O Δημήτρης Τάρλοου παραμένει στον αστερισμό του παππού του Μ.Καραγάτση και δείχνει να μην ενδιαφέρεται για το Εθνικό.

 ΒΗΜΑgazino/ΒΑΡΔΑΚΗ ΕΡΗ 

Το σώμα του νευρώδες, ανήσυχο, σώμα αθλητή. Το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι θα καταγράψει αρκετές φορές εκείνο το ελαφρό, σχεδόν ανεπαίσθητο χτύπημα στο ξύλινο τραπέζι, όταν ο Δημήτρης Τάρλοου θέλει να δώσει έμφαση στα λεγόμενά του. Συναντιόμαστε ένα βροχερό απόγευμα στο μπαρ του θεάτρου Πορεία, αυτής της ανεξάρτητης καλλιτεχνικής νησίδας με το φανατικό κοινό, που αναπνέει τα τελευταία 20 χρόνια στο κέντρο της Αθήνας. Η συζήτησή μας πραγματοποιείται στον απόηχο των σκανδάλων που συγκλονίζουν το ελληνικό θέατρο. «Δεν δέχομαι καμία συμπεριφορά που είναι εξευτελιστική, όχι μόνο απέναντι στον ηθοποιό, αλλά και απέναντι στο ίδιο το επάγγελμα και στην τέχνη» σχολιάζει. «Οι άνθρωποι ορθώς κάνουν και μιλούν. Αυτό θα πω και τίποτα άλλο»

Ο λόγος του είναι καθαρός και απέναντι στην έντονη φημολογία που τον θέλει να είναι ο επόμενος διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, μετά την παραίτηση Λιγνάδη και την προκήρυξη ανοιχτής διαδικασίας εκδήλωσης ενδιαφέροντος. «Mε τιμά το ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι κάτι που βρίσκεται στις προθέσεις μου, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή».

 

Στον αστερισμό του Μ. Καραγάτση

Μιλάει με πάθος για την παράσταση «Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου» που σκηνοθέτησε στο Εθνικό Θέατρο (έκανε πρεμιέρα διαδικτυακά στις 20/2 και θα επαναληφθεί μέσω live streaming την 25η Μαρτίου).

Η τριλογία «Ο κόσμος που πεθαίνει» του Μ. Καραγάτση, αποτελούμενη από τα μυθιστορήματα «Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου», «Αίμα χαμένο και κερδισμένο» και «Τα στερνά του Μίχαλου», ζωντανεύει επί σκηνής με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Eπανάσταση. Ο Δημήτρης Τάρλοου αναμετριέται ακόμη μία φορά με το έργο του παππού του. Ο ίδιος δεν έχει ποτέ διεκδικήσει το κληρονομικό προνόμιο της ερμηνείας του Μ. Καραγάτση. Και όμως, μέσα από τις σπουδαίες παραστάσεις που έχει προσφέρει, τη «Μεγάλη Χίμαιρα» των 100.000 θεατών ή τον πιο πρόσφατο θρίαμβο του «Γιούγκερμαν», αναδεικνύεται εκείνη η λεπτή γονιδιακή γραμμή, με έναν θαρραλέο Δημήτρη Τάρλοου που δεν διστάζει πολλές φορές να σταθεί ακόμη και κριτικά απέναντι σε έναν παππού τον οποίο δεν γνώρισε ποτέ (γεννήθηκε έξι χρόνια μετά τον θάνατό του), αλλά θα μπορούσε, όπως πιστεύει, να έκανε καλή παρέα μαζί του, αν ζούσε.

