Για την Αθηνά, σήμερα…

Γράφει η `Ιρις Κρητικού122244568 10218322774282064 7031695360142256877 n

Μπορεί κάποιος να περιπλανηθεί σε ολόκληρο τον κόσμο και να μην δει τίποτε. Για να μπορέσει κανείς να καταλάβει, δεν είναι απαραίτητο να δει πολλά, αλλά, κυρίως, να αγκαλιάσει με το βλέμμα αυτά που βλέπει. Τίποτε δεν είναι περισσότερο αφηρημένο από την πραγματικότητα. Πιστεύω ότι τίποτε δεν μπορεί να είναι περισσότερο αφηρημένο, περισσότερο αναληθές από εκείνο που πραγματικά βλέπουμε.

Giorgio Morandi *

Σε μια ομιλία του κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του Μουσείου Morandi στη Bologna το 1993, μιλώντας για τον απεικονιστικό κόσμο του σπουδαίου Ιταλού ζωγράφου, ο Umberto Eco κατέληγε: «Πώς είναι άραγε δυνατόν να αφηγείσαι τόσες πολλές διαφορετικές ιστορίες απεικονίζοντας όχι μια Γέννηση, ούτε και μια θαλασσινή καταιγίδα, όχι ένα ηλιοβασίλεμα επάνω σε μία λίμνη, αλλά ούτε και το ξύπνημα της Άνοιξης, παρά μονάχα ένα συνονθύλευμα αντικειμένων από κάποιο παλιατζίδικο αχρήστων; Θα πρέπει λοιπόν να αγαπάς τον κόσμο και τα πράγματα που υπάρχουν μέσα στον κόσμο αυτόν, ακόμη και τα πιο ταπεινά, καθώς και το φως ή τη σκιά, που τα κάνουν να φαίνονται άλλοτε χαρούμενα και άλλοτε λυπημένα, αλλά κι αυτήν ακόμη τη σκόνη που τα καλύπτει και τα διαπερνά…». **

Καταθέτοντας τη νέα ενότητα έργων της, η Αθηνά Χατζή πιστοποιεί τη δυνατότητα αυτής της μετάστασης. Την επιθυμία του βλέμματος να εξερευνήσει, να εστιάσει και να αναπαυθεί στο ρευστό και ασταθές σημείο τήξης του δομημένου τοπίου. Την ικανότητα του ζωγράφου να αναζητά και να συναντά την πνευματικότητα, έχοντας ως αφετηρία, παρακινητή και συνομιλητή του την καθημερινή ύλη. Τη σκόνη του χρόνου επάνω σε πίσω δρόμους και τελούντα υπό κατάρρευση κτήρια που ο διαβάτης συνηθίζει να προσπερνά.

