντα, μιλήσει με κεντήστρες και ιστορικούς, αλλ’ είχε κάνει και μόνη της 90 κεντητά, «είχε πληγώσει τα χέρια της» πριν γράψει στην εξαιρετική έκδοση του Μουσείου Μπενάκη, ενός μουσείου που αγάπησε βαθιά.

«Σπουδαία αφηγήτρια- όπως υποστηρίζει ο φίλος της Θανάσης Νιάρχος και το πιστοποιούν τα βιβλία της «Γκρίζα πέτρα», «Έκτωρ», «Μαύρο ταξί», «Διάλογος με την Άννα» και τόσα άλλα,- γινόταν κυριολεκτικά συναρπαστική όταν εξομολογούνταν τις αναμνήσεις της για ανθρώπους που είχε γνωρίσει προσωπικά και τους είχε συναναστραφεί. Είτε επρόκειτο για τον Αντρέ Μαλρό και τον Κόνραντ Αντενάουερ είτε για τη Ζαφειρία, μία γυναίκα που τους είχε φιλοξενήσει σε μια από τις πρώτες εξορμήσεις τους με τον Καραμανλή στην επαρχία στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Τους είχε φιλοξενήσει στο ταπεινό σπιτάκι της που έλαμπε από πάστρα. Με τον τρόπο, όμως, που θυμόταν τη Ζαφειρία με τον ίδιο ακριβώς θυμόταν και τη Μαρία Κάλλας ή τον στρατάρχη Τίτο που το ολοζώντανο πορτρέτο τους δεν το συγκροτούσε ποτέ η υπογράμμιση με ανέκδοτα της ιδιότητάς τους που ήταν γνωστή σε όλον τον κόσμο, αλλά κυρίως της καθημερινής, ανθρώπινης διάστασής τους, όπως η ίδια την είχε επισημάνει σε φαινομενικά αμελητέες εκδοχές της συμπεριφοράς τους.» Φιλόδοξη, αλλά καθόλου ματαιόδοξη, όσον αφορά στις ανθρώπινες σχέσεις, η ίδια έλεγε πως το μόνο για το οποίο θα ήθελε να τη θυμούνται οι φίλοι της είναι «πως ήξερε να αγαπάει σωστά».

Τα βιβλία της δεν ήταν αυτά που θα περίμενε κανείς από τη σύζυγο του επικεφαλής της συντηρητικής παράταξης. Αντιθέτως ήταν δύσκολα για την εποχή τους και έδειχναν την ελευθερία πνεύματος της συγγραφέως. Ο «Διάλογος με την Άννα» ήταν η εκ βαθέων συνομιλία με μια πόρνη ενώ ο «Έκτωρ» το πορτρέτο ενός καταπιεσμένου ομοφυλόφιλου άνδρα… «”Λέω την ηλικία μου, γιατί την έχω περπατήσει”, έλεγε η Αμαλία Μεγαπάνου, όσο άλλες μεγαλοαστές των Αθηνών φιλούσαν τα χέρια πλαστικών χειρουργών”, θα γράψει η Ρέα Βιτάλη σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις που είχε δώσει η Αμαλία Μεγαπάνου. «Συνομιλούσε για μήνες με ιερόδουλες, κυρίως με μια γυναίκα 52 ετών που τη γοήτευσε με την ευφυΐα της, για να γράψει ένα βιβλίο για αυτές τις γυναίκες, το “Διάλογος με την Άννα”, εκνευρισμένη από την περιορισμένη όραση και τον ψευτοπουριτανισμό των αστών.

»Έγραψε αμέτρητα βιβλία, κανένα όμως για τη ζωή της και τον γάμο της –θα γινόταν διεθνές best seller. Δεν έδωσε ποτέ καμία συνέντευξη για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Δεν άνοιξε τα μπαούλα με τα κειμήλια και τα προικιά αυτού του γάμου για χάρη της δημοσιότητας. Ούτε λέξη δεν είπε για αυτόν που παντρεύτηκε στα 22 της χρόνια, έμεινε μαζί του 21 χρόνια και όρισε έναν πήχη αξιοπρέπειας και μεγαλοπρέπειας, χάρης και στιλ, ύφους και στάσης που κανένα ζευγάρι της Ηρώδου Αττικού ποτέ δεν κατόρθωσε να αγγίξει.

 

thumbnail megapanou 3

 

»Δεν πούλησε τη ζωή της με τον Εθνάρχη για να υπάρξει ως δημόσια φιγούρα, αλλά σιώπησε και δούλεψε σκληρά, εντατικά για να κάνει αυτό που επιθυμούσε. Ένα παράδειγμα; Και μόνο για το βιβλίο της «Πρόσωπα και άλλα κύρια ονόματα» όπου καταγράφει τις βιογραφίες ιστορικών ονομάτων ως τον 1ο μ.Χ αιώνα, με 21.625 λήμματα, έγραφε επί 12 χρόνια, κάθε μέρα από τις 8.30 το πρωί ως τις 4 το απόγευμα. Άοκνη, επίμονη, με υπομονή πρωτοφανή.» Ουδέποτε μίλησε δημοσίως για την προσωπική της ζωή και τα χρόνια δίπλα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Οι μοναδικές συνεντεύξεις που είχε δώσει στον Τύπο αφορούσαν το συγγραφικό της έργο. «Το βιβλίο “ΠΡΟΣΩΠΑ και άλλα ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ”, της πήρε 12 χρόνια εντατικής ενασχόλησης μέχρι να βρεθεί στα χέρια μας, σημειώνει η Ρέα Βιτάλη. Στις σελίδες του παρελαύνουν 21.625 λήμματα. Πρόσωπα, ονόματα μυθολογικά, ιστορικά έως τον 1ο μ.Χ αιώνα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, πριν «διαπεράσει» ο Χριστιανισμός και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Άλλωστε, όπως αναρωτήθηκε χαρακτηριστικά η ίδια “Για τη ρωμαϊκή ιστορία μπορείς να βρεις πληροφορίες παντού… Τα δικά μας πού τα βρίσκουμε;”.

