Στον γερμανικό Τύπο δημοσιεύτηκαν  πρόσφατα στοιχεία που δείχνουν ότι η «ανύπαρκτη» από πλευράς παραγωγής ελαιολάδου Γερμανία, εξάγει περισσότερο λάδι από την «υπερδύναμη» του κλάδου Ελλάδα.

Η αδυναμία είναι γνωστή. Η συζήτηση ατέρμονη. Γιατί δεν μπορούμε να πουλήσουμε υπολογίσιμες ποσότητες αγροτικών προϊόντων σε ανταγωνιστικές τιμές στο εξωτερικό; Συνήθως η απάντηση περιλαμβάνει ευφυολογήματα του στυλ: «εμείς στοχεύουμε σε ποιοτικά προϊόντα τα οποία είναι κατά κανόνα ακριβότερα» και διάφορες άλλες αρλούμπες.

Στην πραγματικότητα αρνούμαστε να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση, παρά το γεγονός ότι ο πρωτογενής τομέας κατέχει δυσανάλογα υψηλό ποσοστό στην ελληνική  οικονομία σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Δεν συζητάμε για αυτό που «στύβουν» καθημερινά τα μυαλά τους οι εκπρόσωποι όλων των συντελεστών παραγωγής σε άλλες χώρες με παρόμοιο μέγεθος, άρα και ταυτόσημες αδυναμίες. Πώς δηλαδή θα παράγουμε ένα προϊόν με το μικρότερο δυνατό κόστος, ανταγωνιστικό σε σχέση με τα προϊόντα του περίγυρου και με πρόσοδο ικανοποιητική για τους παραγωγούς. Αυτό το αυτονόητο, άνθρωποι να κάθονται σε ένα τραπέζι και να χαράζουν πορείες, αποφασίζουν στρατηγικές, εδώ αποτελεί γράμμα κενό.

Σε μελέτη του ΙΟΒΕ που παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα καταρρίφθηκαν πολλοί από τους μύθους που συνοδεύουν την αγροτική παραγωγή, αλλά κυρίως τονίστηκαν τα διαχρονικά προβλήματα που ζητούν επίλυση.

Στο ερώτημα τι επιβαρύνει περισσότερο το κόστος των αγροτικών προϊόντων η απάντηση είναι μία: Το υψηλό κόστος ενέργειας, το οποίο απορροφά περίπου το ένα τρίτο (32%) του κόστους παραγωγής. Είναι και ο μόνος συντελεστής που αυξάνει σταθερά την τελευταία 10ετία. Μαζί με το εργατικό κόστος, την άρδευση και τα ενοίκια η επιβάρυνση του κόστους παραγωγής καλύπτει σχεδόν τα 2/3 του κόστους παραγωγής.

Το παράδοξο είναι ότι μόνο το κόστος ενέργειας ροκάνισε έως και μηδένισε το όφελος που υπήρξε την τελευταία 10ετία από την αύξηση των τιμών πώλησης των αγροτικών προϊόντων. Τη στιγμή που άλλοι συντελεστές όπως τα λιπάσματα, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, οι σπόροι, οι αγροτικές υπηρεσίες και οι τόκοι, μειώθηκαν.

Υπάρχουν όμως και άλλες αδυναμίες, γνωστές και καταγεγραμμένες. Παλιές και με βαθιές ρίζες στην ελληνική ύπαιθρο:

– Ο μέσος όρο της αγροτικής εκμετάλλευσης φτάνει τα 66 στρέμματα. Το 90% είναι υπερβολικά μικρές κάτω των 20 στρεμμάτων.

– Το μερίδιο των συλλογικών σχημάτων (συνεταιρισμών κ.λπ.) στην αγορά φτάνει περίπου το 20% στην Ελλάδα, έναντι 40% στην Ευρώπη.

– Η παγκόσμια δαπάνη για έρευνα και ανάπτυξη διπλασιάστηκε. Η Ελλάδα έμεινε πίσω. Δαπανά 11 ευρώ ανά 10 στρέμματα, όταν στην Ευρώπη ξοδεύουν 33 ευρώ ανά 10 στρέμματα και παγκοσμίως 19 ευρώ ανά 10 στρέμματα.

– Μόνο το 7% του εργατικού δυναμικού έχει κάποια επαγγελματική εκπαίδευση σε αντίθεση με την Ευρώπη που φτάνει το 50%.

– Μεγάλη εξάρτηση από επιδοτήσεις. Φτάνει περίπου στο 20% της αγροτικής παραγωγής, έναντι κατά μέσο όρο 12% στις ευρωπαϊκές χώρες.

– Ελλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για αποτελεσματική προώθηση των ελληνικών προϊόντων. Είναι γνωστό ότι πολλά εξ’ αυτών πωλούνται χύμα. Στο λάδι, μόνο το 27% της παραγωγής φτάνει σε επίπεδα τυποποίησης και branding σε αντίθεση με την Ισπανία που φτάνει το 50% και την Ιταλία στο 80%.

Το θέμα έρχεται στην επικαιρότητα με αφορμή τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Θα φανταζόταν κανείς ότι η δημόσια συζήτηση θα είχε φουντώσει ενόψει όλων αυτών των προκλήσεων. Αλλά κυρίως με αφορμή τη μοναδική ευκαιρία ορισμένα από τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας να λυθούν τώρα. Αντ’ αυτού ο διάλογος περιορίζεται σε διαπιστώσεις και τα κονδύλια ετοιμάζονται να χρησιμοποιηθούν σε γνωστές δράσεις, με το επιχείρημα ότι θα πρέπει να επιτευχθεί γρήγορη απορροφητικότητα. Θα χρηματοδοτηθούν δηλαδή τα ίδια πράγματα με τις ίδιες λάθος στοχεύσεις. Πολλά τα χρήματα αλλά με παλιά συνταγή…

 Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ , Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020