Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ (γεννημένος στις 9 Φεβρουαρίου 1932) είναι Γερμανός ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ζωγράφους.

Γεννήθηκε στη Δρέσδη και ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Δρέσδης. Μαζί με την σύζυγό του διέφυγε στη Δυτική Γερμανία δύο μήνες πριν κατασκευαστεί το τείχος του Βερολίνου. Μαζί εγκαταστάθηκαν στο Ντίσελντορφ, όπου δίδαξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών από το 1971 έως το 1994. Η ζωγραφική του είχε ως αφετηρία τον ρεαλισμό αλλά στη συνέχεια επηρεάστηκε από τον μινιμαλισμό, την ποπ – αρτ και την αφηρημένη τέχνη, της οποίας θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους.

Το 1963, ίδρυσε το ζωγραφικό κίνημα “Kapitalistischer Realismus” (“καπιταλιστικός ρεαλισμός») με τον Ζίγκμαρ Πόλκε και τον Κόνραντ Φίσερ (ψευδώνυμο Κόνραντ Λούεγκ ως καλλιτέχνης). Το 1982 δημιούργησε μια σειρά πινάκων βασισμένη στην τέχνη του φωτορεαλισμού με τον τίτλο “Κεριά και νεκροκεφαλές” και το 1989 δημιούργησε μια νέα σειρά πινάκων με φωτογραφίες (όχι όλες τραβηγμένες από τον ίδιο) τις οποίες είχε επιχρωματίσει.

Το 1994 τού απονεμήθηκε το Βραβείο Βολφ και το 1997 τού απονεμήθηκε το βραβείο «Praemium Imperiale» και ο Χρυσός Λέοντας της Μπιενάλε της Βενετίας. Θεωρείται ένας από τους πιο καλοπληρωμένους ζωγράφους με τα έργα του να δημιουργούν ρεκόρ πωλήσεων.

Έχει παντρευτεί τρεις φορές. Από τον πρώτο του γάμο με την Μαριάν Όιφινγκερ απέκτησε την Μπέττυ, γνωστή για το πορτρέτο που τής έχει ζωγραφίσει και θεωρείται ένα από τα καλύτερά του έργα. Από τον τρίτο του γάμο απέκτησε τρία παιδιά.

1606787 gerhard richter met5

Η μεγάλη έκθεση των έργων του Γκέρχαρντ Ρίχτερ στη Νέα Υόρκη δεν είναι μόνο (κατά πάσα πιθανότητα) η τελευταία που θα κάνει ο 88χρονος Γερμανός ζωγράφος, αλλά και η τελευταία του Μουσείου Metropolitan στο γρανιτένιο φρούριο του Met Breuer στην Λεωφόρο Μάντισον, χώρος ο οποίος νοικιάστηκε από το Μουσείο Whitney το 2015 αλλά θα εγκαταλειφθεί τον ερχόμενο Ιούλιο μετά την έκθεση του Ρίχτερ, λόγω του απαγορευτικού κόστους.   Δεν θα μπορούσε να αποχαιρετήσει με πιο συγκλονιστική έκθεση από αυτήν που έχει ως τίτλο “Gerhard Richter: Painting After All” και απλώνεται σε δύο ορόφους με έργα του κορυφαίου εικαστικού – έργα απόλυτης μαεστρίας που συγχρόνως μοιάζουν να αμφισβητούν την ίδια την ιδέα τους ως συγκλονιστικό επίτευγμα.   Μια απόκοσμη «θολή» ποιότητα είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική από τις στυλιστικές υπογραφές του Ρίχτερ και στην μεγάλη αυτή έκθεση εμφανίζεται σε θαλασσογραφίες, σε τοπία, σε σκηνές δρόμου.

 

Όπως γράφει ο κριτικός τέχνης των New York Times, Jason Farago στο κείμενό του για μία από τις πιο σημαντικές εκθέσεις των τελευταίων χρόνων, «τα έργα του μεγάλου ζωγράφου υποβάλλονται από τον ίδιο τον δημιουργό τους σε μια ατέλειωτη διαδικασία κριτικής και διερεύνησης. Κάποιοι λένε ότι η ζωγραφική πέθανε στη δεκαετία του ’60, κάποιοι άλλοι ότι σήμερα είναι πιο κρίσιμη και ζωτική από ποτέ. Ο Ρίχτερ φαίνεται να πιστεύει ότι ισχύουν και τα δύο και, κάποιες φορές, κανένα από τα δύο».

 

Σημειώνει χαρακτηριστικά ο επιφανής τεχνοκριτικός στο άρθρο του για την έκθεση:   «Είναι δύσκολο να μη διαπιστώσει κανείς την επίδραση της Ιταλικής Αναγέννησης σ’ αυτά τα τοπία, τα πορτραίτα, τις σχεδόν θρησκευτικές παραστάσεις. Δύσκολο επίσης να μην νιώσει κάποιος την απόσταση και την στειρότητα που αποπνέουν. Πάντα, η θολότητα λειτουργεί ως σημάδι πίστης αλλά και αμφιβολίας στην τέχνη… Εδώ και 60 χρόνια, [ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ] μεταχειρίζεται την αμφιβολία ως ηθικό καθήκον, δημιουργώντας ένα υπόδειγμα για το πώς μπορεί να δημιουργεί και να συνεχίζει τον αγώνα ένας καλλιτέχνης παρότι δεν είναι σίγουρος για τον εαυτό του».   «Αυτό ακριβώς είναι το ανεκτίμητο παράδειγμα που προσφέρει στους νεαρούς καλλιτέχνες του σήμερα που κάθε λάθος ή βιασύνη τους, καυτηριάζεται αγρίως από τους ψηφιακούς Σαβοναρόλες. Επικρατεί τόσος δογματισμός εκεί έξω, τόση κραυγαλέα ηθικολογία. Η φωνή που πρέπει να ακούσουμε είναι η φωνή που λέει: Δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρος. Ακόμα το σκέφτομαι. Ακόμα το δουλεύω».

Πηγή: www.lifo.gr