Αρχική ΘΕΜΑ Η Γαλλία και τα «χαμένα εδάφη» στον φονταμενταλισμό

Η Γαλλία και τα «χαμένα εδάφη» στον φονταμενταλισμό

«Ο αποκεφαλισμός ενός καθηγητή επειδή δίδασκε την ελευθερία του λόγου είναι κήρυξη πολέμου. Δεν αποτελεί πράξη αυτονομισμού, αλλά ενέργεια που υπερβαίνει τα όρια του φρικτού και πρέπει να αντιμετωπιστεί ανάλογα», έγραφε ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Πασκάλ Μπρυκνέρ την επόμενη μέρα του τραγικού γεγονότος. Και συμπλήρωνε ρωτώντας: «Το συμβάν αυτό σημαίνει ότι στη Γαλλία δεν έχουμε σημειώσει καμία πρόοδο την τελευταία πενταετία; Χάνουμε τη μάχη κατά του Ισλαμισμού για την ελευθερία της έκφρασης;»

Βαριά ερωτήματα

Πράγματι αποτελεί ένα σοβαρό ερώτημα, που ξεπερνά και τα σύνορα της Γαλλίας, για το τι συνέβη, όχι μόνον την πρόσφατη πενταετία, μετά τα γεγονότα του Charlie Hebdo και του Bataclan, αλλά τις τελευταίες 10ετίες, ώστε ένα κράτος με αυστηρό κοσμικό χαρακτήρα  και δεσμευτικό πλαίσιο ενσωμάτωσης -όπου ο ξένος πρέπει να αφομοιώσει το αξιακό σύστημα της Γαλλικής Δημοκρατίας και να ακολουθεί τους κανόνες της στη δημόσια παρουσία του, σε αντίθεση π.χ. με το ανοικτό βρετανικό μοντέλο πολυπολιτισμικότητας- να φτάνει  να μιλά για «τάσεις απόσχισης» και ανάγκη «ανάκτησης εδαφών» της Δημοκρατίας.

Πρόκειται για αποτέλεσμα ενοχών ως προς το αποικιακό παρελθόν, για αδράνεια, κομφορισμό και πελατειακή λογική που επέδειξε το πολιτικό σύστημα της Γαλλίας ήδη από τη δεκαετία του ‘80, για επικράτηση ιδεολογημάτων -κυρίως από την πλευρά της αριστεράς- που έδωσαν έδαφος στον ισλαμικό φανατισμό, για αδυναμία ελέγχου των μεταναστευτικών/προσφυγικών ροών εδώ και χρόνια από τις γαλλικές αρχές, για παράλληλη αύξηση των  κοινωνικών ανισοτήτων σε ευαίσθητες και υποβαθμισμένες περιοχές, όπου ζουν πολλοί από τους μετανάστες και πρόσφυγες, αλλά και φτωχοί ή φτωχοποιημένοι Γάλλοι;

Δίπλα σε τέτοια ερωτήματα, επίσης απορία προξενεί πως το γαλλικό σχολείο, με προμετωπίδες του την ισότητα, τον απόλυτο διαχωρισμό της εκπαιδευτικής λειτουργίας από τις θρησκείες και την πλήρη ελευθερία έκφρασης, να φτάνει σε εκπαιδευτικούς που αυτολογοκρίνονται για να μην γίνουν στόχος, στη δημιουργία άβατων, αλλά και εστιών  τέτοιου μίσους που οδηγεί όχι σε μεταφορικούς αλλά κυριολεκτικούς αποκεφαλισμούς;

Επίσης, είναι προς απόδειξη αν το μπαράζ των νομοθετημάτων και μέτρων που ετοιμάζει τώρα εντατικά η γαλλική κυβέρνηση, με απαγορεύσεις, απελάσεις, διώξεις, απαγορεύσεις επαρκεί για να αντιστραφεί η κατάσταση.

