Υπήρξε μια περίοδος, το ίδιο πανούργα κι ακαθόριστη, όσο και η δική μας. Τον 19ο αιώνα η ελπίδα ήταν το μόνο ελιξίριο που θα μπορούσε να κρύψει πολέμους, αυτοκρατορικές συνήθειες και θεσμοθετημένη κοινωνική αδικία. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ογκίστ Κοντ δίδασκε αισιόδοξο θετικισμό: αν ανακαλύψουμε –έλεγε–τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη κοινωνία, θα είμαστε σε θέση να διαμορφώσουμε τη μοίρα μας με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που η επιστήμη μάς δίνει τη δυνατότητα να ελέγχουμε τα συμβάντα του φυσικού κόσμου.

Η ρήση του Κοντ «Prévoir pour pouvoir» («Να προβλέπεις ώστε να μπορείς να ελέγχεις»), εξέφραζε αυτή την άποψη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γερμανού φιλοσόφου Γκέοργκ Β. Φ. Χέγκελ, οι άνθρωποι λαχταρούσαν τη γνώση της απόλυτης Αλήθειας, τη γήινη πραγμάτωση της «απόλυτης ιδέας», όπως οι βιβλικές ομολογίες λαχταρούσαν την έλευση του Μεσσία. Βέβαια, τα πράγματα εξελίχθηκαν αλλιώς.

Η αποτίμηση του 20ού αιώνα δεν διέφερε και πολύ από τα συναισθήματα του Τσαρλς Ντίκενς για το τέλος του 18ου αιώνα. Το 1859 –που ο Δαρβίνος δημοσίευε το «Η καταγωγή των ειδών» και ο Τζον Στιούαρτ Μιλ το «Περί ελευθερίας»– ο Τσαρλς Ντίκενς άρχιζε την «Ιστορία δύο πόλεων» με τα παρακάτω λόγια: «Ηταν τα καλύτερα χρόνια, μα συγχρόνως και τα χειρότερα∙ ήταν η εποχή της σοφίας, ήταν η εποχή της απρονοησίας∙ ήταν η περίοδος της πίστης, ήταν η περίοδος της δυσπιστίας, ήταν η εποχή του Φωτός, ήταν η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας, ήταν ο χειμώνας της απελπισίας…»

Ετσι, η πανδημία προέκυψε ως μία ανατροπή του «business as usual» στον κόσμο των πλούσιων χωρών του 21ου αιώνα. Ομως, παρότι η εμπειρία έδειχνε πόσο πολύτιμη ήταν η μνήμη αντίστοιχων γεγονότων για την ανθρώπινη πρόοδο, αλλά και ότι τίποτα δεν υπήρξε δεδομένο στη μάχη κατά των λοιμωδών ασθενειών, εντούτοις, η αντίδραση ήταν μια μίξη κρατικών καταφυγίων και ενός άμεσου –πλην κενόδοξου– μανατζερίστικου τεχνοκρατισμού που βρήκε την ελπιδοφόρα κορύφωσή του στην αναζήτηση ενός «αλεξιθάνατου» με τον ACT Accelerator (τον Επιταχυντή Πρόσβασης στα Εργαλεία κατά του Cοvid-19) για ένα εμβόλιο κατά του κορονοϊού.

Λόγου χάρη, αυτό ήταν το μόνο ευρωπαϊκό, ελπιδοφόρο αφήγημα. (Για το «ταμείο» η συζήτηση συνεχίζεται.) Και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δρομολόγησε συνεργατικές προσπάθειες για την επιτάχυνση της ανάπτυξης, της παραγωγής και της δίκαιης πρόσβασης στα εργαλεία καταπολέμησης της νόσου Covid-19. Ηδη από τον Μάιο 2020 η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είχε ανέβει στο τρένο της ελπίδας: «Αφενός, πρέπει να αναπτύξουμε τάχιστα ένα εμβόλιο… Το εμβόλιο αυτό θα πρέπει να είναι –και θα είναι– κοινό αγαθό όλης της ανθρωπότητας…»

Στη μάχη κλήθηκαν οι πάντες –κυβερνήσεις, ηγετικές μορφές του επιχειρηματικού κόσμου, φιλάνθρωποι, καλλιτέχνες και πολίτες, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, το Ιδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς κ.ά.– να συμβάλουν στην ευαισθητοποίηση σχετικά με αυτή τη μοναδική προσπάθεια ενός ενιαίου μετώπου κατά του κορονοϊού. Και η Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση (Gavi) άρχισε να μαζεύει πόρους για την επιτυχία της Παγκόσμιας Αντίδρασης στον Κορονοϊό.

Ολα αυτά, βέβαια, αφορούν την τεχνοκρατική όψη και τα σχετικά γραφήματα. Η άλλη όψη έχει να κάνει με την πραγματική ζωή, με θανάτους και πόνο, με ανταγωνισμούς και κούρσες κερδοσκοπίας μέσω χρηματιστηριακών απότομων κλυδωνισμών. Συνδέεται και με ανακοινώσεις που έρχονται από παντού: από τη Ρωσία, την Κίνα, την Αμερική, την Αγγλία κ.α. και με συμβόλαια δισεκατομμυρίων για το εμβόλιο που θα οδηγήσει ξανά στην κανονικότητα του «business as usual».

Την άνοιξη στην Ελλάδα ο υπουργός Υγείας διαβεβαίωνε «ότι η χώρα είναι θωρακισμένη». Στον χειμώνα της απελπισίας, δημιούργησε μία είδηση –χωρίς να υπάρχει είδηση. Χωρίς εμβόλιο και με όλα τα παραπάνω γνωστά σε όλους, έδειξε το πώς θα γίνει ο μαζικός εμβολιασμός χρησιμοποιώντας το απλουστευτικό γράφημα μιας εφοδιαστικής αλυσίδας (supply chain) εταιρικού τύπου. Κανείς δεν θέλει να πιστέψει ότι πίσω από όλα αυτά βρίσκεται το αξίωμα «κατασκεύασε μια είδηση για το εμβόλιο και πούλα άμμο στους Βεδουίνους».

Αλλά μετά μήνες απρονοησίας και ύμνων στον δυναμισμό του ιδιωτικού τομέα, και όταν δεν έχεις κάνει κάτι για το σύστημα δημόσιας υγείας, το σύστημα μαζικών μεταφορών, της δημόσιας παιδείας και του πολιτισμού και όταν δεν έχεις να πεις κάτι στους πολίτες για την αδιαφορία που επέδειξες από την πρώτη στιγμή της πανδημίας, τότε μπορείς να παρουσιάζεις, όσο πιο αναλυτικά γίνεται, ένα πρόγραμμα μελλοντικού εμβολιασμού. Μήπως οι πολίτες αξίζουν μια καλύτερη αντιμετώπιση;