Βάλτερ Γκίζεκινγκ/ O ειδικός των Λεπιδόπτερων

 Γράφει η `Εφη Αγραφιώτη 

Screenshot 2020 11 19 at 9.54.17 PM

Ακολουθώντας τα επαγγελματικά βήματα του ιατρού πατέρα του, που έφερε παράλληλα τον τίτλο εξαιρετικού φλαουτίστα και πιανίστα, αλλά και εντομολόγου, ο Walter Gieseking γεννήθηκε στη Λυών στις 5 Νοεμβρίου 1895 και πέρασε την παιδική του ηλικία στα Νότια της Γαλλίας και στην Ιταλία. Εντομολόγος, ήταν από πολύ νέος και ο Walter! Εδώ ως φαίνεται ο πατέρας δίδαξε ιδανικά, τον γιο. Ο μεγάλος πιανίστας εθεωρείτο ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στον κόσμο, στα Λεπιδόπτερα.

Από την ηλικία των τεσσάρων ετών στη Νάπολη όπου τότε ζούσαν, έπαιζε λίγο πιάνο, λίγο φλάουτο και λίγο περισσότερο βιολί, όπως θυμόταν. Στα δεκαέξι του, το 1911 η οικογένεια μετακόμισε στη Γερμανία, την πατρίδα του πατέρα του, και η απόφαση του νεαρού ήταν πλέον να μελετήσει σοβαρά μουσική. Διδάχτηκε μέχρι το 1916 στο Ωδείο του Ανόβερου από τον περίφημο Karl Leimer. Ο τελευταίος «ήταν υποστηρικτής της ψυχολογίας της μουσικής μελέτης. ο μαθητής έπρεπε να νιώσει με την καρδιά του το έργο που θα παίξει. Το 1912 αν και σχετικά άπειρος στην πιανιστική φιλολογία εξέπληξε τους πάντες παίζοντας συνθέσεις με μουσικές απαιτήσεις. Συνέχισε μελετώντας και παίζοντας ολόκληρα προγράμματα με σονάτες του Μπετόβεν.

Οι ιστορικές γκρίζες ώρες κάλεσαν τον Gieseking στις τάξεις του γερμανικού στρατού. Κατάφερνε να ξεφεύγει από τις μάχες παίζοντας ορχήστρα του Συντάγματος και στη συνέχεια ξεκίνησε πάλι να παίζει σε συναυλίες δείχνοντας μια ιδιοφυή ερμηνευτική τάση σε έργα Γάλλων συνθετών, κυρίως του Debussy και του Ravel.

Έπαιξε όμως και…προχωρημένα έργα εκείνη την εποχή, από τα πιο σύγχρονα που γράφτηκαν, όπως συνθέσεις των Schönberg, Busoni, Hindemith, Szymanowski, Pfitzner, το Κοντσέρτο του οποίου έκανε πρεμιέρα το 1923, με τον Gieseking στο πιάνο. Ο συνθέτης το αφιέρωσε σε αυτόν.

Η δεκαετία του 20 έδωσε ευκαιρίες στο παγκόσμιο κοινό να ανακαλύψει αυτόν τον καταπληκτικό ερμηνευτή. Μεγάλη Βρετανία, Ηνωμένες Πολιτείες το 1926 και Παρίσι το 1928, μεταξύ δεκάδων άλλων πόλεων και χωρών. Το δεύτερο κοντσέρτο του Sergei Rachmaninoff του χάριζε πάντα υπερθετικές κριτικές και προσκλήσεις από όλο τον κόσμο για συναυλίες, μέχρι το 1938.

 

Screenshot 2020 11 19 at 9.54.27 PM
Το 1939 σηματοδότησε το ξέσπασμα του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ ο Gieseking βρισκόταν στην Αμερική, αποφασίζει να επιστρέψει στη Γερμανία για να βρίσκεται κοντά στην οικογένεια του. Συνεργάστηκε, παρά την πολιτική συγκυρία, με τους Mengelberg και Furtwängler κάτι για το οποίο επικρίθηκε. Στον διαγωνισμό Eugène Ysaÿe το 1938, εξέφρασε δημόσια τον θαυμασμό του για τον Führer μπροστά τον Arthur Rubinstein, τον Ignaz Friedman και άλλους, κάτι που διαδόθηκε στο χώρο της μουσικής και αμαύρωσε το όνομά του. Οι συγκεκριμένοι πιανίστες επέμειναν για χρόνια να διαδίδουν ότι ο Γκίζεκινγκ είχε συνεργαστεί με τους Ναζί. Το 1949 χρειάστηκε να ακυρώσει συναυλία στο Carnegie Hall λόγω διαδήλωσης διαμαρτυρίας εναντίον του. Το δικαστήριο των Συμμαχικών Δυνάμεων τον απάλλαξε, αλλά δεν ήταν ευπρόσδεκτος στην Αμερική μέχρι το 1953.
Το σοβαρό ατύχημα με λεωφορείο το 1955, είχε ως τραγική συνέπεια να χάσει την πολυαγαπημένη του σύζυγο. Ευρισκόμενος την επόμενη χρονιά στο Λονδίνο, για ηχογράφηση, πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1956.

Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονται σπουδαίοι μουσικοί και συνθέτες του εικοστού αιώνα: André Boucourechliev, Hans Otte, Gudula Kremers, Jean-Charles Richard, είναι ελάχιστοι μεταξύ πολλών ακόμα. Όλοι εξέφρασαν συχνά την μεγάλη αγάπη στον δάσκαλό τους αλλά και την συγκίνηση από την ποιοτική διδασκαλία του και την ζεστασιά του προς αυτούς. Τον περιγράφουν αυθόρμητο, διαχυτικό, πλούσιο σε συναισθήματα και αφιερωμένο στην οικογένειά του.Screenshot 2020 11 19 at 9.54.38 PM

Το ρεπερτόριο του Gieseking είναι εντυπωσιακό. Περιλαμβάνει έργα Bach, Mozart, Beethoven, Ravel, Debussy, Hindemith. Η δισκογράφηση των πιανιστικών έργων του Debussy και του Ravel θεωρείται εργασία αναφοράς . Ο Émile Vuillermoz (κριτικός της μουσικής και πρώην συμμαθητής του Ravel στο Ωδείο), έγραψε ότι ο Gieseking, μεταξύ όλων των πιανιστών ήταν αυτός που η ερμηνεία του θυμίζει περισσότερο τον ήχο του συνθέτη. Η αίσθηση των ηχητικών διακυμάνσεων και η χρήση του πεντάλ, του επιτρέπει να προσεγγίσει αυτήν τη μουσική με μεγάλη επιτυχία. Ο Gieseking έπαιξε επίσης κομμάτια πολλών συγχρόνων συνθετών της εποχής του, μερικά από τα οποία είναι αφιερωμένα σε αυτόν. Ο Francis Poulenc του αφιέρωσε την Humoresque (1934) και ο Hans Pfitzner το Concerto (1922).