Το τελευταίο όνειρο
*************************
Είναι μια ιστορία έρωτα, μια ιστορία αγάπης, μια ανθρώπινη ιστορία. Από αυτές που συμβαίνουν δίπλα μας και περνούν απαρατήρητες αν κάποιος δεν τις αφηγηθεί.
Δεν είχε τίποτα το παράξενο, δεν είχε τα πάθη που εμπνέουν για να γίνει ιστορία να την πει κάποιος λογοτέχνης. Ήταν μια υπόθεση καθημερινών ανθρώπων ,μια πολύ συνηθισμένη ιστορία μιας γενιάς που έτσι της έτυχε, έτσι ήταν κατασκευασμένη να υπάρχει.
Σχεδόν 60 χρόνια μαζί, από παιδιά. Ξέρετε τα παιδιά που βγήκαν από  τον πόλεμο κι ήταν ήδη μεγάλα. Που αγαπήθηκαν για να ξεγελάσουν τη φρίκη του πολέμου. Από προξενιό παντρεύτηκαν γιατί έτσι γίνονταν τότε, αλλά λαχτάρησαν ο ένας τον άλλον, γραπώθηκαν οι δύο τους και βάδισαν στα ερείπια μιας τυραννισμένης πατρίδας ,στον ίδιο βηματισμό με εκείνη. Από τη  μεγάλη  φτώχεια στην βασανιστικά αργή προκοπή.
Κύρτωσαν οι πλάτες τους από  τα βάρη, τις πίκρες που τους έδινε η ζωή και κρατήθηκαν χέρι χέρι και κατάφεραν να μπορούν ακόμη και να γελούν ,ακόμη και να αγκαλιάζονται. Τρία παιδιά έκαναν και τους  κατέθεσαν τη ζωή τους, κράτησαν για αυτούς τη χαρά να τα βλέπουν να μεγαλώνουν κι αυτοί στερήθηκαν τα πάντα. Δεν ήθελαν και πολλά, ούτε πρόκειται για μια ιστορία αυτοθυσίας. Αυτό έκαναν οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι εκείνης της εποχής.
Πέρασαν από σαράντα κύματα έφτιαξαν δικό τους σπίτι ,σπούδασαν τα παιδιά κι άρχισαν να φροντίζουν τα παιδιά των παιδιών τους γιατί από τέτοιο χαρμάνι ήταν φτιαγμένοι. Αν τους ρωτούσες αν έτσι είναι η ευτυχία δεν θα ήξεραν τι να πουν, αλλά σίγουρα θα σου έλεγαν «αυτή ήταν η δική μας ζωή» Ίσως γιατί δεν πάλεψαν για την ευτυχία, για να επιβιώσουν πάλευαν και το κατάφεραν μαζί. Τίποτα το ηρωικό, τίποτα το παράξενο. Ήταν δυο συνηθισμένοι άνθρωποι σα τα δύο γερόντια του διπλανού διαμερίσματος. Από αυτά που φοβούνται τα πάντα και τίποτα.
Εκείνο το πρωί ξεκίνησε για το φαρμακείο. Του στερέωσε τη μάσκα, γιατί τα χέρια του είχαν ένα τρέμουλο και του έφτιαξε καλά την τραγιάσκα του. Ο φαρμακοποιός του εξήγησε πως θα του κάνει τα χαρτιά για το εμβόλιο αφού είναι 87 χρόνων και το δικαιούται. «Κι η γυναίκα μου που είναι 82;» ρώτησε.»Αυτή αργότερα, δεν ξέρουμε ακόμη» Δεν έκανε τίποτα, δεν είπε τίποτα.
Πήρε το δρόμο για το σπίτι. Δεν μπορούσε ,δεν ήθελε να κάνει μόνο αυτός και πριν από εκείνη  το εμβόλιο. Ήταν σα να της άφηνε το χέρι που  κρατιόντουσαν 60 χρόνια. Δεν ήθελε να σωθεί αυτός χωρίς εκείνη. Κι ύστερα χωρίς εκείνη, τι σωτηρία ήταν αυτή;
Όπως σας είπα ήταν μια ιστορία συνηθισμένων ανθρώπων που έμαθαν από παιδιά πως η ζωή κι ο θάνατος ήταν κοινή τους μοίρα κι ήταν αδιανόητο  να   μοιραστεί ξεχωριστά. Μια αυταπάτη θα πείτε, αλλά για αυτούς ήταν ένα όνειρο έρωτα κι αγάπης. Το τελευταίο όνειρο. Έκατσε και με τα τρεμάμενα χέρια του ,τις έφτιαξε πλεξούδες τα μαλλιά.Έτσι την είχε γνωρίσει.