Χθες σε ονειρεύτηκα. Δεν θυμάμαι τι έγινε ακριβώς, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι διαρκώς μετατρεπόμασταν ο ένας στον άλλο, εγώ ήμουν εσύ, εσύ ήσουν εγώ. Τελικά, κάπως πήρες φωτιά, θυμήθηκα ότι πρέπει κανείς να καταπνίγει τις φλόγες με υφάσματα, άρπαξα ένα παλιό πανωφόρι και σε χτυπούσα με αυτό. Αλλά πάλι άρχισαν οι μεταμορφώσεις, σε σημείο που, στο τέλος, δεν ήσουν πια καθόλου παρούσα, αλλά ήμουν εγώ αυτός που φλεγόταν και ήμουν και αυτός που χτυπούσε με το πανωφόρι. Αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα και απλώς επιβεβαίωσε τον παλιό μου φόβο ότι τέτοια μέτρα κατά της φωτιάς είναι παντελώς ατελέσφορα. Στο μεταξύ όμως είχε έρθει η Πυροσβεστική και κατάφεραν να σε σώσουν κάπως. Αλλά ήσουν διαφορετική από πριν, σαν φάντασμα […] σχεδιασμένο με κιμωλία στο σκοτάδι, και άψυχη, ή ίσως μόνο λιπόθυμη από τη χαρά που σώθηκες, έπεσες στην αγκαλιά μου. Αλλά κι εδώ υπήρχε η αβεβαιότητα της μεταμόρφωσης, ίσως να ήμουν εγώ εκείνος που έπεσε στην αγκαλιά κάποιου άλλου.

13F5690CAC72D85FA592443FA263876F

 

Τα όνειρα που απαρτίζουν την παρούσα συλλογή προέρχονται από τα ημερολόγια και τις επιστολές τού Φραντς Κάφκα, πρόκειται δηλαδή για καταγραφές ονείρων εν είδει υπενθύμισης ή και εξορκισμού: “Μη στραφείτε εναντίον μου. Μόνο στα όνειρα είμαι τόσο αλλόκοτος”.
Ο Κάφκα, όπως μαρτυρούν τα ημερολόγιά του, βασανίζεται από αϋπνίες και ιδιαίτερα ανήσυχο ύπνο, παρακολουθεί δε και καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια τις νυχτερινές αυτές εμπειρίες, συχνά ως ολονύχτια πάλη που τον αφήνει εξουθενωμένο. Στο πλαίσιο αυτής της δυσκολίας με τον ύπνο, γίνεται κατανοητή η βαθύτατα αμφίθυμη σχέση που αναπτύσσει με το ονειρεύεσθαι, καθώς συχνά συνεπάγεται τη στέρηση του αναζωογονητικού ύπνου: “Άλλωστε δεν πρόκειται να κοιμηθώ, παρά μόνο να ονειρευτώ “.
Τα όνειρα παρουσιάζονται ως βάσανος αλλά και έμπνευση και πλήρωση, πηγή ευτυχίας αλλά και φόβου – “αν και πολύ πιο σπάνια το πρώτο από το δεύτερο”.
Ταυτόχρονα, πρόκειται για περίτεχνες, εκ των υστέρων εξιστορήσεις, στις οποίες συχνά το όνειρο καθαυτό γίνεται αντικείμενο αναστοχασμού: “Όταν ξυπνώ, βρίσκω όλα τα όνειρα συγκεντρωμένα γύρω μου, αλλά αποφεύγω να τα ξανασκεφτώ “.
Είναι προφανές ότι με τη συλλογή αυτή δεν παρουσιάζονται “τα όνειρα του Κάφκα” καθαυτά, αλλά προσεχτικές αφηγηματολογικές κατασκευές στις οποίες ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τη δημιουργική φαντασία που καθιέρωσε τον Κάφκα ως έναν από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα.
“Από ένα όνειρο ξυπνάς μονάχα αφού έχει ολοκληρωθεί, δεν μπορείς να απεμπλακείς νωρίτερα, σε έχει γραπώσει από τη γλώσσα”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)Η ανθολόγηση αυτή σημαίνει ότι η εξιστόρηση των ονείρων αποσπάται από τα εκάστοτε συμφραζόμενα, είτε πρόκειται για ημερολογιακές καταχωρίσεις είτε για επιστολές. Έτσι, αντί να μετριάζονται οι συχνά ασανιστικές και σχεδόν πάντοτε αλλόκοτες και ανησυχητικές ονειρικές εικόνες από το κείμενο που περικλείει τα όνειρα, π.χ. την υπόλοιπη επιστολή, προσφέρονται στον αναγνώστη όχι μόνο χωρίς ένα πλαίσιο που θα τα απαλύνει αλλά και απανωτά. Το αποτέλεσμα είναι πράγματι εντυπωσιακό αλλά και, συχνά, βαθύτατα ανοικειωτικό. Το μεγαλειώδες της γραφής του Κάφκα όμως οφείλεται όχι τόσο στην καταγραφή της εμπειρίας μιας βασανισμένης ύπαρξης, αλλά στην ικανότητα να λειτουργεί, όσο αλλόκοτες κι αν είναι οι παραστάσεις που προβάλλει, ως κ άτι τ ο αναγνωρίσιμο, αν όχι οικείο, για τον εκάστοτε αναγνώστη. Με τον όρο «καφκικά» άλλωστε δεν χαρακτηρίζουμε τα ίδια τα κείμενα του Κάφκα αλλά μια περίσταση ή ατμόσφαιρα που απαντά και εκτός μυθοπλασίας, στην καθημερινή ζωή του καθενός μας. Η ιδιαιτερότητα και ίσως και αξία της συλλογής συνίσταται στο ότι προ(σ)καλεί τον αναγνώστη να εκτεθεί στα όνειρα αυτά και να αφουγκραστεί τις τυχόν απηχήσεις τους μέσα του. (Από τον πρόλογο της μεταφράστριας)