122443634 1770234769806035 1483673957438339847 oΤα «Αστικά ημιτόνια» της ζωγράφου, αντλώντας εικόνες από τα αθέατα και τα ελάσσονα σημεία της πόλης, αντιμετωπίζουν ως τρυφερό ερειπιώνα της βιωμένης μνήμης τις διαστρωματώσεις του χρόνου και τα εγκαταλελειμμένα αλλά ωσεί παρόντα δομικά υλικά της. Αυτό που βλέπουμε -φωλιές παλαιάς ύπαρξης αντί νέου πρασίνου, κοιτίδες παλαιών σπιτιών, ανάμεσα σε μεταγενέστερες μα πρόωρα γερασμένες οικοδομές, απαλές χαμηλές στέγες ανάμεσα σε γυμνές ταράτσες, αρμονίες χρωμάτων με ψιθυριστικές τονικότητες του κοβαλτίου, της ώχρας, του ρόδινου και του αψεντιού, ανάμεσα σε άναρχους και αποτρεπτικούς γκρίζους χρωστήρες, οριζόντιες κατοικίες ανθρώπων σε συμφιλίωση, ανάμεσα σε καθέτους ερμητικά κλειστές-, υπαινίσσεται γενναιόφρονα και συναισθητικά εκείνο που υπήρξε αλλά δεν μπορούμε πλέον να δούμε: την πόλη κάτω από την πόλη. Την αγορά, τα χωματένια δρομάκια και τους ανθρώπους, τα νερά και τα ζώα, τα περιβόλια του κέντρου και των δυτικών προαστίων, τα χειροποίητα καφενεία με τους υπέρθυρους τσίγκους και τα παλιά ελενίτ. Και θα μπορούσε γοργά να υποθέσει κανείς πως οι αφαιρετικές αστικές αποτμήσεις της ζωγράφου με την ελλειπτική ετούτη χορογραφημένη γεωμετρία, αναφέρονται σε αγαπημένες περιοχές μιας πόλης που δεν μπορεί, πραγματικά δεν μπορεί, παρά να είναι η Αθήνα. Πως οι αρμονικές αυτές γεωμετρικές αδρές φόρμες, βυθισμένες σε ήπιες μα αισθαντικές μονοχρωματικές τονικότητες, δεν είναι άλλο από τις βιολετί παρυφές του Υμηττού, τα γαλανά ορφανεμένα μπαλκόνια του Μεταξουργείου, την ωχρή και πορτοκαλένια λαϊκή αγορά της οδού Ξενοκράτους ή, ίσως, τους φωτεινούς μετεωρισμούς των επίμονων γηραιών όγκων στην Πλάκα και στο Μοναστηράκι, στο Γκάζι και στην Ακαδημία Πλάτωνος. Πως δεν είναι άλλο από τις συντεταγμένες του προορισμού των συνεχιζόμενων και επίμονων αναζητήσεών μας για τα απομεινάρια κάποιας παλαιότερης εγκατοίκησης ή καθημερινής δραστηριότητας στην οδό Ευαγγελιστρίας και στην Αγίας Ειρήνης, στον πεζόδρομο της Αιόλου και στην κατηφορική ενδοχώρα της οδού Ερμού. Πως δεν είναι άλλο από την ασφαλή κοίτη ενός κρυπτού και απρόβλεπτου ποταμού συνειρμικών συμβάντων και άυλων ψιλικών κειμηλίων που εξακολουθεί να διασχίζει υπόγεια την πόλη.
Αν η Αθήνα ήταν μουσική, θα ήταν, νομίζω, φτιαγμένη από αλλεπάλληλα τρυφερά ημιτόνια –τα πιο μικρά από τα διαστήματα και δομικά στοιχεία διατονικής και χρωματικής κλίμακας στην ενδοχώρα της μουσικής. Μια χαμηλόφωνη μουσική από εναλλασσόμενους οριστικούς αποχαιρετισμούς και μικρές διασώσεις. Κι αν πάλι ήταν νεκρή φύση -γιατί ως νεκρή φύση, πιστεύω, αποδίδεται η πόλη από τη Χατζή-, θα ήταν σίγουρα εξαιρετικά οικεία, κομμάτι από την πιο τυχαία και βέβαιη περιπλάνησή μας. Θαμπή και στιλπνή μαζί, σαν αυτές τις φαινομενικά τυχαίες συναρμογές των αδειανών μπουκαλιών του Morandi. Ζωγραφισμένη έτσι όπως την αποτυπώνει εδώ η ζωγράφος: με γειτνιάζουσες γκάμες, χρωστήρα φαιό και απαλό, χωρίς περιττές εξάρσεις, με ελεύθερες πινελιές και σταξίματα που διεκδικούν κάποιο είδος οργανικής αυτονομίας και υφές συμπαγείς, αδρές και θερμές σαν εκείνες της κιμωλίας. Μια νεκρή φύση από εφαπτόμενα ή στενά συνορεύοντα κτήρια που υπήρξαν κάποτε ζωντανά, κατοικημένα, παλλόμενα, κάτω και πέρα από τον κάναβο της παρούσας σύνθεσης.

122446507 1770234959806016 6520142436143686377 n

* Giorgio Morandi, 1960. Από την αγγλική έκδοση «Dialogues – conversations with European Artists at Mid-century, Edouard Roditi, Lund Humphries Publishers Ltd, London, 1990

 

** https://www.theartstory.org/…/morandi-gior…/life-and-legacy/