Αρχική Editors Πολυδεύκης Παπαδόπουλος / O «τραμπισμός» μετά τον Τραμπ

Πολυδεύκης Παπαδόπουλος / O «τραμπισμός» μετά τον Τραμπ

AP 20313198203819
AP

«Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα δεχθεί ποτέ την ήττα του και θα ισχυρίζεται πάντα ότι του έκλεψαν τις εκλογές αφού είναι παθολογικός νάρκισσος», αποφαίνονται ειδικοί κι ακόμη και μια πρώην σύζυγός του. Γι΄ αυτό και θα συνεχίσει την αμφισβήτηση του αποτελέσματος, ρητορικά μέχρι τέλους και για ένα διάστημα μέσω προσφυγών στα δικαστήρια, αν και οι πιθανότητές δικαστικής ανατροπής του συνολικού αποτελέσματος είναι πρακτικά ανύπαρκτες. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την ετυμηγορία του αμερικανικού λαού, αυτή δεν υπήρξε καταλυτική σε βάρος του, αφού ο Τραμπ κράτησε δυνάμεις, το δε πολιτικό ήθος και η συμπεριφορά του μάλλον ήρθαν για να μείνουν.

Μια ήττα περιορισμένων διαστάσεων

Πέραν της σημασίας της νίκης Μπάιντεν, το αποτέλεσμα των φετινών εκλογών προκάλεσε ένα σοκ στο Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο περίμενε, σύμφωνα με τις εθνικές δημοσκοπήσεις, ένα σαρωτικό «μπλε κύμα» (κόκκινο είναι το χρώμα των Ρεπουμπλικανών και μπλε των Δημοκρατικών), όχι μόνον στις προεδρικές εκλογές αλλά και σε εκείνες για τα δύο νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου.

Όμως, αντί γι’ αυτό κι έπειτα από όλα όσα έχει κάνει, ο μέχρι τώρα Πρόεδρος διατήρησε την απήχησή του σε σημαντική μερίδα των πολιτών. Παρότι έχασε στη λαϊκή ψήφο με λίγο περισσότερο από πέντε εκατομμύρια ψήφους διαφορά από τον Μπάιντεν, συγκέντρωσε 9.5 εκατ. ψήφους περισσότερες απ’ ό,τι τέσσερα χρόνια πριν!  Αν και σ’ αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψιν  η σημαντική αύξηση της συμμετοχής των Αμερικανών στις εκλογές, ο αριθμός ψήφων του Τραμπ είναι -ενδεικτικά- υψηλότερος από εκείνους που είχε πάρει ο Μπάρακ Ομπάμα στις σημαντικές νίκες που κατήγαγε το 2008 και το 2012. Επιπλέον, οι Ρεπουμπλικανοί φαίνεται ότι θα διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, εκτός κι αν χάσουν και τις δύο γερουσιαστικές έδρες στις επαναληπτικές εκλογές της Τζόρτζια τον ερχόμενο Ιανουάριο, κάτι που θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο. Στη δε Βουλή των Αντιπροσώπων  οι Δημοκρατικοί διατηρούν τον έλεγχο με μειωμένη πλειοψηφία.

Απ΄ την άλλη, κοιτώντας κανείς τον εκλογικό χάρτη, διαπιστώνει γρήγορα το βαθύ χάσμα που χωρίζει την αμερικανική κοινωνία. Ο Μπάιντεν κέρδισε όλες τις Πολιτείες στην ανατολική και δυτική ακτή των ΗΠΑ, όπου συγκεντρώνεται το πιο πλούσιο και μορφωμένο μέρος της χώρας. Όμως, επειδή αυτό συμβαίνει εδώ και αρκετό καιρό σχεδόν με όλους τους υποψήφιους Δημοκρατικούς, την κατάκτηση της προεδρίας του προσέφεραν οι οριακές νίκες του σε 6 μετακινούμενες πολιτείες που βρίσκονται στη μέση και το νότο (Πενσυλβάνια, Μίσιγκαν, Ουισκόνσιν, Τζόρτζια, Αριζόνα, Νεβάδα). Ο Τράμπ με τη σειρά του κέρδισε όλες τις αναμενόμενες νότιες και μεσοδυτικές πολιτείες, αρκετές εκ των οποίων με σημαντική διαφορά.   Όμως, ακόμη και μέσα σε κάθε πολιτεία μπορεί να διακρίνει κανείς τη διαφοροποίηση πόλης – υπαίθρου, με τα αστικά κέντρα να βάφονται μπλε και την επαρχία κόκκινη. Πρόκειται για ένα διχασμό, που εν τέλει υπήρξε χαρακτηριστικό στοιχείο της τετραετίας Τραμπ και ο οποίος συνεχίζει να βαρύνει τις ΗΠΑ.