Ακόμη, χρειάζεται μια προσεκτική παρατήρηση για το πως διαμορφώνεται η στάση της γαλλικής κοινωνίας στο ζήτημα: η οργή είναι εμφανής, αλλά ως που φτάνει ο φόβος ή και η άποψη πως «δεν χρειάζεται τα δικαιώματα  να περιλαμβάνουν και τη βλασφημία»; Και βέβαια, πόσο τα θέματα αυτά επικαλύπτονται, τελικά, από τα σημερινά προβλήματα της οικονομίας και της πανδημίας, με την τελευταία να δίνει πλέον μια θλιβερή ευρωπαϊκή πρωτιά στη Γαλλία;

Και μέσα σ’ όλα τούτα, ήταν αναμενόμενο να υπάρξουν αντιδράσεις για τη νέα γαλλική πολιτική σε μέρος τουλάχιστον του ισλαμικού κόσμου εντός Γαλλίας και διεθνώς. Έτσι, εμφανίστηκαν απειλητικά συνθήματα στους τοίχους γαλλικών πόλεων εναντίον δημάρχων που παίρνουν μέτρα εναντίον ισλαμιστών, έγιναν διαδηλώσεις στη Γάζα από υποστηρικτές της Χαμάς και υπήρξαν επικριτικές δηλώσεις από το Ιράν, Ιορδανία και το Κουβέιτ για τη νέα στάση της Γαλλίας έναντι του Ισλάμ. Όμως, μεταξύ όλων ήρθε και πάλι να ξεχωρίσει ο απαραίτητος … Ερντογάν, προβαίνοντας σε πρωτοφανείς χαρακτηρισμούς κατά του Γάλλου Προέδρου, χωρίς μάλιστα να έχει στείλει τις προηγούμενες μέρες στο Παρίσι καν ένα συλλυπητήριο και ταυτόχρονα καταδικαστικό μήνυμα. Αποτέλεσμα ήταν το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών να ανακαλέσει τον πρέσβη του στην Άγκυρα.

Να υπενθυμιστεί ότι η επίθεση σε βάρος του καθηγητή Σαμουέλ Πατί έγινε ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η δίκη για το μακελειό στο Charlie Hebdo και μερικές εβδομάδες μετά την επίθεση με μπαλτά στα πρώην γραφεία του σατιρικού περιοδικού. Ακόμη, να αναφερθεί πως ορισμένοι από τους δημοσιογράφους του Charlie Hebdo ζουν υπό αστυνομική προστασία ήδη από το 2006, έχοντας δεχθεί από τότε τις πρώτες απειλές για σατιρικά σκίτσα τους με θρησκευτικό/ισλαμικό περιεχόμενο.

Τελικά πόλεμος πολιτισμών;  

«Η καταστροφή του πολιτισμού μας είναι ο στόχος των τζιχαντιστών. Πρόκειται για την ανοικτή, ανεκτική και φιλελεύθερη κοινωνία που θέλουν οι καμικάζι να διαλύσουν. Και το κάνουν, δυστυχώς, συχνά με την ευλογία της υπερ-αριστεράς»  έγραφε πάλι ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, σε σχόλιο του μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις, στην εφημερίδα Le Figaro,

