Franz Kafka: Επιστολή στη Μίλενα Γεσένσκα*

Χθες σε ονειρεύτηκα. Δεν θυμάμαι τι έγινε ακριβώς, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι διαρκώς μετατρεπόμασταν ο ένας στον άλλο, εγώ ήμουν εσύ, εσύ ήσουν εγώ. Τελικά, κάπως πήρες φωτιά, θυμήθηκα ότι πρέπει κανείς να καταπνίγει τις φλόγες με υφάσματα, άρπαξα ένα παλιό πανωφόρι και σε χτυπούσα με αυτό. Αλλά πάλι άρχισαν οι μεταμορφώσεις, σε σημείο που, στο τέλος, δεν ήσουν πια καθόλου παρούσα, αλλά ήμουν εγώ αυτός που φλεγόταν και ήμουν και αυτός που χτυπούσε με το πανωφόρι. Αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα και απλώς επιβεβαίωσε τον παλιό μου φόβο ότι τέτοια μέτρα κατά της φωτιάς είναι παντελώς ατελέσφορα.

Στο μεταξύ όμως είχε έρθει η Πυροσβεστική και κατάφεραν να σε σώσουν κάπως. Αλλά ήσουν διαφορετική από πριν, σαν φάντασμα […] σχεδιασμένο με κιμωλία στο σκοτάδι, και άψυχη, ή ίσως μόνο λιπόθυμη από τη χαρά που σώθηκες, έπεσες στην αγκαλιά μου. Αλλά κι εδώ υπήρχε η αβεβαιότητα της μεταμόρφωσης, ίσως να ήμουν εγώ εκείνος που έπεσε στην αγκαλιά κάποιου άλλου.

FRANZ KAFKA: ΟΝΕΙΡΑ

3C3BED02AB5EF8EE6C82BDDF3FA14BA5 Κάφκα γνώρισε τη Μίλενα όταν μετέφραζε τα πρώτα σύντομα διηγήματά του. Τη μεταβολή αυτής της γνωριμίας σε φλογερό δεσμό μπορεί να την παρακολουθήσει κανείς στα γράμματά του από το Μεράνο το 1920: στην πραγματικότητα συντελέστηκε σε μια στιγμή -τη στιγμή που ο Κάφκα συνειδητοποιεί πως δεν είναι πια ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, πως δεν μπορεί να περάσει από το Μόναχο γυρίζοντας από το Μεράνο στην Πράγα ή να πάρει κάποια άλλη γραμμή ή να επισκεφτεί μια βοημική λουτρόπολη, πως τώρα πρέπει να ταξιδέψει μέσω Βιέννης, όπως του ζητούσε η Μίλενα, που ο γάμος της διαλυόταν σιγά σιγά στην αυστριακή πρωτεύουσα.