Τελευταία, στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, αρκετοί επικαλούνται τον -ισπανικής καταγωγής- Αμερικανό φιλόσοφο Τζορτζ Σανταγιάνα: «Οποιος ξεχνάει το παρελθόν του είναι υποχρεωμένος να το ξαναζήσει». Στις ΗΠΑ γίνεται από την αντι-Τραμπ κινητοποίηση, στον βαθμό που ο Τραμπ ταυτίζει το antifa κίνημα με εγχώριους τρομοκράτες. Και εκεί βάζει όλες τις αριστερές, αντιρατσιστικές, φιλελεύθερες και δημοκρατικές δυνάμεις ειρηνικής διαμαρτυρίας όπως αυτές διογκώθηκαν μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ.

Στην Ευρώπη γίνεται στο πλαίσιο της ανόδου του ακροδεξιού εξτρεμισμού, που φτάνει στις συγκαλυμμένες νοσταλγίες των Χίτλερ και Μουσολίνι. Ωστόσο, ο Σανταγιάνα απλώς επικύρωνε με πικρό τρόπο ό,τι είχε πει, πριν από αυτόν, ο φιλόσοφος Γκ. Χέγκελ: «Η ιστορία διδάσκει τούτο: ότι οι λαοί και οι κυβερνήσεις ποτέ δεν έμαθαν τίποτα από την ιστορία».

Μετά το πέρας της δίκης της Χρυσής Αυγής το ζητούμενο, η αποφασιστικοποίηση της κοινωνίας, είναι κάτι ρευστό∙ έχει δρόμο και είναι επίπονη διαδικασία πολλών και, μάλιστα, πολλών παραλειπόμενων μεταβλητών στον πολιτικό διάλογο.

Η εμπειρία έδειξε ότι στη χρήση και κατάχρηση των ιστορικών αναλογιών με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν επιδόθηκε ακριβώς το αντιφασιστικό κίνημα απέναντι στη Χρυσή Αυγή, αλλά οι ίδιοι οι πρωταίτιοι της ναζιστικής αναβίωσης των δεκαετιών του 1930 και του 1940, οι οποίοι συνεχίζουν να είναι θαυμαστές του Χίτλερ και να βλέπουν τους εαυτούς τους ως αρχηγούς τής, μέχρι πρόσφατα, αυτόκλητης μιλίτσιας ή ενός «στρατού», άλλοτε ως «αντισυστημικούς ήρωες» και άλλοτε ως «ορφανά» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που τα αδίκησε η ιστορία – και η οποία θα πρέπει να ξαναγραφτεί. Ο «Αρχηγός»-Μιχαλολιάκος, ακόμα και μετά την καταδίκη του, αξιώνει «δικαίωση από την ιστορία και τον ελληνικό λαό»∙ απευθύνεται στον λαό που πλήρωσε όσο κανείς άλλος στην Ευρώπη το ναζιστικό πείραμα.

Από την άλλη, παρά την επώδυνη μακρά διαδικασία, τα ντοκουμέντα αυλαίας στη σημαντικότερη δίκη της μεταπολίτευσης έδειξαν κάτι επίσης σημαντικό. Τους συντελεστές της δικαίωσης των θυμάτων, εντέλει, την έμψυχη υπεράσπιση της ίδιας της δημοκρατίας, όλους όσους ξεσκέπασαν την εγκληματική αναβίωση του ναζισμού, όχι να πανηγυρίζουν αλλά να ξεσπούν σε κλάματα: τη Μάγδα Φύσσα, τους δικηγόρους της πολιτικής αγωγής, τον δικό μας Δημήτρη Ψαρρά και πολλούς πολλούς άλλους. Κυρίως, να σκέφτονται. Τι έγινε; Πώς έγινε; Γιατί; Και, κυρίως, τι θα γίνει στη συνέχεια;

Γιατί όλοι ξέρουν πως, στα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε μια βαθύτερη ανάμειξη-ανοχή του επίσημου συστήματος (κόμματα, στελέχη, εκκλησία, πολλά μίντια, απίθανα διαδικτυακά μέσα, κρατικοί μηχανισμοί, αστυνομία κ.ά.) που, με τον έναν ή άλλον τρόπο, μαζί με τις «χαμηλές κοινωνικές κατηγορίες των εκδικητικών ενστίκτων», βοήθησαν τους λύκους να παριστάνουν τους «σωτήρες», τους «φιλολαϊκούς» (αλλά μόνο για Ελληνες με την επίδειξη ταυτότητας) και, κυρίως, να νιώθουν απρόσβλητοι στον δημόσιο χώρο. Προστατευμένοι από τους θεσμούς της δημοκρατίας την οποία καθημερινά έφτυναν, πληρωμένοι από τα δημόσια ταμεία τα οποία θεωρούν «πλυντήρια των διεθνών και ντόπιων σιωνιστικών ελίτ», έσπειραν δηλητήριο σε ολόκληρη την κοινωνία.

Αν σήμερα έχει κάτι να πει η μεσοπολεμική Βαϊμάρη, είναι μάθημα για τις πλάνες της δημοκρατίας και όχι για τις αρετές της. Δεν ήταν απλά μια «δημοκρατία χωρίς δημοκράτες», αλλά πλαίσιο πολιτικού αυταρχισμού και οικονομικής ανημπόριας που έφερε στην εξουσία τους εθνικοσοσιαλιστές και τον Χίτλερ για να σπείρουν τον όλεθρο στην Ευρώπη και, όσον μας αφορά, στην Ελλάδα.

Βεβαίως, μετά το 1945, η Ευρώπη, ειδικότερα η Γερμανία, αλλά και η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Κροατία και άλλες χώρες είχαν περιέλθει σε κατάσταση συλλογικής αμνησίας. Είχαν πολλά να κερδίσουν εάν συμπεριφέρονταν στο παρελθόν τους ωσάν να ήταν πραγματικά νεκρό. Ομως, σήμερα, δικαιώνεται ο Ου. Εκο που υποστήριξε ότι το πνεύμα του φασισμού βρίσκεται γύρω μας με πολιτική περιβολή. Δικαιώνεται η Χάνα Αρεντ που είχε πει ότι κρύβεται στην «κανονικότητα» καιροφυλακτώντας. Δικαιώνεται ο Καμί που μίλησε για τον βάκιλο της πανούκλας που κάποια στιγμή είναι έτοιμος να ξαναφανεί.

Οι Γερμανοί το 1945-1949 δεν τα κατάφεραν και πολύ καλά στην αποναζιστικοποίηση. Την αντιμετώπισαν με ειρωνεία και χλευασμό. Και καθώς «ξέπλενε» τους ενόχους, όλοι μιλούσαν για «πιστοποιητικά Persil» (από το γνωστό απορρυπαντικό). Τα καταδικασμένα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, υβρίζοντας έως την τελευταία στιγμή τη Δικαιοσύνη, προσπάθησαν να μετατρέψουν τη διαδικασία σε Persil. Δεν τους βγήκε. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι, όπως πορευόμαστε, δεν θα φτάσουμε εύκολα σε μια συλλογική ταυτότητα στην οποία θα υπάρχει συνέπεια λόγων, έργων, επιλογών, ανθρωπιάς, πολιτισμού και πολιτικών στάσεων απέναντι στον φασισμό. Και οι καιροί είναι πολύ δύσκολοι.