Η λέξη-κλειδί για το 2021 είναι η μετακίνηση και η μετάθεση, η εκτόπιση και η μετατόπιση, η οποία αφορά τα συστήματα αλυσίδων εφοδιασμού, τα δάνεια και την αγορά εργασίας στο σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας και της παγκόσμιας.

Αυτό όμως που δεν γνωρίζουμε είναι το πόσο μακροχρόνιες και εκτεταμένες θα είναι οι απορρέουσες από την πανδημία αλλαγές, μιας και πολλές εταιρείες και εργαζόμενοι βρίσκονται ακόμη σε κατάσταση αδράνειας μεταξύ του προ-πανδημικού κόσμου και του νέου.

Το πλήρες μέγεθος του σοκ είναι άγνωστο ακόμη. Από την πλευρά των εταιρειών, η παροχή υπηρεσιών και ειδικά η φιλοξενία, η εστίαση, τα ταξίδια και το λιανεμπόριο έχουν πληγεί σοβαρά από την κρίση. Επιπλέον, η μεταποίηση επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη αναταραχή. Τα ευρωπαϊκά εργοστάσια, ιδίως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, στον τομέα του εμπορίου, αντιμετωπίζουν ανατροπές, μιας και οι προμήθειές τους είτε έρχονται αργά είτε σε τιμές σημαντικά υψηλότερες από ό,τι στο παρελθόν. Υπάρχουν ακόμη κάποιες διακοπές στην παραγωγή, αλλά, συνάμα, και οι εφοδιαστικές αλυσίδες κατέστησαν λιγότερο αξιόπιστες και πιο περίπλοκες.

Με την αναστολή των πτήσεων και τις διασυνοριακές μετακινήσεις περιορισμένες και πολλές επιχειρήσεις μεταφορών να αντιμετωπίζουν προβλήματα, ο ανταγωνισμός στις υπηρεσίες εφοδιασμού εξασθενεί. Ως αποτέλεσμα, γεννιούνται πιέσεις στις τιμές σε κλάδους που παραδοσιακά έχουν χαμηλά περιθώρια κέρδους, όπως οι μεταφορές εμπορευμάτων.

Το τελευταίο τρίμηνο του 2020 η χωρητικότητα ως προς τη μεταφορά εμπορευμάτων αεροπορικών αυξήθηκε, αλλά παραμένει 57% κάτω από τα επίπεδα του 2019, σύμφωνα με την Accenture. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να είναι ως επί το πλείστον προσωρινές, τουλάχιστον για μεγαλύτερες εταιρείες. Σε πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για παράδειγμα, αρκετές εταιρείες σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν διαπίστωσαν σοβαρές ανατροπές στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Από την πανδημία επηρεάζονται και οι πιστώσεις, μιας και στις πιο πολλές χώρες της Γηραιάς Ηπείρου οι τυπικοί μηχανισμοί χορήγησής τους διαταράχθηκαν. Τα υφιστάμενα δάνεια αναστέλλονται λόγω παύσης της αποπληρωμής τους, ενώ τα νέα επωφελούνται από τα μέτρα για κρατικές εγγυήσεις, εφόσον οι ευρωπαϊκοί κανόνες απαγόρευσης των ενισχύσεων από τις κυβερνήσεις «πάγωσαν». Με τα σημερινά δεδομένα, παραμένει άγνωστο πόσες και ποιες επιχειρήσεις δεν θα επιβιώσουν ή πόσος καιρός θα χρειαστεί για να προσαρμοστεί η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, που θα παραμείνουν εν λειτουργία, προς έναν «νέο κανονικό» τρόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος στους ισολογισμούς των τραπεζών και στις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Οι πρόσφατες ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών αφορούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μετά την πανδημία, αλλά ακόμη και οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι ρυθμιστικές αρχές αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για αχαρτογράφητα νερά.

Τελευταία, αλλά σίγουρα όχι λιγότερο σημαντική, αναφέρεται η αγορά εργασίας, όπου ο καθολικός αντίκτυπος της πανδημίας δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός χάρις στα εκτεταμένα και γενναιόδωρα προγράμματα προστασίας της απασχόλησης. Ακόμη και αν αυτά βρίσκονταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τα ρεκόρ του Απριλίου, στα τέλη της περασμένης χρονιάς 3 εκατ. εργαζόμενοι στη Γαλλία, 1,2 εκατ. στην Ιταλία και έως 5 εκατ. στο Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθούσαν να έχουν κάποια επιδότηση – και αυτό, ασχέτως του ότι στα στατιστικά στοιχεία καταγράφονται ως απασχολούμενοι. Το μέγιστο ερώτημα έγκειται στο τι θα συμβεί όταν σταδιακά καταργηθούν αυτά τα μέτρα.

Υπάρχει σαφής κίνδυνος ξαφνικής αύξησης των πτωχεύσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων και των καταστημάτων λιανικής, αλλά και της ανεργίας.

* O κ. Andrea Garnero είναι οικονομολόγος του ΟΟΣΑ. 
** Ο κ. Fabrizio Pagani είναι διευθυντής διεθνών οικονομικών και στρατηγικής κεφαλαιαγορών στη Muzinich & Co.

Καθημερινή