Στον «Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου» τον ιντριγκάρει η ριζοσπαστική ανάγνωση του Μ. Καραγάτση πάνω στην Ελληνική Επανάσταση διαλέγοντας ως πρωταγωνιστή τον Μίχαλο Ρούση, ο οποίος μπορεί ταυτόχρονα να είναι εξωμότης, προδότης, αλλά και ήρωας των Δερβενακίων. Πρόκειται ουσιαστικά για την ιστορία του προγόνου του Μ. Καραγάτση, του κοτζάμπαση Μήτρου Ροδόπουλου, ο οποίος προτίμησε να αλλαξοπιστήσει και να γίνει μουσουλμάνος, παρά να σαπίσει στα μπουντρούμια της Τριπόλεως. «Ο Μ. Καραγάτσης, αφού είχε αποπειραθεί προηγουμένως να καταγράψει την ιστορία των Ελλήνων, στρέφεται τελικά στη μυθοπλασία» αναφέρει ο Δημήτρης Τάρλοου. «Και ξεκινά με πολύ ενθουσιασμό αυτή την τριλογία, αλλά στα δύο τελευταία βιβλία χάνει τον αφηγηματικό του οίστρο, με αποτέλεσμα να είναι άνισα. Πάντως, ο Θανάσης Τριαρίδης έκανε μία εμπνευσμένη, θεωρώ, θεατρική διασκευή».

Ο τρόπος της αφήγησης του Δημήτρη Τάρλοου στην παράσταση φέρει κάτι παραμυθένιο. Κάτι από τη μαγεία του Καραγκιόζη, κάτι από τη γοητεία του Θεόφιλου, αλλά και από τα παραμύθια της Χαλιμάς. «Δεν με πειράζει να γίνομαι ένας σκηνικός παραμυθάς» λέει εμφατικά. Σημαντική και η μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου. «Επί της ουσίας, του ζήτησα να συνθέσει ένα μιούζικαλ που κινείται με τεράστια άνεση από την έντεχνη μουσική μέχρι το τσάμικο και τη ροκ. Και από την όπερα του Μπερλιόζ μέχρι το ρεμπέτικο. Είμαι εξίσου ευγνώμων στη σκηνογράφο μου Θάλεια Μέλισσα και στους ενδυματολόγους Αλέξανδρο Γαρνάβο και Τζίνα Ηλιοπούλου για την εκπληκτική εικαστική δουλειά που έκαναν, αλλά και στην κινησιολόγο μου, Κορίνα Κόκκαλη, που είναι συνδημιουργός και συνοδοιπόρος».

 

 

Μια ριζοσπαστική προσέγγιση

Ετσι οι χαρακτήρες για ακόμη μία φορά διαγράφονται ανάγλυφοι. «Δεν υπάρχουν καλοί ή κακοί, προδότες ή ήρωες. Ο Μίχαλος Ρούσης δέχεται να αλλαξοπιστήσει. Πρόκειται για πραγματικό γεγονός, το οποίο έχει καταγραφεί στα βιβλία του Αγώνα. Αλλά και κανείς δεν περιγράφεται στο βιβλίο μόνο ως θετική προσωπικότητα. Ο Κολοκοτρώνης «βούτηξε την πένα του» και υπέγραψε την τρομακτική σφαγή γυναικόπαιδων στην Τρίπολη. «Τι να φοβηθώ;» λέει στον Οθωνα. «Εχω κάνει πολύ χειρότερα από αυτά που φαντάζεστε. Εχω ξεκοιλιάσει. Εχω κόψει καρωτίδες. Εχω βγάλει μάτια». Το ίδιο και ο Παπαφλέσσας, στον οποίο αφιερώνεται μεγάλο μέρος της παράστασης. Αμφιλεγόμενος, γυναικάς, εξαιρετικά εγωιστής και ακραίος νάρκισσος. Εχουμε όμως και το Μανιάκι και ενώ βλέπει τι έρχεται, παραμένει εκεί για να θυσιαστεί. Μια πράξη ακραίου ναρκισσισμού, αλλά και ακραίου ηρωισμού, που ούτε μπορούμε να συλλάβουμε στις ημέρες μας».