»Τα ΠΡΟΣΩΠΑ, λοιπόν, είναι σαν ένα χρωστούμενο μνημόσυνο ονομάτων από αρχόντισσα οικοδέσποινα που έμαθε να φέρεται ισάξια σε όλους τους καλεσμένους. Έτσι, στο όνομα ΜΥΡΩ, θα συναντήσουμε “κοριτσάκι που έθαψε την αγαπημένη της ακρίδα και τον αγαπημένο της τζίτζικα, όπως αναφέρεται σ’ επίγραμμα που οφείλεται στην ποιήτρια του 4ου π.Χ. αιώνα, Ανύτη…”, ενώ στο ΣΩΚΡΑΤΗΣ συναντούμε τον επιφανή Αθηναίο φιλόσοφο, τον “ανδρών απάντων σοφότατος» κατά την Πυθία αλλά και τον ΣΩΚΡΑΤΗ, τον Αθηναίο τραπεζίτη του 4 π.Χ. αιώνα, τον οποίον είχαν απαλλάξει από τη δουλειά τ’ αφεντικά του.”»

Ενήμερη της τεχνολογίας, είχε υπολογιστές από πολύ νωρίς, και είχε πει στη Ρέα Βιτάλη: «Ξέρετε, στη γραφή, το χέρι είναι ανυπόμονο. Ναι, προσαρμόστηκα εύκολα στο computer. Ευτυχώς, η νέα τεχνολογία βοηθάει να γράφεις ενώ βλέπεις το ακριβές στήσιμο. Φρόντισα, λοιπόν, πολύ τις διορθώσεις, ώστε να μην κόβεται καμία λέξη στη μέση, να μην υπάρχουν χρονοβόρες παραπομπές. Κατηγορούν ότι είναι πιο ωραία η γραφή με το χέρι. Ε, λοιπόν, κι αυτό είναι είδος καλλιγραφίας, έστω και χωρίς πένα! Αγαπώ την καλλιγραφία, όσο και το βιβλίο. Χρωστάω χάρη στον πατέρα μου που μου έμαθε να προσέχω ακόμα και τον τρόπο που γυρίζει κανείς τις σελίδες. Να μην τραυματίζει το βιβλίο, να το σέβεται. Η λέξη-κλειδί για το έργο μου θέλω να είναι ο “σεβασμός”. Σέβομαι αυτόν που με διαβάζει. Προσπαθώ, λοιπόν, ό,τι πω, να του το πω με τον καλύτερο και ευγενέστερο τρόπο.»

Και στην ερώτηση της δημοσιογράφου «μήπως η αυστηρότητα που σας ανέθρεψε σας κάνει να νιώθετε τη ζωή σαν ένα χρέος; Θυμάμαι μια φράση σας ”δεν ξέρω γιατί ήρθαμε στη ζωή. Πάντως, όχι για να διασκεδάσουμε”» η απάντησή της θα είναι σαφής: «Σίγουρα έχουμε ένα χρέος. Όπως το να περπατάμε όλοι μαζί. Κι έχουμε ανάγκη να στηρίζουμε τον διπλανό μας.»

 

Η Αμαλία Μεγαπάνου γράφει και παραμύθια για παιδιά που τα λατρεύει και επικοινωνεί μαζί τους με έναν τρόπο, αξιοζήλευτο και χαρισματικό.

Ήταν μόνη και αξιοπρεπής έως το τέλος. Έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Βασ. Σοφίας 98 Α. στο σπίτι του πατέρα της, όπου έμενε με τη γιαγιά της, την Αμαλία. Δεν επισκέπτεται την Πάτρα, γιατί πλέον έχει μετοικίσει και δεν την ενδιαφέρουν οι επιστροφές. Θα γινόταν φαρμακοποιός αν δεν χάνανε το οικογενειακό φαρμακείο για την πολιτική, γιατί ο παππούς της στην Κατοχή είχε φτιάξει ένα φάρμακο που μπορούσε να γιατρεύει τα κρυοπαγήματα και θα ‘θέλε και εκείνη να μπορεί να προσφέρει κάτι. Δεν θα έγραφε ποτέ για την ζωή της. Δεν θα ασχολούνταν με την πολιτική ποτέ και κατηγορηματικά. Δεν δέχτηκε ποτέ και από κανέναν βοήθεια.

«Τα τελευταία χρόνια έβλεπε γαλλική τηλεόραση, διάβαζε και απολάμβανε την κλασική μουσική», όπως είπε χαρακτηριστικά η Αναστασία Λαμπρία «είχε jourfix με την Άλκη Ζέη, τον Μάνο Ελευθερίου και τον Θανάση Νιάρχο και μεγάλη φιλία με την πριγκίπισσα Ειρήνη και το ζεύγος Πάρι και Μερόπης Πρέκα. Αγαπούσε ιδιαίτερα το Μουσείο Μπενάκη, το οποίο στήριξε με δωρεές αντικειμένων, βιβλίων, έργων τέχνης, ενώ πρωτοστάτησε στη δημιουργία του πωλητηρίου.»

 

thumbnail megapanou 7

Δημοσιεύθηκε στο Liberal

Το διαβάσαμε στο Fractal. gr