IN MEMORIAM

Βλέπω συχνά στον ύπνο μου πως είμαι στοιχειωμένος
Πως βγαίνουνε φαντάσματα με χάλκινους ζωστήρες
Οι Μνήμες επιστρέφουνε κι εγώ σαν ναρκωμένος
Κοιτάζω μες τα μάτια τους, δυο μαύροι οδοστρωτήρες

Τα χέρια τους ορθάνοικτα σαν μουσουργοί εν δράσει
Στα δάχτυλά τους κρέμονται ζυγοί ψυχοστασίας
Ο Θωθ μετρά ξαναμετρά ποια πρέπει να γεράσει
Και ποια αιώνια θα ζει δίκην αποστασίας

Η Μια με το θαλασσινό σαρκίο πλησιάζει
Όλα τα φύκια των βυθών σαλεύουν στο άγγιγμά της
Στο Ρότερνταμ κοιμίζομαι, ξυπνάω στη Βεγγάζη
Με νανουρίζει ο Ζέφυρος, οι Άρπυιες κι ο Μπάτης

Καταμεσής  του αισθήματος η Άλλη με πηγαίνει
«Για τη σκουριά του έρωτα γυαλόχαρτο δεν φτάνει»
Χαμογελά σαρκαστικά κι ειρωνικά μου κραίνει
Κι εγώ απαντώ «τη θάλασσα την πνίγει το λιμάνι»

Η Τρίτη κέρματα σκορπά από παλιά πορθμεία
Της Στύγας, του Αχέροντα, της Αίθουσας της Κρίσης
Ακούω γνώριμες φωνές του Γιώργου, του Ηλία
Μα δεν διαφαίνεται ποτέ του δράματος η λύσις

Με μια ηχώ μελωδική η Τέταρτη μού γνέφει
Υμέναιοι, Ιάλεμοι, Καντάδες, Μπλουζ και Κώμοι
Η κάθε νότα είναι υγρή είναι κι από σεντέφι
Η πιο μικρή σταλαγματιά κι οι πιο μεγάλοι πόνοι

Η Ύστατη στην πρώτη μου πατρίδα γυροφέρνει
Δυο πιθαμές από τη γη μα ανάστημα μεγάλο
Σαν μάντης Κάλχας που μιλά, σαν νύφη πολύφερνη
Ένα παιδί με χαιρετάει μ’ ένα βουβό σινιάλο

Κι όταν γυρίζω απ΄το όνειρο κάθιδρος, τρομαγμένος
Ακούω τα φαντάσματα με ξύλινους κοθόρνους
Οι Μνημες ξαναφεύγουνε κι εγώ σαν σαλεμένος
Ακολουθώ τα χνάρια τους μες τους μεγάλους δρόμους