John Field (1782-1837)O επινοητής-πατέρας του «Νυχτερινού»

Screenshot 2020 10 29 at 8.59.06 PM   

Πολύ λίγοι συνθέτες χαρακτηρίστηκαν “επινοητές” στη μουσική ιστορία και είναι λογικό αυτό, στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Για τον John Field, τον Κέλτη από την Ιρλανδία που συνέθεσε πρώτος τα πιο αντιπροσωπευτικά «Νυχτερινά» ρομαντικής έκφρασης αλλά γραμμένα με τους κανόνες του κλασικού πιάνου, η τύχη στάθηκε απέναντί του ως επί το πλείστον αμήχανη, φωτίζοντας εντυπωσιακά ως ιδανικό συνθέτη νυχτερινών, τον επερχόμενο γίγαντα Fr.Chopin, που κάποιες φορές δήλωσε θαυμαστής των μουσικών ιδεών του Φηλντ. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τότε πολλοί συνθέτες είχαν γράψει «νυχτερινή μουσική», σερενάτες, λυρικές εικόνες κάτω από το φεγγάρι. Ο Haydn, ο Dussek, o Czerny ήταν μεταξύ αυτών. Ο Field το καλλιέργησε ως είδος κατ’ εξοχήν ρομαντικής έκφρασης, που χειροκροτήθηκε με πάθος ως συνδεόμενο απόλυτα με τον ήχο του πιάνου. Ο Ιρλανδός συνθέτης εντυπωσίασε εκείνα τα χρόνια με την πιανιστική του παραγωγή σε nocturnes και κοντσέρτα.
Γεννήθηκε σε μουσική οικογένεια, που διέβλεψε από πολύ νωρίς την προικισμένη του φύση. Στα εννιά του έπαιξε στο κοινό του Δουβλίνου. Ο πατέρας του, μετά κι από σειρά συναυλιών του μικρού στον τόπο καταγωγής του, δαπάνησε ένα τεράστιο ποσό για να μετακινηθεί το παιδί στο Λονδίνο για να μελετήσει ιδιωτικά με τον Muzio Clementi. Αυτή η αποδοτική εποχή των σπουδών διήρκεσε από τα δώδεκα του χρόνια μέχρι τα δεκαεννέα. Ο Clementi είχε μεγάλη φήμη και ως δάσκαλος. Ο Field φαίνεται ότι υπήρξε ο προτιμώμενος μαθητής του.

Ως συνθέτης ο Field άρχισε το 1796 να γράφει κομμάτια στο πεντάγραμμο και κάποια στιγμή εκδόθηκε μια συλλογή που περιείχε σονάτες του αφιερωμένες στον Κλεμέντι. Στα 16 του παρουσίασε στο Λονδίνο το πρώτο του κοντσέρτο και κάμποσα Νυχτερινά. Κατάφερε να παίξει τη μουσική του στο Λονδίνο μέχρι το 1801, τριάντα φορές.
Μετά, μαθητής και δάσκαλος περιόδευσαν επί μακρόν στην Ευρώπη, και λίγο μετά ταξίδεψαν στην Αγία Πετρούπολη. Τα Νυχτερινά του εντυπωσίαζαν παντού. Εκείνη την εποχή, στην Αγία Πετρούπολη ζούσαν πολλοί σημαντικοί καλλιτέχνες, από τη Γαλλία και την Γερμανία κυρίως, γοητευμένοι από το καλλιτεχνικό κλίμα της πόλης. Ο Clementi και ο Field χειροκροτήθηκαν θερμά στις εκεί συναυλίες τους αλλά πίσω από τη σκηνή, ο Field εισέπραττε μηδαμινά χρήματα, αφού ο δάσκαλος του διεκδικούσε και εισέπραττε πάντα το μέγιστο των αμοιβών αφήνοντας ψίχουλα στο μαθητή του, ίσα για να μη πεινάει. «Ο νεαρός, αδέξιος, φτωχούλης, με ένα φθαρμένο κουστουμάκι και τίποτε άλλο», όπως τον περιγράφει ο Louis Spohr, «έμοιαζε χαμένος και δεν ήξερε πώς να απαιτήσει μια αξιοπρεπή αμοιβή».
Όταν ο Clementi (που υπήρξε ως γνωστόν ο πρώτος διάσημος επιχειρηματίας μουσικών εκδόσεων αλλά και μάνατζερ συναυλιών) έφυγε από την Αγία Πετρούπολη μόνος του, έχοντας χρήσει τον μαθητή του «εκπρόσωπο των εκδόσεων Clementi» εκεί. Ο στρατηγός Marklovsky, φιλόμουσος και αρωγός νέων μουσικών, πρόσφερε στον ταλαντούχο νέο ευκαιρίες να ξεπεράσει τις αμηχανίες του και να δείξει παντού πόσο ταλαντούχος ήταν. Μετά από την παρουσίαση στο κοινό του πρώτου του κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα ο Φηλντ έκανε την πόλη να μιλάει γι’ αυτόν και την αριστοκρατία να τον καλεί για να παίξει σε δεξιώσεις επωνύμων. Πολλοί τον επέλεξαν τότε ως δάσκαλο πιάνου των παιδιών τους. Έλεγαν γι’ αυτόν ότι «το να μην ακούσεις το νέο αυτό πιανίστα να παίζει ήταν αμαρτία, πράξη εχθρική προς την τέχνη και την καλή αισθητική». Επιτέλους ο Field ήταν ανεξάρτητος, ζούσε άνετα, ποιοτικά, είχε συναυλίες στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη.
Ο συνθέτης έζησε για τριάντα τουλάχιστον χρόνια στη Ρωσία, συνθέτοντας και παίζοντας σε συναυλίες. Τα πιο χρόνια κύλησαν πολύ δημιουργικά και ευτυχισμένα αλλά ήρθαν και τα κουρασμένα και αδιάφορα χρόνια κάποια στιγμή.