Επιπλέον, εντύπωση προκαλεί η καλή επίδοση του Τραμπ, σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, στις πολιτείες όπου υπάρχει μεγάλη παρουσία της ισπανόφωνης αλλά και της αφροαμερικανικής μειονότητας. Και σε ό,τι αφορά τους ισπανόφωνους ψηφοφόρους, η τάση αυτή είναι πιο κατανοητή, μια και αποτελούν τη δεύτερη φυλετική ομάδα πίσω από τους λευκούς ως προς την υποστήριξη στον Τραμπ. Μια βασική εξήγηση αποτελεί ότι το 75% αυτών δεν έχει μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, αλλά είναι γεννημένο εκεί κι έχει τις ίδιες ανησυχίες με τους υπόλοιπους Αμερικανούς πολίτες. Καταγράφεται, μάλιστα, σε έρευνες μια αυξανόμενη απήχηση του συντηρητισμού ακόμη και σε νεαρούς ισπανόφωνους άντρες, ιδίως στη Φλόριντα και το Τέξας, όπου ο Τραμπ πέτυχε αρκετά άνετες νίκες.

Πιο παράδοξη είναι η κατά 4% αύξηση της ψήφου των Αφροαμερικανών υπέρ του Τράμπ  (το 12% των μαύρων  τον ψήφισε σ’ αυτές τις εκλογές, έναντι 8% το 2016), ιδιαίτερα σε πολιτείες όπως το Τενεσί, η Αλαμπάμα, το Αρκανσο, η Λουιζιάνα, όπου νίκησε με άνεση.  Πρόκειται για μια τάση που είναι πιο δύσκολο να εξηγηθεί, ιδίως ύστερα απ’ όσα συνέβησαν λόγω της αστυνομικής βίας κατά των Αφροαμερικανών σε μια σειρά από περιπτώσεις.

Εν τέλει, ο σημαντικότερος παράγοντας για τις απροσδόκητα καλές επιδόσεις του Τραμπ, θεωρείται η καλή κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας πριν την πανδημία, την οποία του πίστωνε η πλειοψηφία στις δημοσκοπήσεις. Ως εκ τούτου, πολλοί Αμερικανοί ψήφισαν τον Τραμπ θεωρώντας ότι είναι ικανότερος να επιφέρει μια γρήγορη ανάκαμψη της οικονομίας μετά την πανδημία, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις ευθύνες του για το εύρος της υγιεινομικής κρίσης. Άλλη παράμετρος υπέρ του Τραμπ ήταν τελικά οι φυλετικές ταραχές την άνοιξη και το καλοκαίρι και ιδίως η ρητορική πολλών Δημοκρατικών της αριστερής πτέρυγας υπέρ μιας μείωσης της χρηματοδότησης της αστυνομίας. Παρόλο που ο Μπάιντεν διαφώνησε με τη στάση αυτή, ο Τραμπ ανέπτυξε μια έντονη ρητορική υπέρ του νόμου και της τάξης, που επέδρασε σε σημαντική μερίδα των λευκών και των ισπανόφωνων κι ακόμη και σε ορισμένες ομάδες πιο συντηρητικών Αφροαμερικανών.

Τέλος, ο Τραμπ κατάφερε και σ’ αυτές τις εκλογές να  διατηρήσει ως ψηφοφόρους τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας που λογίζονται στους χαμένους της παγκοσμιοποίησης και τα οποία πριν το 2016 δεν εκφράζονταν από κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, καθώς αμφότερα ταυτίζονταν με την απελευθέρωση του παγκοσμίου εμπορίου.