Αναμέτρηση με την Ιστορία

Τι σηματοδοτεί τελικά η επέτειος των 200 αυτών ετών; Τι πήγε στραβά και τι σωστά; «Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι, με λίγες εξαιρέσεις, τον τελευταίο τουλάχιστον αιώνα μείναμε κατά βάση πιστοί στην άσκηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα» αναφέρει. «Από εκεί και πέρα, διακρίνω μια αποσπασματική ή λανθασμένη ανάγνωση της Ιστορίας. Και μια λατρεία σε ένα παρελθόν χωρίς περιεχόμενο. Τι αλήθεια γνωρίζουμε από την αρχαία ελληνική Γραμματεία, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου; Δυστυχώς η Τουρκοκρατία και η έλλειψη επαφής με τον Διαφωτισμό μάς τύφλωσε. Κάπως έτσι θεωρήσαμε τη βυζαντινή χιλιετία ως την πηγή δεινών, η οποία οδήγησε στα 400 χρόνια σκλαβιάς. Μην κοιτάτε τη φαντασίωση να πάρουμε την Πόλη και όλα τα συναφή. Τελικά καταφέραμε να αγνοήσουμε ένα σημαντικό κομμάτι της Ιστορίας μας που παρήγαγε πολιτισμό, και αναφέρομαι και στο Βυζάντιο αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, θεωρώντας το ντροπή και όνειδος. Ενα κομμάτι που διαμόρφωσε αυτό που είμαστε σήμερα».

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο όποιος αστικός πολιτισμός γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και κορυφώθηκε τη δεκαετία ’30, γκρεμίστηκε τελικά ολοκληρωτικά με την έλευση του σοσιαλισμού το 1981: «Στρεβλώθηκε η έννοια του δικαιώματος, της ελευθερίας. Η ευγένεια θεωρήθηκε ως κάτι άξιο περιφρόνησης. Το συνειδητοποίησα, θυμάμαι, όταν είπα στον περιπτερά «μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου δώσετε τα «Νέα;» και μου απάντησε στον ενικό: «Πάρ’ τα μόνος σου». Εμεινα άναυδος. Δυστυχώς, υπήρξε στην ελληνική κοινωνία ένα βαθύ, σπουδαίο υλικό που παρέμεινε ανεκμετάλλευτο. Και έτσι καταντήσαμε αξιοθέατο και περίγελος του φθίνοντος ζωολογικού κήπου που ονομάζεται Ευρώπη. Γιατί και αυτή έχασε τις αξίες της».

Για τον ίδιο η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους πολιτικούς. «Δείτε για παράδειγμα την άρνησή μας να δεχθούμε τους Αρβανίτες. Είναι αξιοπερίεργο γιατί υπήρχε τόσο μίσος προς τους Αλβανούς που έρχονταν τη δεκαετία του ’90. Σαν να θέλαμε να ξεχνάμε ότι οι Αρβανίτες είναι εγκατεστημένοι εδώ και πολλούς αιώνες στην Ελλάδα και μάλιστα ήταν οι πιο γενναίοι συμπολεμιστές μας το 1821».

Τον περασμένο Μάρτιο, στην πρώτη καραντίνα, για πρώτη φορά ένιωσε ότι ίσως κάτι να αλλάζει στην κοινωνία. «Διέγνωσα μία συγκινητική αλληλεγγύη. Στα delivery boys, στο νοσηλευτικό προσωπικό, στους καλλιτέχνες που παρείχαν δωρεάν το έργο τους. Σήμερα αυτή η αλληλεγγύη έχει εξανεμιστεί. Την καταστρέψαμε και αυτή, ως το έθνος που είμαστε ικανοί για το καλύτερο αλλά και για το χειρότερο».

Ενα τεχνολογικό θαύμα στο θέατρο Πορεία

Η αδιάλειπτη σχέση του θεάτρου Πορεία με το κοινό δεν διερράγη ούτε στη διάρκεια αυτής της πανδημίας. Ο Δημήτρης Τάρλοου, διορατικά από το καλοκαίρι, παίρνοντας ένα μεγάλο ρίσκο, επένδυσε στις νέες τεχνολογίες και μαζί με το Εθνικό Θέατρο ήταν οι μοναδικοί θεατρικοί οργανισμοί στην Ελλάδα που προσέφεραν παραστάσεις σε live streaming, σε ζωντανή μετάδοση δηλαδή, δημιουργώντας μάλιστα μία δική του πλατφόρμα. «Βρισκόμαστε πια στο σημείο που αν τα θέατρα δεν ανοίξουν ξανά και ο κόσμος δεν προσέλθει στις αίθουσες, το live streaming από μόνο του δεν μπορεί να στηριχθεί οικονομικά. Πλέον σε αυτό το τρίτο κύμα παρέχουμε τις παραστάσεις μας μόνο on demand. H αρχή έγινε στις 14 Φεβρουάριου με την παράσταση «This is not Romeo & Juliet» του Αργύρη Πανταζάρα και τώρα συνεχίζουμε με τον «Γιούγκερμαν»» εξηγεί.

