Ο δανός (πρώιμος) υπαρξιστής φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκωρ (1813-1855) έχει γράψει το διασημότερο βιβλίο για τη τεχνική της γοητείας με τίτλο «Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα». Πρόκειται για μια νουβέλα όπου ένας διανοητικός Δον Ζουάν χρησιμοποιεί τους πιο ευφυείς (και ευγενείς) τρόπους, στη βάση μιας απόλυτα ελεγχόμενης πνευματικής στρατηγικής, για να γοητεύσει μια γυναίκα που επέλεξε και τον εμπνέει – προφανώς  έχει ελάχιστη σχέση με τις χάι τεχνικές Χαϊκάλη.

Πάνω στο βιβλίο του Κίρκεγκωρ έγαψε κατόπιν και ο Γκουαταρί τη «Γοητεία», μια θεωρητική μελέτη για την επιδέξια τεχνική της ερωτικής αποπλάνησης, με την έννοια της περίπλοκης τεχνικής του γοητεύειν. Προϋπήρξε το περίφημο βιβλίο «Επικίνδυνες σχέσεις» του Laclos όπου θίγονται ανάλογα θέματα – όλα αυτά, βέβαια, ουδεμία σχέση έχουν με τους γνωστούς των τελευταίων ημερών, με τη βαναυσότητα, τα χυδαία SMS, την κατάχρηση μικροεξουσίας, τη χοντροκομμένη αγένεια, τον λεκτικό σαδισμό, μέχρι και τους πιθανούς βιασμούς (μένει να αποδειχτεί) που έκαναν ενδεχομένως ορισμένοι παριστάνοντας τον «Τσε Γκεβάρα» του έρωτα  και που είναι στρεβλή εκδοχή των «Γενναίων της ηδονής» του Καβάφη.

Κι ούτε, ποτέ, ο «παλαιάς κοπής» άντρας συμπεριφερόταν με επιθετικότητα και σκληρότητα – αυτό είναι μια παρεξήγηση, μια φαλκίδευση εκείνου του στυλ, που απαιτούσε επιδεξιότητα, ευγένεια, υπομονή, σεβασμό στη γυναίκα, έναν κάποιο ρομαντισμό, κομψότητα στην προσέγγιση, να είσαι καλός στην πρόζα (ρητορική), να έχεις ευφυία, χιούμορ, έλεγχο και επίγνωση της κάθε κίνησης και της κάθε στιγμής. Εκτός κι αν ως «παλαιάς κοπής» εννοούμε τον Νεάντερταλ που βαρούσε με το ρόπαλο τη γυναίκα και την έσερνε αναίσθητη απ’ τα μαλλιά στη σπηλιά για να τη βιάσει.

Είναι παρεξήγηση ο όρος «παλαιάς κοπής». Διότι, παλιά, το αστικό (τουλάχιστον) φλερτ ήταν ολόκληρο τελετουργικό από εκλεπτύνσεις, υπαινιγμούς, λουλούδια, ραβασάκια, δυσκολία προσέγγισης, ευφυείς κινήσεις τεχνικής. Μια ολόκληρη στρατηγική της αράχνης στις πολύ καλές εκδοχές του – πάντως δεν ήταν SMS στο οποίο αποκαλείς «μου….ρα μου» ένα κορίτσι που γνωρίζεις ελάχιστα και θες να γοητεύσεις. Αυτό είναι μάλλον βλαχιά και χοντροκοπιά, όχι μόνο καθεαυτή, αλλά και από άποψη τεχνικής της προσέγγισης – ποια αμφιταλαντευόμενη, έστω, γυναίκα θα αντιδρούσε θετικά σε μια τέτοια άξεστη προσφώνηση που ξεπερνάει ακόμα και τη λεγόμενη «βαλκανική κατάχρηση οικειότητας»;

 

Πρέπει να διακρίνεται κανείς για αγαρμποσύνη και πλήρη άγνοια της γυναικείας ευαισθησίας σε σχετικά θέματα ώστε να προσφωνήσει έτσι, φόρα παρτίδα,  ένα κορίτσι που του αρέσει, ελπίζοντας πως με αυτά τα λόγια θα το γοητεύσει. Αλλά είναι και εντυπωσιακό, πάντα, το πώς μερικές εκ φύσεως αντι-ερωτικές παρουσίες θέλουν να υποδυθούν με το ζόρι και τους σφόδρα εραστές. Εχε επίγνωση, κύριέ μου, και κινήσου στα όρια που θα σου επέτρεπε η αυτογνωσία, μετερχόμενος ανάλογες, υποκριτικές, έστω, τακτικές και που, μέσω ενός και φιλόφρονος λόγου, θα σε φιλοτεχνούσαν ίσως   γοητευτικότερο απ’ ό,τι είσαι στην πραγματικότητα. (Συνήθως όποιος δεν έχει το προνόμιο  του κάλλους, ή της νεότητας, μετέρχεται ανώτερα και πολύ εξευγενισμένα συστήματα προσέγγισης για να αναπληρώσει). Οπως λέει ένας φίλος: δεν είμαι νέος, ούτε όμορφος, είμαι όμως πολύ καλός στο σπρέχεν.

