Μέσα στον οχετό των ημερών, έφυγε την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021 ένας σπουδαίος Άνθρωπος, ένας αληθινός και μονάκριβος ΕΛΛΗΝΑΣ και ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ που αγάπησε, τίμησε και προστάτευσε την πατρίδα ετούτη που του αναλογούσε όσο λίγοι.iris kritikou2020 01 09 11.26.41
 Γράφει η `Ιρις Κρητικού 
Ο Ιωάννης Κ. Μαζαράκης Αινιάν (Κ. για την καταγωγική υική σχέση από τον επίσης σπουδαίο Κωνσταντίνο Μαζαράκη Αινιάν, τον Καπετάν Ακρίτα του Μακεδονικού Αγώνα και τόσων άλλων), ψυχή ακάματη και υπασπιστής σθεναρός του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και των μονάκριβων ποτισμένων με αληθινό αίμα και αληθινή ελληνική αγωνία κειμηλίων του μα και χαλκέντερος μελετητής και συγγραφέας διαφορετικών φυλακτών μιας ακοίμητης πατριωτικής λειψανοθήκης με ενεργοποιημένο κέλευσμα προς τους νεότερους, εμάς, εκοιμήθη.
Δεν είναι δική μου αρμοδιότητα να μιλήσω για το αληθινά σπουδαιότατο έργο του. Μόνο βαθύτατη ευγνωμοσύνη αισθάνομαι για τα λίγα (για εκείνον) και πάμπολλα (για εμένα) που μοιραστήκαμε, με την ευκαιρία της συνεργασίας μου με το ευγενέστατο ετούτο Μουσείο, το σκίρτημα της δικής του καρδιάς, νου και ψυχής, όταν προετοιμάζαμε όλοι μαζί την “Περίπτωση Καποδίστρια” μα και τα “Ξόμπλια” αργότερα, όταν πλέον είχε σταματήσει να έρχεται καθημερινά εκεί.
Και θα χρωστώ παντοτινή ευγνωμοσύνη για τη γενναιοδωρία του της απόφασης της συνομιλίας των κειμηλίων του Κυβερνήτη με τα δικά μας σύγχρονα έργα, για τη διάπλατα ανοιγμένη καρδιά του Μουσείου σε όλους εμάς, από εκείνον και όλους τους συνεργάτες του, των οποίων και αποτελούσε την καθημερινή αληθινή πατρική έμπνευση και ασφάλεια διηνεκούς αναφοράς.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το σπινθηροβόλο νεανικό γαλανό του βλέμμα, φωτισμένο πονηρά από το ομοιόχρωμα γαλανό του πουλόβερ, το ευφρόσυνο χιούμορ και το αστείρευτο κέφι για ζωή και ενεργή ιστορία.
Κι εκείνα τα τόσο εκφραστικά, με την όψη και την αφή μιας σπάνιας περγαμηνής χέρια, που πάλλονταν όταν μιλούσε και χάιδευαν στοργικά τα έγγραφα, τις σημαίες, τα συμβάντα και τους αιώνες…
Ο πρόεδρος της Βουλής της προηγούμενης Κυβέρνησης, είχε απειλήσει να τρέψει το Μουσείο σε γραφεία για τη Βουλή, διεκδικώντας από την Ιστορική Εταιρεία την αρχική του χρήση.
Κι εκείνος είχε τότε απειλήσει να βγει στη Σταδίου με τα όπλα των αγωνιστών που κοιμόνταν εντός του, και να φωνάξει “πάνω από το πτώμα μου”, ελάτε να τους αδειάσετε.. Ναι , φυσικά και τον είχα ικανό.
Η παρούσα Κυβέρνηση, διαχειρίζεται εντελώς λανθασμένα τις ημέρες ετούτες ένα πρωτοφανές σκάνδαλο στον οικείο δικό μας Τομέα. Την ίδια ώρα που για μια ακόμη φορά από τον Επίσημο Φορέα του τομέα αυτού, θα επιδοτηθούν μάλλον με τρόπο αναμενόμενο και για προϊόν πολιτικά και μεταμοντέρνα ορθό οι όχι απαραίτητα καλύτεροι και αθόρυβοι δουλευτές του τόπου. Την ίδια ώρα που Μουσεία όπως αυτό στενάζουν κλειστά και αγωνιούν για το παρόν και το μέλλον.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα, όταν διάβασα ότι ότι ο Κύριος Μαζαράκης μας άφησε, ήταν ότι δεν θα βρίσκεται εδώ τον επόμενο Μάρτιο, “παρών” στα 200 χρόνια της Παλιγγενεσίας, της οποίας τις απαρχές, τους πρωταγωνιστές, τις πίκρες, τις ήττες και τις ανέλπιστες νίκες γνώριζε μάλλον καλύτερα από τον καθένα μας.
Μα, μεσούντος του οχετού, των υποκριτικών κρεσέντων συνεντεύξεων και του κορονοϊού, δεν ξέρω πια αν πειράζει. Την επέτειο ετούτη, εξάλλου, τη γιόρταζε ο ίδιος κάθε ημέρα και κάθε χρόνο.
Γνωρίζοντας όπως κι εμείς οι μικροί του ακόλουθοι, πόσο αληθινά μικρό ήταν το επίγειο δέμας του Γέρου, πόσο μικροσκοπική η στολή του και τα υπερήφανα φτερά που φυλάσσονται όλα στα σπλάχνα αυτού του Μουσείου. Μαζί με το ελάχιστο κρεββατάκι εκστρατείας του Βύρωνα, μαζί με το ακρόπρωρο με τα αρχαιοελληνικό όνομα της Μπουμπουλίνας (ναι, ο Αγαμέμνων), μαζί με το ρολόι με τα αρχικά του Κυβερνήτη, μαζί με τη βελουδένια φορεσιά της Κυρά Φροσύνης, μαζί με τον χαρτοφύλακα εργασίας του Χαρίλαου Τρικούπη, μαζί με τις ματωμένες σημαίες των νησιών και της ξηράς, μαζί με…μαζί με…
Ευχή μου να έρθει μια μέρα που οι ταξιτζήδες της Αθήνας που με ρωτούσαν κάθε φορά που με έφερναν ως εκεί “τι έχει εκεί μέσα”. να μην χρειάζεται πια να το κάνουν. Και να το αγαπήσουν κι αυτοί -καθώς και οι πολιτικοί μας- όπως οι επισκέπτες από όλη την Ελλάδα και τα χιλιάδες παιδιά που είδα να τιτιβίζουν και να συγκινούνται εντός του κατά τη διάρκεια των σχολικών τους επισκέψεων εκεί.
Γιατί δεν φαντάζομαι ότι υπάρχει καλύτερο και ιερότερο από αυτό μέρος, για να διδαχθούμε τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία.
Ευχή μου η αγάπη για την Πατρίδα να είναι σαν τη δική του.
Χωρίς βρωμιά μα και χωρίς χρυσοποίκιλτες κοσμικές φανφάρες.
Και χωρίς καν την ανάγκη του εορτασμού και της υπενθύμισης…
Σαν γαλανό αεράκι μόνο, που να θυμίζει το αξέχαστο βλέμμα του.