Το μέλλον του Τραμπ

AP 20313712264787
AP

Θέτοντάς το με δυο λόγια,  ο Τραμπ μπορεί να θεωρηθεί ένας «ισχυρός ηττημένος»,  διατηρώντας αρκετές  προοπτικές και δυνατότητες, τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και για το ρεύμα του «τραμπισμού» που δημιούργησε ή που μετασχημάτισε.

Για το πρώτο, ότι κι αν συμβεί, ο Τραμπ έχει ακόμη δύο και κάτι μήνες προεδρίας, τους οποίους μπορεί να αξιοποιήσει όπως νομίζει και ενδεχομένως να εκδικηθεί εκείνους που αντιλαμβάνεται ως εχθρούς του. Μπορεί π.χ. να διώξει ένα πλήθος έμπειρων αξιωματούχων που δεν  εκπλήρωσαν τις επιθυμίες του, όπως έκανε ήδη με τον μέχρι πρότινος Υπουργό Άμυνας Μάρκ Εσπερ.   Ανάμεσα σε εκείνους που θα μπορούσε να επαναλάβει τα ίδια είναι π.χ. ο Κρίστοφερ Ρέι, διευθυντής του FBI, αλλά και ο γνωστός πλέον διεθνώς Δρ. Άντονι Φάουτσι, ο κορυφαίος ειδικός της κυβέρνησης στα λοιμώδη νοσήματα.

Επιπλέον, το υψηλό ποσοστό που έλαβε του προσφέρει μια ισχυρή βάση για να διαδραματίσει ένα ρόλο που δεν μπορούσαν να παίξουν προηγούμενοι ηττημένοι πρόεδροι, όπως ο Τζίμι Κάρτερ ή ο Τζορτζ Μπους. Ακόμη, τα 88 εκατ. άτομα που τον ακολουθούν στο Twitter του δίνουν ένα τεράστιο ακροατήριο, μέσα από το οποίο μπορεί να παραμείνει μια επιδραστική φωνή της αμερικανικής δεξιάς. Επιπλέον, η υπερχρησιμοποίηση των social media  θέτει στη διάθεσή του τη μεγαλύτερη βάση δεδομένων που έχει συλλέξει ποτέ ένας πολιτικός. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να επηρεάσουν τις εκλογικές κούρσες και τις πολιτικές στις ΗΠΑ για αρκετά χρόνια ακόμη.

Αν  και πρόωρο, ορισμένοι αναλυτές δεν αποκλείουν, επίσης, την περίπτωση ο Τραμπ να βάλει υποψηφιότητα για τις εκλογές το 2024, διεκδικώντας και πάλι την προεδρία, μετά μια διακοπή 4 χρόνων. Επ’ αυτού υπάρχει μάλιστα ένα προηγούμενο στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν  ο Γκρόβερ Κλίβελαντ έγινε ο 22ος και μετά ο 24ος Προέδρος των ΗΠΑ, αποτελώντας τον μόνο μέχρι σήμερα Αμερικανό πρόεδρο που υπηρέτησε δύο μη συνεχόμενες προεδρικές θητείες.

Πάντως, περισσότερες πιθανότητες δίνουν οι αναλυτές στο να ασχοληθεί ο Τραμπ με την επιχειρηματική του αυτοκρατορία, εξαργυρώνοντας το πολιτικό κεφάλαιο που δημιούργησε εντός και εκτός Αμερικής. Θεωρείται, επίσης πιθανό να επεκτείνει για πρώτη φορά τις δραστηριότητές του στα ΜΜΕ, δημιουργώντας μίντια απολύτως ελεγχόμενα από τον ίδιο. Θα μπορούσε βέβαια απλώς να χαρεί την περιουσία του και να χαλαρώνει παίζοντας γκολφ.  Όμως, οι περισσότεροι αναλυτές  δε βλέπουν την ήσυχη ζωή ως  το πιθανότερο σενάριο για έναν άνθρωπο σαν τον Τραμπ που πέρασε τόσο μεγάλο μέρος στο προσκήνιο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα συνεχίζει να ασχολείται με το Twitter…