Επίσης, σε μια κίνηση που αψηφούσε την απόπειρα κατατρομοκράτησης της κοινής γνώμης στη Γαλλία με τον αποκεφαλισμό του καθηγητή, το περιοδικό «L’ Express» αποφάσιζε να αναδημοσιεύσει τα σκίτσα του προφήτη Μωάμεθ, με το εξής σχόλιο:  «Ο φόβος προχωρά λόγω της παραίτησης εκείνων που σιγομουρμουρίζουν ‘μα υπάρχει ανάγκη άσκησης αυτού του δικαιώματος της ελευθερίας στη βλασφημία;’ Σοκαρισμένοι ορισμένοι από τη φρικαλεότητα των επιθέσεων θεωρούν ότι η Γαλλία θα ήταν ασφαλέστερη αν σταματούσαμε να παρουσιάζουμε ή να δημοσιεύουμε τα σκίτσα του Προφήτη. Θα μπορούσαμε, φυσικά, να ζήσουμε και χωρίς αυτό, αλλά δεν θα παραιτηθούμε ποτέ από μια τόσο ζωτική ελευθερία, χωρίς να αποδυναμωθούμε σοβαρά και μόνιμα. Άλλωστε, τα αποτελέσματα θα ήταν μετριότατα: μετά την εγκατάλειψη της ‘βλασφημίας’, θα απαιτούσαν την ισλαμική μαντήλα στα σχολεία, τη ‘σεμνή’ ένδυση των γυναικών, στη συνέχεια την απαγόρευση των πάρτι, της μουσικής … Δεν θα αποφεύγαμε επ’ ουδενί τις επιθέσεις, γιατί αυτό που μισούν και πολεμούν είναι οι αξίες και τα ήθη μας», σημείωνε το γαλλικό περιοδικό. Και κατέληγε: «Η δημοσίευση βλάσφημων -για το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό ή τον Χριστιανισμό- σκίτσων δεν συνιστά προσβολή για τους πιστούς, αλλά άσκηση μιας ελευθερίας που μας δόθηκε στη Γαλλία, καρπός της μοναδικής μας ιστορίας και των κοσμικών μας αξιών».

Σε ό,τι αφορά τα συγκεκριμένα γεγονότα, ο τρόπος που ενήργησε ο ρωσοτσετσένος δράστης δείχνει πως τέτοιου τύπου τρομοκράτες δεν έχουν πλέον τα μέσα να οργανώσουν ομάδες κρούσης και εργάζονται μεμονωμένα, με πρωτόγονα εργαλεία σαν serial killers. Πρόκειται για άτομα που τους έχει γίνει πλύση εγκεφάλου, ενώ συχνά ενθαρρύνονται κι από τις οικογένειες ή τα αγαπημένα τους πρόσωπα, πιστεύοντας ότι έχουν μια θεϊκή αποστολή και πρέπει να σκοτώσουν αδίστακτα τον άπιστο για να κερδίσουν τον παράδεισο και να πάρουν εκδίκηση για τον Προφήτη. Μ’ όλα αυτά, μπορούν ακόμη να διασπείρουν τον φόβο στη Γαλλία, αλλά και να προξενήσουν πολλαπλά θύματα, καθώς η χώρα μετρά 250 νεκρούς από ισλαμική τρομοκρατία τα τελευταία 5 χρόνια.  Και δυστυχώς, τέτοια περιστατικά προξενούν ανάλογες αντιδράσεις κι από την ανάποδη. Έτσι, πριν μερικές μέρες, μετά ένα λεκτικό επεισόδιο, δέχθηκαν ρατσιστική επίθεση δύο μουσουλμάνες,  δίπλα στον Πύργο του Άιφελ,  από δύο λευκές γυναίκες, που τις μαχαίρωσαν επανειλημμένα αποκαλώντας τες «βρωμο-αράβισες».

Ενδιαφέρον, πάντως, παρουσιάζει ότι, ενώ η ISIS προηγουμένως είχε παροτρύνει τους ομοϊδεάτες της να μιμηθούν την επίθεση στο Charlie Hebdo και είχε επικροτήσει όλες τις σχετικές τρομοκρατικές πράξεις από τότε, δεν ανέλαβε την ευθύνη για τη δολοφονία του Πατί, τουλάχιστον μέχρι πρότινος.