Screenshot 2020 10 29 at 8.59.13 PM

Μετά από μια πολύ κουραστική περιοδεία, επιστρέφοντας το 1834 στη Ρωσία διαπίστωσε ότι η φθίνουσα υγεία του περιορίζει την αφοσίωση που απαιτεί η σολιστική εργασία. Πέρασε τα τελευταία χρόνια στη Μόσχα και έγραψε τα τελευταία Νυχτερινά του το 1835. Έδωσε την τελευταία του συναυλία τον Μάρτιο του 1936 και πέθανε από πνευμονία στις 23 Ιανουαρίου 1837. Ήταν 54 ετών. Είναι θαμμένος στο παλιό νεκροταφείο Vedenskoye.
Διηγούνται ότι πριν πεθάνει, ένας ιερέας τον ρώτησε ποια ήταν η θρησκεία του. Είσαι καθολικός; προτεστάντης; καλβινιστής; Όχι, είμαι πιανίστας! να ξέρετε πάντως ότι θα μείνω πιανίστας μέχρι το τέλος απάντησε, πάντα με το χιούμορ που του αναγνώριζαν.

Όσο «τυχερός» ήταν στη ζωή, τόσο «άτυχος» μετά το θάνατο του. Το κοινό δεν τον θυμόταν στην Ευρώπη, τα έργα του έμεναν ανέκδοτα στο μεγαλύτερο ποσοστό, δεν κυκλοφορούσαν ούτε όσα παλαιότερα είχαν εκδοθεί, επιπλέον δεν υπήρχε τρόπος τότε να συντηρούνται και να αναβιώνουν «δημοσιογραφικά» πληροφορίες και γεγονότα από όσα είχε κάνει ζώντας τόσο μακριά.

Όταν μαθεύτηκε ότι πέθανε, η Revue et Gazette musicale de Paris, έγραψε: «L’art musical a encore à déplorer une nouvelle perte, celle du célèbre pianiste John-Field, qui vient de mourir à Moscou» (26 février 1837). Στο Παρίσι, το 1802 που ήταν μόλις είκοσι ετών η Revue et Gazette musicale de Paris τον είχε υποδεχτεί ως πολλά υποσχόμενη μεγαλοφυΐα. Το 1833, ένιωσε ευτυχής, παίζοντας στο Παρίσι θριαμβευτικά το έβδομο κοντσέρτο του. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη που του ζητήθηκε να το παίξει (και το έπαιξε) στον Πάπα, αλλά μόνος, χωρίς ορχήστρα. Είναι γεγονός ότι στη συνέχεια το κοντσέρτο αυτό πέρασε στα… αζήτητα της εργογραφίας.
Στα χρόνια της Ρωσίας, περιόδευσε ευτυχώς αρκετές φορές στην κεντρική Ευρώπη, παρέμενε κάθε φορά για μικρά έστω διαστήματα στο Λονδίνο και στο Παρίσι κι έτσι αρκετοί μουσικοί γνώρισαν το πιανιστικό του συνθετικό έργο.
Εν τω μεταξύ το ρομαντικό φαινόμενο που άκουγε στο όνομα Σοπέν έκανε την θριαμβευτική εμφάνισή του και εμπνεόμενο από την μουσική του Field πλούτισε εντυπωσιακά το ρεπερτόριο συνθέσεων για πιάνο. Δεν ήταν λίγοι και αυτοί που υπονόησαν ότι σκόπιμα ο Σοπέν δεν αναφερόταν συχνά στον Φηλντ, για να φωτίζονται πιο άνετα τα δικά του Νυχτερινά και να του αποδώσουν την τιμή του επινοητή του είδους.

Screenshot 2020 10 29 at 8.59.21 PM

Μέχρι το 1960 δεν υπήρχε παρά ένα βιβλίο που να αφορά την περίπτωση του John Field. Ο Η. Dessauer, το 1912 εκπόνησε διδακτορική διατριβή στην οποία περιέχονται γενικές και ειδικότερες πληροφορίες για τον συνθέτη και παρουσιάζονται τα έργα του. Μετά το 1970 γράφτηκαν ενδιαφέροντα κείμενα ενώ η δισκογραφία βοήθησε πολύ στην αποδοχή του ως συνθέτη έργων για πιάνο. Η Ρένα Κυριακού έκανε το μεγάλο βήμα, ηχογραφώντας το 1968 κοντσέρτα και νυχτερινά του Φηλντ φωτίζοντας σε παγκόσμια κλίμακα τον συνθέτη. Δεκαοκτώ μόνος από τα Νυχτερινά του, σε επιμέλεια και δακτυλοθεσία του Franz Liszt, εκδόθηκαν το 1859 στη Λειψία, εκδ. Schuberth, και αυτά προτιμούμε ακόμα σήμερα για να διαβάσουμε τα μουσικά αυτά διαμάντια.
Ο Chopin, όταν πια είχε φτάσει στο υψηλότερο σημείο της καριέρας του, μετά από μια συναυλία στο Παρίσι, αναφέρθηκε στον Field λέγοντας στο κοινό ότι ένιωθε πάντα ότι είχε τον άγγιγμα του σε κάθε έμπνευσή του.