κεντρική φωτ. Αμλετ με τον Λόρενς Ολίβιε 8af2a5cf9064f4aa2560decaa11ec5d7

Nα ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού η απορία.

Τι είναι πλέον ευγενές;

Να ζει, να υποφέρει της Τύχης τα τοξεύματα και σφενδονίσματά της

ή εις βασάνων πέλαγος τα όπλα ν’ αντιτάξει

και να ιδεί το τέλος των με την αντίστασίν του;

Απέθανε – κοιμήθηκε· ιδού!

Και μ’ έναν ύπνο να παύει ο πονόκαρδος

και τα δεινά τα χίλια που είν’ η μοίρα της σαρκός,

συντέλεια θα ήτο να την ορέγεται κανείς ενθέρμως!

‒ Ν’ αποθάνει, να κοιμηθεί.

‒ Να κοιμηθεί; Να ονειρεύετ’ ίσως!

Ιδού, ιδού το πρόσκομμα!

Διότι στου θανάτου τον ύπνον τούτον άραγε τι όνειρα θα έλθουν,

αφού αποτινάξομεν την σκέπην την φθαρτήν μας;

Αυτό μας φέρει δισταγμούς·

αυτό είν’ η αιτία που κάμνει τόσον μακρινόν της συμφοράς τον βίον.

Διότι ποίος ήθελε ποτέ να υποφέρει του κόσμου τον περίγελον

και την καταδρομήν του,

τυράννων καταπίεσιν,

τρανών υπεροψίαν,

τα βάσανα του έρωτος του καταφρονημένου,

του νόμου τη βραδύτητα,

το ύφος των εντέλει ή και τα κολαφίσματα

οπού συχνοαρπάζει η μετριόφρων αρετή από τους αναξίους,

ενώ του ήτο δυνατόν το παν να εξοφλήσει μ’ ένα κεντρί!

Ποιος ήθελε φορτία να σηκώνει,

και να ιδρώνει,

να βογγά απ’ της ζωής το βάρος,

εάν του μετά θάνατον ο φόβος,

‒αν ο τόπος ο άγνωστος, οπού ποτέ κανένας ταξιδιώτης ακόμη δεν εγύρισεν από τα σύνορά του‒

εάν δεν μας εκλόνιζαν αυτά την θέλησίν μας,

ώστε κανείς να προτιμά τα βάσανα που έχει,

παρά να τρέξει μόνος του εις άλλα που δεν ξεύρει.

Πηγή: www.lifo.gr
992874 amlet minotis 1955