Η αποτυχία αντιμετώπισης του ισλαμικού φανατισμού στην γαλλική εκπαίδευση

Αν και η λεγόμενη laicite, δηλαδή η κοσμικότητα και η απουσία πάσης φύσεως θρησκευτικότητας, είναι μια από τις βασικές συνιστώσες του γαλλικού σχολείου, φαίνεται να απέτυχε να εφαρμοστεί αποτελεσματικά. Και το πρώτο πλήγμα σε βάρος της πηγαίνει αρκετά πίσω, όταν η κεντροφιλελεύθερη κυβέρνηση Ζισκάρ Ντε Στεν ήδη από το 1977 σύναπτε συμφωνίες με 9 μουσουλμανικές χώρες, επιτρέποντάς τες να ιδρύουν θρησκευτικά σχολεία στη Γαλλία και να διορίζουν οι ίδιες τους δασκάλους τους. Πέραν τούτου, είχε δοθεί η δυνατότητα σε τρίτες χώρες να ορίζουν τους ιμάμηδες σε γαλλικά τεμένη. Η δεύτερη οπισθοδρόμηση ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, μετά την αποτυχία των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων Μιτεράν να καταργήσουν τα ιδιωτικά καθολικά σχολεία, ύστερα από τις σφοδρές αντιδράσεις που συνάντησαν. Έτσι, όμως, η διατήρηση των καθολικών σχολείων έδωσε το επιχείρημα για μονιμοποίηση και ενίσχυση των ισλαμικών σχολείων. Σήμερα σ’ αυτά φοιτούν περίπου 80.000 μαθητές.

Παράλληλα, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Γαλλίας, μέσω μετανάστευσης, διευρυμένης πολιτικής οικογενειακών επανενώσεων και μεγαλύτερου ρυθμού γεννητικότητας, έφτασε τουλάχιστον τα 6 εκατ., δηλαδή στο 8% του συνόλου, που είναι το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρώπη. Οι δυνατότητες καλής αφομοίωσης όλων αυτών των πληθυσμών, είτε μέσω εκπαίδευσης είτε γενικότερα στην κοινωνία, άρχισε να γίνεται προβληματική. Επιπλέον, οι εν λόγω τάσεις ήρθαν να συμπέσουν στις δεκαετίες ’80 και ’90 με την φτωχοποίηση μικροαστικών ή και μεσοαστικών στρωμάτων της Γαλλίας και την επιδείνωση των συνθηκών σε υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού, αλλά και πολλών επαρχιακών πόλεων. Όλα αυτά, με τη σειρά τους, συνέβαλαν στην πτώση του επιπέδου των δημόσιων σχολείων μορφωτικά, αλλά και ως μηχανισμών πολιτισμικής ενσωμάτωσης. Έτσι, αντί για κύτταρα δημοκρατίας και κοινωνικής ανέλιξης, σε ορισμένες περιπτώσεις μετατράπηκαν σε εστίες φανατισμού και μίσους. Τέτοια σχολεία, μαζί με μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα ή και ολόκληρες συνοικίες  όπου κυριαρχεί η παρακμή και η ανομία,  άρχισαν να συγκαταλέγονται στα «χαμένα εδάφη» της γαλλικής δημοκρατίας.

Το τελευταίο στοιχείο που ήρθε να σπρώξει κι άλλο τον τροχό του φονταμενταλισμού ήταν ο ιδεολογικός παράγων. Ήδη από τη δεκαετία του ’80, ένα μέρος του πολιτικού κόσμου της Γαλλίας και ιδίως της Αριστεράς, υπό τις ενοχές του αποικιακού παρελθόντος αλλά και τα περιστατικά ρατσισμού που συνέβαιναν βοηθούσης της άκρας δεξιάς, άρχισε να γίνεται επιρρεπής σε οποιαδήποτε αίτημα, από οργανωμένους και μη μουσουλμάνους, για εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες και καθιέρωσης αντίστροφων διακρίσεων.  Ο σεβασμός του γαλλικού πολιτισμού πολλές φορές θεωρήθηκε εθνικισμός, ενώ ήδη από το 2003-2004 η έκθεση Obin ενημέρωνε για τα ανησυχητικά φαινόμενα ριζοσπαστικοποίησης σε γαλλικά σχολεία. Όπως έγραφε, «καθίσταται προβληματική η διδασκαλία για το Ολοκαύτωμα και το Εβραϊκό ζήτημα, τον Βολταίρο, ακόμη και τον Φλομπέρ, λόγω της ‘φεμινίστριας’ Μαντάμ ντε Μποβαρί. Στα σχολεία γίνεται προτεραιότητα μια ατομική αυτολογοκρισία πολλών εκπαιδευτικών». Το δε νήμα που συνδέει αυτές τις διαπιστώσεις με τους μαθητές και γονείς που «έδωσαν» τον Σαμιέλ Πατί στον Αμπντουλάχ  Αμπουζίντοβιτς για να τον «τιμωρήσει» είναι μεν κάπως μακρύ, αλλά κρατάει από τότε.