Ο δρόμος για το Εθνικό

Η σχέση του με το θέατρο εξαρχής υπήρξε καρμική. Γιος του αμερικανού ζωγράφου Φίλιπ Τάρλοου και της Μαρίνας Καραγάτση, ήταν τυχερό παιδί, όπως λέει: «Οι γονείς μου με έφεραν σε επαφή νωρίς με το θέατρο. Παιδί ακόμα. Για παράδειγμα, δάσκαλός μου στα αγγλικά υπήρξε ο ηθοποιός Τέρι Μακ Γκίνιτι. Είχε έρθει να περάσει έναν χρόνο στην Ελλάδα – ήταν ρομαντικό αυτό τότε – και μου έκανε μαθήματα αγγλικών. Αργότερα τον είδα στο Λονδίνο να παίζει στη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα».

Στην εφηβεία του όμως η εμπειρία του στο θέατρο δεν υπήρξε τόσο ρόδινη. «Ημουν στον θεατρικό όμιλο της Σχολής Μωραΐτη. Δεν θυμάμαι γιατί, κάπως διαφώνησα με τον τότε καθηγητή και μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι. Μη φανταστείτε ότι το φέρω και ως τραύμα. Φυσικά, αν το περιστατικό συνέβαινε σήμερα θα γινόταν μέγα θέμα. Το 1983 αυτό δεν ήταν κάτι εξωφρενικό, ακόμη και για ένα ιδιωτικό σχολείο. Αυτό δείχνει ευτυχώς πόσο άλλαξαν οι εποχές. Πάντως τότε είπα: «Σιγά μην κάτσω στο θέατρο να με βαράνε». Γράφτηκα στο ποδόσφαιρο».

Τελικά δεν ήθελε να γίνει ηθοποιός, αλλά φιλόλογος: «Δεν έγραψα καλά όμως στα Αρχαία και στην Εκθεση και πέρασα στην Αγγλική Φιλολογία. Δεν μου άρεσε. Η μητέρα μου μετά από κόπο με έπεισε να δώσω στο Εθνικό. Πήγα στον ηθοποιό Ζαχαρία Ρόχα και ετοιμάσαμε μαζί έναν μονόλογο. Πέρασα και ήταν τα τρία πιο εξωφρενικά ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής μου. Εμαθα για ποιο πράγμα κάνω. Επειτα με κοίταξαν κορίτσια για πρώτη φορά με ερωτικό τρόπο. Στο σχολείο, επειδή έδειχνα μικρός, ήμουν απαρατήρητος. Μπήκα στο Εθνικό και με «εκτιμήσανε». Ελεγα: «Μα εμένα κοιτάνε;». Μου έκανε εντύπωση».

Στη σχολή παραδέχεται ότι υπήρξε ζιζάνιο. «Η Μαρία Χορς ήταν φίλη της γιαγιάς μου (σ.σ.: αναφέρεται στη ζωγράφο Νίκη Καραγάτση). Οταν έμαθε ότι πέρασα στη σχολή του Εθνικού τής είπε: «Πόσο χαίρομαι που ο εγγονός σου θα είναι μαζί μας». Τρία χρόνια αργότερα, πιάνει τη μάνα μου και της λέει: «Δόξα τω Θεώ, τελείωσε ο γιος σου. Γλιτώσαμε». Αλλιώς μπήκα, αλλιώς βγήκα. Πλυντήριο».

 

Δημήτρης Τάρλοου: “Καλλιτέχνης είναι μόνο αυτός που έχει μεταφυσική”. Μια εφ’όλης της ύλης συνέντευξη στην Ελένη Γουρνέλου*