ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ‘20 
 Καρολίνα Μέρμυγκα 
Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/1/2021)
Πάντα ήσαν εκεί. Πάντα υπήρχε μια άσπρη ποδιά κάπου γύρω μας, πάντα εμείς, οι τυχεροί του δυτικού κόσμου, μπορούσαμε να πάμε σ’ αυτούς όταν υπήρχε ανάγκη. Και να γκρινιάζουμε γι’ αυτούς: για το ότι “δεν είναι πια λειτούργημα”, για τα φακελάκια, για το “τι ξέρουν κι αυτοί, τίποτα δεν ξέρουν”, για το “μη μπλέξεις με δαύτους”. Ήσαν εκεί όπως το νερό που τρέχει από τις βρύσες μας, το ηλεκτρικό που ξεπηδά από τους διακόπτες μας, ένα αυτονόητο δημόσιο αγαθό για το οποίο λίγο-πολύ πληρώνουμε κι επομένως δικαιούμαστε –κι επομένως ζυγιάζεται η προσφορά με το λογαριασμό.
Μέχρι που φέτος θυμηθήκαμε ότι οι γιατροί κι οι νοσηλευτές είναι οι ήρωές μας.
Αγαπημένη φίλη μου θύμισε μια παραβολή του Ρουμί (*) που λόγω συντομίας θα συνοψίσω: σε διαμάχη μεταξύ των Κινέζων και των Ελλήνων για το ποιοι είναι οι σπουδαιότεροι καλλιτέχνες, τους δόθηκαν δυο συνεχόμενα δωμάτια χωρισμένα με μια κουρτίνα για να επιδείξουν την τέχνη τους. Οι Κινέζοι ζωγράφισαν κάθε σπιθαμή των τοίχων τους με αριστουργηματικά σχέδια και χρώματα, ενώ οι Έλληνες στους δικούς τους τοίχους απλώς αφαίρεσαν τις σκουριές κι έτριψαν και γυάλισαν, κάνοντάς τους αστραφτερούς σαν μάρμαρο. Και όταν τραβήχτηκε η κουρτίνα, πάνω σ’ αυτούς τους ολόλευκους ολοκάθαρους τοίχους των Ελλήνων καθρεφτίστηκε όλη η τέχνη των Κινέζων, ακόμα πιο μαγευτική με το μεταβαλλόμενο φως του ήλιου που έπεφτε πάνω τους.
Οι άσπρες μπλούζες (κι ας είναι και πράσινες και ό,τι άλλο χρώμα θέλουν) είναι αυτό το μάρμαρο πάνω στο οποίο καθρεφτίζαμε πάντα τις ανάγκες, απαιτήσεις, προσδοκίες και απογοητεύσεις μας. Ανθεκτικό, ακόμα κι όταν κερδίζει η αρρώστια κι ο θάνατος. Γιατί εκείνοι που διαλέγουν (συνειδητά ή μη) αυτό το επάγγελμα, διαλέγουν όχι μόνο χρήμα και κοινωνική καταξίωση, αλλά και μιαν υπέρβαση: ότι η προσφορά τους, αν χρειαστεί κι η θυσία, θα είναι κάτι τόσο αυτονόητο όσο για άλλους το νερό και το ηλεκτρικό. Γιατροί και νοσηλευτές επιλέγουν να γίνουν εκείνοι που όποτε χρειαστεί θ’ αφήσουν χρήματα και προνόμια έξω από τη πόρτα του χειρουργείου, του μικροβιολογικού εργαστηρίου, της εντατικής, και θα μείνουν μόνοι με τον ήχο των μηχανημάτων και την αγωνιώδη αναπνοή του ανθρώπου δίπλα στον οποίο θα παραμείνουν μέχρι την τελευταία πεισματική, λυσσώδη προσπάθεια. Σε κάθε βάρδια, κάθε υπερωρία, κάθε μέρα, κάθε χρόνο.
Κλείνω τα αυτιά μου στα αντιρρήσεις για τις υπαρκτές (εννοείται) εξαιρέσεις, για το ότι δεν χρειαζόμαστε υπερβάσεις και ήρωες αλλά μόνον ανθρώπους που κάνουν καλά τη δουλειά τους. Α μπα; “Έκαναν καλά τη δουλειά τους” εκείνοι που, παντού στον κόσμο, πέρασαν μερόνυχτα δίπλα σε όσους πάλευαν για μιαν ανάσα, γεφυρώνοντας μέσα από οθόνες κινητών τα τελευταία τους αντίο; Που δεν έβλεπαν τους δικούς τους για να μην τους εκθέσουν στον κίνδυνο που οι ίδιοι αγκάλιαζαν; Εκείνοι που εθελοντικά παρουσιάστηκαν στις πιο δοκιμαζόμενες περιοχές (δεν θα ξεχάσω τα όμορφα χαμογελαστά κορίτσια από την Κρήτη που έτρεξαν στη Θεσσαλονίκη); “Έκαναν καλά τη δουλειά τους” οι (αμέτρητοι ακόμα) νοσηλευτές και γιατροί που μολύνθηκαν και πέθαναν γνωρίζοντας από πριν πόσο πιθανό ήταν αυτό να συμβεί; Η απάντηση είναι ναι, την έκαναν καλά, γιατί δεν είναι μόνο δουλειά -αλλιώς δεν μπορεί να γίνει “καλά”. Στρατιώτες μιας πατρίδας που δεν έχει σύνορα, έθνη, φυλές, θρησκείες. Πάτριο έδαφός τους, εμείς. Όλοι εμείς, που “είμαστε όλοι πολύτιμοι”, όπως είπε ο καθηγητής κ. Τσιόδρας.
Έγιναν οι ήρωές μας, και μετά θα πάψουν να είναι. Η άσπρη μπλούζα θα ξαναγίνει το αυτονόητο δικαίωμα των ευνοημένων κοινωνιών μας. Θα ξαναγίνει ο καμβάς πάνω στον οποίο θα ζωγραφίζονται όλα τα σχέδια και χρώματα της καθημερινής μας ζωής –ζωής. Και όσο υπάρχουν τα σχέδια και τα χρώματά μας θα ξεχνάμε την επιφάνεια πάνω στην οποία γράφονται, τον ανθεκτικό τοίχο που μας επιτρέπει να καθρεφτιζόμαστε πάνω του.
Η χρονιά που πέρασε ήταν φτιαγμένη από πολλά που μέσα στα επόμενα χρόνια θα ξετυλίξουμε, ελπίζω, με νηφάλια ματιά. Ήταν φτιαγμένη όμως και από ηρωισμό. Και τους ήρωές μας, τους ξέρουμε.
(*) Τζελαλεντίν Ρουμί, «Μαθναβί» (1273).
134543831 10217198569786225 9116207950660002299 n