Τα μέτρα της κυβέρνησης Μακρόν και οι προοπτικές τους

Αντιμέτωπη πλέον με την απόλυτη φρίκη και μετά πεντέμιση χρόνια έντονης ισλαμικής τρομοκρατίας, η γαλλική κυβέρνηση αντέδρασε με σειρά μέτρων κατά μουσουλμανικών οργανώσεων και προσώπων. Ορισμένες από αυτές τις πολιτικές θα είναι άμεσες και άλλες νομοθετικού περιεχομένου και θα χρειαστεί να ολοκληρωθούν έως και τις αρχές του επομένου χρόνου. Πάντως, όπως είπε ο Μακρόν «ο φόβος θα πρέπει ν’ αλλάξει στρατόπεδο».

Στην ημερήσια διάταξη είναι πλέον: προσαγωγές και κρατήσεις ατόμων, έρευνες σε χώρους, άσκηση διώξεων σε ένα ευρύτερο κύκλο που αναμείχθηκε στη δολοφονία Πατί, κλείσιμο συλλόγων και ενός τζαμιού στην περιφέρεια του Παρισιού, αναίρεση των συμφωνιών για διορισμούς εκπαιδευτικών και ιμάμηδων από άλλες χώρες, κατάργηση εξαιρέσεων όπως τα γεύματα χαλάλ στα δημόσια σχολεία και των διαφορετικών ωραρίων ανά φύλο σε δημοτικές πισίνες, απαγόρευση ‘πιστοποιητικών παρθενίας’ που εξακολουθούν να δίνουν … ορισμένοι γιατροί, επιβολή θρησκευτικής ουδετερότητας όχι μόνον στο δημόσιο, αλλά και σε συνεργαζόμενους εργολάβους μ’ αυτό, αποκλεισμός παρακολούθησης των σχολικών προγραμμάτων κατ’  οίκον (αφορά σήμερα 50.000 μαθητές), επίβλεψη social media που διαδίδουν το εθνο-θρησκευτικό μίσος

Ωστόσο, η λήψη αυτών των μέτρων και πρωτοβουλιών δημιουργεί και αντίλογο. Εκτός από τις αντιδράσεις στο εξωτερικό, ασκείται ήδη μια κριτική στο εσωτερικό ότι η κυβέρνηση Μακρόν δρα σπασμωδικά, πιεζόμενη από τα συντηρητικά και ακροδεξιά κόμματα για να υιοθετήσει πιο σκληρή στάση έναντι δικαίων και αδίκων. Μια τέτοια περίπτωση είναι π.χ. η απόφαση για διάλυση του «Σύλλογου κατά της Ισλαμοφοβίας-CCIF», οι υπεράριθμοι αστυνομικοί έλεγχοι ή και η χρήση «πολιτιστικών όρων» σε σχέση με τον ισλαμικό εξτρεμισμό. Για αυτό τον τελευταίο λόγο, ο ίδιος ο Μακρόν και οι υπουργοί του φροντίζουν μιλούν και για τα «κοινωνικά αίτια» (φτώχεια, αποκλεισμοί) στην ανάπτυξη θρησκευτικού φανατισμού.

Πάντως, το τελευταίο κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτά τα μέτρα, που θα έπρεπε να είχαν ληφθεί και εφαρμοστεί σε βάθος δεκαετιών, μπορούν σήμερα, εν τω  μέσω πλειάδας οικονομικών/κοινωνικών προβλημάτων και κατεστημένων καταστάσεων, να ανακτήσουν τα «χαμένα εδάφη» της γαλλικής δημοκρατίας, ώστε «κανένα άτομο ή ομάδα να μην μπορεί να επικαλείται την καταγωγή του ή τη θρησκεία του για να εξαιρεθεί από τον κοινό κανόνα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει νομοθέτημα που προωθείται.