Ο Νίτσε και η μουσική

Γράφει η `Εφη Αγραφιώτη 

Πόσα λίγα χρειαζόμαστε για την ευτυχία! Τον ήχο ενός αυλού…

Μια δική του περιγραφή ή ίσως σκιαγράφηση της μουσικής, έμεινε πλέον στην ιστορία: H μουσική δεν είναι μια τέχνη σαν τις άλλες, είναι η ανώτερη έκφραση της ζωής. Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος.

Ένας από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους, ποιητές και στοχαστές του δέκατου ένατου αιώνα, ο Φρίντριχ Νίτσε γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844 στο Röcken, κοντά στη Λειψία. Ο πατέρας του ήταν λουθηρανός πάστορας, η μητέρα του ήταν κόρη πάστορα. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του (1850) που τα τελευταία του χρόνια υπέφερε από βαριά ψυχοπάθεια και τον χαμό του αδελφού του, η οικογένεια μετακόμισε στο σπίτι της γιαγιάς, καθώς η μητέρα δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συντηρήσει μόνη το σπίτι. Ο μετέπειτα μέγας φιλόσοφος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πουριτανών γυναικών, αποτελούμενο από τη μητέρα του, την αδελφή του, τη μητέρα του πατέρα του και τις δυο ανύπαντρες αδελφές του πατέρα του. Η διαβίωσή του σε ένα τέτοιο περιβάλλον και ο χαρακτήρας της αδελφής του ενδεχομένως να ήταν μία αιτία για την ανέκαθεν υποτιμητική του στάση απέναντι στο γυναικείο φύλο για το οποίο είπε τα ουκ ολίγα: στον  «Ζαρατούστρα» υποστηρίζει ότι είναι καλύτερα να πέσεις στα χέρια ενός δολοφόνου παρά στα όνειρα ενός θηλυκού σε οίστρο!


Ο Νίτσε διηγήθηκε σε φίλο του κάτι που έζησε σε έναν οίκο ανοχής. «Βρέθηκα ξαφνικά περιτριγυρισμένος από πέντε-έξι πανέμορφες, τυλιγμένες σε διάφανα υφάσματα με πούλιες, που με κοίταζαν περιμένοντας, αλλά εγώ, εντελώς ενστικτωδώς κατευθύνθηκα προς το πιάνο, λες και ήταν το μόνο πράγμα που είχε ψυχή εκεί μέσα.

Screenshot 2020 11 12 at 7.57.22 PMΟ Νίτσε από μικρός αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στο γράψιμο, επιδεικνύοντας πλούσια λογοτεχνική παραγωγή, ενώ ήδη σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ταξινόμησε τα δεκάδες ποιήματα του σε περιόδους. Το φθινόπωρο του 1862 αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική, στην οποία αναγνώριζε μεγάλη δύναμη και ουμανιστική χρησιμότητα. Ο Νίτσε αναζήτησε καταφύγιο στη μουσική συνθέτοντας πολλά κομμάτια, επηρεασμένος εμφανώς από τον Ρόμπερτ Σούμαν, τον Γερμανό μέγιστο ρομαντικό συνθέτη. Θαύμαζε όμως και τον «αλκυόνειο και ευτυχή Μέντελσον, που με την ελαφράδα, την καθαρότητα της ψυχής και την οξυδέρκεια της μουσικής του, έδωσε ώθηση στη γερμανική μουσική».

Στο πιάνο ακουμπούσε ο Νίτσε τις ιδέες του πολύ πριν τους δώσει φιλοσοφικό περιεχόμενο, έβλεπε το πιάνο σαν διαπασών ανάπτυξης ιδεών. Ας σημειώσουμε ότι ο Νίτσε συνέθεσε απλή, «ερασιτεχνική» μουσική, σε μια εποχή που η μέση τάξη στη Γερμανία εκτιμούσε τη ρομαντική αρμονία στη σύνθεση ακόμα και του απλούστερου κομματιού. Ως συνθέτης λοιπόν ούτε επαναστάτης αλλά ούτε αντικομφορμιστής επεδίωξε να είναι.

13800435 h0559648Η Λου Σαλομέ, η μούσα του Ρίλκε (και όχι μόνον αυτού) περιγράφει τον Νίτσε να κάθεται στο πιάνο: είχε λεπτά ευλύγιστα δάχτυλα και έπαιζε άλλοτε ευαίσθητα και περιγραφικά και άλλοτε βίαια, σαν να ήθελε να κατακτήσει όλες τις διαστάσεις του ήχου. Στο πιάνο έβλεπες όλη την πνευματική και στοχαστική του εγρήγορση.(από το βιβλίο του François Noudelmann, Le toucher des philosophes, Sartre, Nietzsche et Barthes au piano, Gallimard, 2008). Ο ίδιος ο Νίτσε έλεγε χαρακτηριστικά ότι στο πιάνο το βασικότερο είναι να αφήνεις τη συνοδεία να συνοδεύει και το τραγούδι να τραγουδάει. Είναι ίσως το πιο απλό και το πιο… επικοινωνιακό από όλα όσα έχει πει για τη μουσική!