Το μέλλον του Τραμπισμού

Τελικά ο τρόπος που εξελίχθηκαν οι εκλογές στις ΗΠΑ -και όχι μόνον οι Προεδρικές, αλλά και οι υπόλοιπες- έδειξαν τον συντηρητισμό των Αμερικανών, οι οποίοι, παρά την πανδημία, τα φυλετικά επεισόδια και την ευρύτερη κρίση, δεν επέλεξαν τις τομές  στο σύστημα υγείας, τα δικαιώματα των πολιτών ή το οικονομικό πλαίσιο.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την οικονομία, μια μεγάλη μερίδα Αμερικανών ψηφοφόρων έδειξε να θεωρεί ότι με την τακτική που ακολουθήθηκε επί Τραμπ -μείωση φόρων, περικοπή κοινωνικών δαπανών, υποστηρικτικός λόγος για ατομική προσπάθεια έναντι προνοιακών πολιτικών- μπορούν να ευημερήσουν.  Μέσα, σ’ αυτούς υπάρχει πλήθος μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και εργαζόμενων, που φοβούνται την παγκοσμιοποίηση και που διαπιστώνουν ότι η προστατευτική πολιτική που ακολούθησε ο Αμερικανός πρόεδρος  είχε θετικά αποτελέσματα, καθώς οδήγησε σε σημαντικούς ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας και σε χαμηλά ποσοστά ανεργίας.

Όμως, πέραν τούτων, υπάρχει κάτι επιπλέον που εξηγεί γιατί ο Τραμπ συνεχίζει να συγκινεί τους ψηφοφόρους. «Είτε χάσει είτε κερδίσει, ο Τραμπ αποτελεί έναν καθρέφτη της Αμερικής. Δεν είναι αυτός που έφερε μια ρατσιστική ρητορική, ούτε πρόκειται για τον πρώτο δισεκατομμυριούχο που αποφεύγει την Εφορία. Ο ίδιος δεν είναι η αιτία, αλλά η αντανάκλαση παλαιών πολιτικών, αξιών και πρακτικών. Η υποστήριξη προς τον Μπάιντεν αποτελεί αρκετή απόδειξη ότι η Αμερική δεν είναι ο Τραμπ, αλλά τελικά ο Τραμπ εκπροσωπεί μεγάλο μέρος της ψυχής της» έγραφε μια έκθεση της δεξαμενής σκέψης Brookings.

Ένα άλλο ερώτημα που απασχολεί ήδη ορισμένους είναι είναι αν με τον Τραμπ εκτός Λευκού Οίκου θα συνεχίσει να υπάρχει ο τραμπισμός στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και στη χώρα. Αρκετοί προβλέπουν ότι η επιρροή του τραμπισμού στους Ρεπουμπλικανούς θα περιοριστεί χωρίς τον Τραμπ στην Προεδρία. Ωστόσο, οι πιο πολλοί συμφωνούν ότι σε κάποια μορφή του θα συνεχίσει να επηρεάζει ένα σημαντικό τμήμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. «Είναι γεγονός: αντί να αποτελέσει ένα ατύχημα στην αμερικανική εκλογική σκηνή ή ένα ιντερλούδιο στον Λευκό Οίκο, ο τραμπισμός, όποιος και αν είναι ο ένοικος του Οβάλ Γραφείου τον Ιανουάριο, θα βάλει ένα σημάδι διαρκείας στην πολιτική εξέλιξη των ΗΠΑ» έγραφε η γαλλική «Le Monde» πριν τις εκλογές. Οι δε Times της Ν. Υόρκης σημείωναν μετά από αυτές:  «Ποτέ δεν θα υπάρξει άλλος Τραμπ. Οι μιμητές θα αποτύχουν. Σταδιακά θα ξεχαστεί, όμως τα σημάδια που θα αφήσει αυτή η ταραχώδης περίοδος της αμερικανικής ιστορίας δε θα σβήσουν ποτέ».

ΕΡΤ