Ολα, λοιπόν, τα προδίδει όχι μόνο η σωματική επιθετικότητα, αλλά και η βάναυση χρήση των λέξεων, του Λόγου. Οταν, δηλαδή, σε δημόσιο (κι όχι ιδιωτικό λόγο) δηλώνει κάποιος «ας μου τύχει η καψούρα, κι ας πάει στον διάολο η αξιοπρέπεια», ε, από εκεί και πέρα τι περιμένεις – πέραν του ότι η φράση είναι κλεμμένη απ’ τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που έγραψε «Οταν η καύλα βαρέσει στο μυαλό, καλύτερα η προστυχιά, παρά η τρέλα». Ο Ντίνος ήταν βέβαια πεπερασμένα μέτριος ποιητής με ροπή προς την επιδειξιομανή, θεατρινίστικη πρόκληση (κάτι πολύ συνηθισμένο), γι’ αυτό και ποτέ δεν θα γινόταν Καβάφης, όσο και να το ήθελε, διότι δεν είχε εκείνη τη βαθύτερη ευγένεια, την αίσθηση της δίεσης, της μετωνυμίας, του μισοκαλυμμένου υπαινιγμού και των ιριδισμών και των αποχρώσεων της γλώσσας. (Πολλά ζητάς).

Μην μπερδεύουμε την απλότητα, ή την αμεσότητα, με τη χυδαιολογία – δηλαδή, πες μου, αν η φράση «Μ’ ένα Λουκά και μ’ ένα Νίκο ξασφάλισα λουκάνικο» είναι ποίημα. Αν, ναι, τότε κι ο Μπρεχτ έγραψε το «Ο Καυκασιανός κύκλος με τον Κιμούλη».

Τεχνικά, η πιο απαράδεκτη αντίφαση βρίσκεται ακριβώς εκεί: ενώ υποτίθεται ότι το θέατρο έχει και παιδαγωγική διάσταση, πώς συμβαίνει και κάποιοι  διάκονοί του δεν διδάχτηκαν, τόσα χρόνια, τίποτε απ’ αυτό; Κι όχι μόνο, αλλά φαίνεται πως η αναπόφευκτα ιεραρχική του δομή (σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής, παλαιότητα, κ.λπ.), αποχαλίνωσαν μερικούς που ίσως είχαν από πριν χαρακτηριολογική αστοχία υλικού, κι αντί να τους καλυτερεύσουν τα θεατρικά κείμενα, τους άφησαν εντελώς ανέγγιχτους. (Τζάμπα έκαιγε η λάμπα).

Γενικώς υπάρχει η γλυκερή αυταπάτη πως η Τέχνη βελτιώνει ηθικά και αισθητικά τον άνθρωπο – ίσως κατ’ εξαίρεση, ίσως λίγους, αν σκεφτείς πόσοι στον καλλιτεχνικό χώρο έχουν (ακόμα) ολοκληρωτικές ιδεολογίες που στραγγάλισαν το θέατρο και την Τέχνη. Ή, πώς οι Ναζί εξανάγκαζαν εβραίους κρατούμενους να παίζουν Μότσαρτ, ενώ οδηγούσαν ταυτόχρονα τους ομοθρήσκους των στα διπλανά κρεματόρια.

 

Πού η Τέχνη, λοιπόν, και πού η γοητεία; Και, αν το δούμε στενά, στον χώρο των ερωτικών σχέσεων, τότε η σκληρότητα, ο σαδισμός, η συντριβή της βούλησης και της επιλογής του άλλου, πώς μπορεί να νοηθεί ως ευχαρίστηση της «κατάκτησης», ενώ είναι σκέτο πλιάτσικο; Οι κατσαπλιάδες του έρωτα τι ευχαρίστηση αποκομίζουν εφόσον δεν υπάρχει το πάθος της εκατέρωθεν θερμής και συνειδητής συναίνεσης; Αν πρόκειται για άγρια διαστροφή μιλάμε για άλλο θέμα, οπότε ο δράστης, εάν θέλει να είναι «Γενναίος της ηδονής», χωρίς όμως τη συναίνεση του Αλλου, ας αναλάβει και την ευθύνη που επιβάλλει ο νόμος. Ακόμα και ο άγιος Ζαν Ζενέ, για να κάνει μετά μεγάλη λογοτεχνία, πλήρωσε ακριβά τη νύφη της πραγματικότητας.

 ΤΑ ΝΕΑ