Screenshot 2020 11 12 at 8.00.41 PM

                                   Ο Νϊτσε το 1862
Το 1865 συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Σε ένα από τα πρώτα του κείμενα γράφει ο Νίτσε: Αυτό που μένει από όλα είναι η μουσική. Ποιος θα μπορούσε να απορρίψει έναν ήχο; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Μπαχ είναι περισσότερο ή λιγότερο «αληθινός» από τον Μότσαρτ ή τον Μπετόβεν; Δεν θα απευθυνθώ παρά σ’ εκείνους που έχουν άμεση σχέση με τη μουσική. H μουσική δεν είναι μια τέχνη σαν τις άλλες, είναι η ανώτερη έκφραση της ζωής. Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος.

 

Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου του 1868 συναντιέται για πρώτη φορά με το τότε μουσικό του είδωλο, τον Βάγκνερ. Ο Βάγκνερ του ζητά να ξαναβρεθούν και ο Νίτσε ανταποκρίνεται. Το περιεχόμενο των συζητήσεων είναι φυσικά η μουσική και η φιλοσοφία. Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, ο Νίτσε διδάσκει την ελληνική γλώσσα, μελετά τα αρχαιοελληνικά κείμενα και δημοσιεύει μια σειρά από σχετικά δοκίμια που θα τον οδηγήσουν στο πρώτο του βιβλίο «Η γένεση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής». Ο θαυμασμός του στο έργο του Βάγκνερ και του Σοπενχάουερ είναι σαφής. Ο Βάγκνερ εκθείασε το έργο του Νίτσε. Άλλοι αποκάλεσαν το βιβλίο απόλυτη ανοησία. Όσο ζούσε στην Ελβετία, μέχρι το 1879, ο Νίτσε συνέχισε να επισκέπτεται συχνά τον Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ.

Screenshot 2020 11 12 at 8.02.48 PMΤην περίοδο 1873-1876, ολοκλήρωσε μία σειρά τεσσάρων δοκιμίων που εκδόθηκαν αργότερα σε μία συλλογή με το γενικό τίτλο «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί». Μεταξύ άλλων πραγματεύεται θέματα μουσικής προσεγγίζοντας τον Βάγκνερ στο κεφάλαιο «ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ». Για τον Νίτσε, ο Σοπενχάουερ και ο Βάγκνερ αποτελούσαν φωτεινά παραδείγματα για την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμικού κινήματος που συνέδεε τη μουσική, τη φιλοσοφία και την κλασική φιλολογία. Αργότερα, μετά την απογοητευτική παραγωγή του φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 1876, όπου παρουσιάστηκε το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν,  επήλθε ρήξη στη σχέση του με τον Βάγκνερ.

Ο σωβινισμός και ο αντισημιτισμός του Βάγκνερ ενόχλησαν τον φιλόσοφο αλλά η «χαριστική βολή» στην φιλία τους δόθηκε από τον Πάρσιφαλ που υμνούσε τον χριστιανισμό, τον οποίο ο Νίτσε είχε χαρακτηρίσει ως πλάνη. «Αγάπησα και θαύμασα τον Ρίχαρντ Βάγκνερ περισσότερο από οποιονδήποτε και αν δεν είχε στο τέλος το κακό γούστο -ή τη θλιβερή παρόρμηση- να προσθέσει στο πρόγραμμά του έναν, ανυπόφορο για μένα, τύπο «πνευμάτων», μαζί με τους μαθητές του, τους βαγκνερικούς, δεν θα είχα κανένα λόγο να τον αποχαιρετήσω ενόσω ζούσε ακόμα: αυτόν, τον πιο βαθυστόχαστο και τολμηρό, αλλά και τον πιο παρεξηγημένο από όλους αυτούς τους δυσνόητους της σήμερον, η γνωριμία με τον οποίο ωφέλησε τη γνώση μου περισσότερο από κάθε άλλη. Για να βάλω τα πράγματα στη θέση τους πάντως, δεν θα ήθελα να συγχέεται η υπόθεσή του με τη δική μου, χρειάστηκε μάλιστα και κάμποση αυθυπέρβαση πριν μάθω να διαχωρίζω με την κατάλληλη τομή τη «δική του» από τη «δική μου». Η βελτίωση του θεάτρου δεν με απασχολεί ιδιαιτέρως, πόσο μάλλον η «εκκλησιαστικοποίησή» του. Η  αληθινή βαγκνερική μουσική δεν αποτελεί επαρκώς το στοιχείο μου, άρα θα μπορούσα να είμαι ευτυχής και υγιής χωρίς αυτήν. Αυτό που με ξένιζε περισσότερο πάνω του ήταν η τευτονομανία και η ημι-εκκλησιολαγνεία των τελευταίων χρόνων του…».