Διαφήμιση

Η κυβέρνηση Μπάιντεν κι εμείς

 Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου στα ΝΕΑ 

Έγραφα πριν από δύο εβδομάδες για την προστασία που μας οφείλει το ΝΑΤΟ και ότι, κατά τη γνώμη μου, ο διάλογος με τον Έρντογάν και τον Τσαβούσογλου είναι αδύνατος.

Όμως, οι Έλληνες διπλωμάτες δεν έχουν την πολυτέλεια να σκέφτονται όπως εγώ, ο απλός πολίτης. Έπείγει λοιπόν να πλησιάσουμε τα μέλη της διοίκησης Μπάιντεν που εκφραστεί επικριτικά για την Τουρκία, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν πολλοί, τόσο στο Δημοκρατικό όσο και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που αν βρεθούν σε δίλημμα ανάμεσα στην Τουρκία και σ’ εμάς θα προτιμήσουν την Τουρκία. Για όλους τους Αμερικανούς size matters: η λογική τους είναι απλοϊκή· δεν έχει βάθος. Έξάλλου, γενικά η πολιτική τους, το βλέμμα τους, είναι μυωπικά: ενδιαφέρονται για το βραχυπρόθεσμο κέρδος, για τις «νίκες»  δεν έχουν όραμα πέρα από τα οικονομικά τους συμφέροντα, τα οποία μερικές φορές δεν καταφέρνουν να εξυπηρετήσουν.

Υπάρχουν πολλοί ακόμα και στην κυβέρνηση Μπάιντεν που βλέπουν τον κόσμο, και ιδιαίτερα την Τουρκία, με τα μάτια της δεκαετίας του 1990: ως εκκοσμικευμένη χώρα που ανήκει στη Δύση. Μοιάζουν να μην υπολογίζουν τον ισλαμικό κίνδυνο άλλωστε τους προστατεύουν δύο ωκεανοί– και να μην αντιλαμβάνονται την επιθετικότητα του σχεδίου «Γαλάζια Πατρίδα». Όσο για τις υστερικές αντιδράσεις του Έρντογάν τις αποδίδουν στο ανατολίτικο πνεύμα και στο ότι οι Έλληνες τον έχουν φουρκίσει: γενικά οι Αμερικανοί νιώθουν αμηχανία μπροστά σε συμπεριφορά γερακιού, μολονότι έχουν συχνά παρόμοια συμπεριφορά. Έτσι, πολλοί από τον κύκλο του Τζο Μπάιντεν θεώρησαν την επιδρομή των προσφύγων στον Έβρο πέρυσι «αυθόρμητη κίνηση απελπισμένων ανθρώπων»: οι New York Times υπαινίχθησαν ότι τα ευρωπαϊκά σύνορα έχουν εξελιχθεί σε τείχος κι ότι οι Έλληνες επιδεικνύουν απαράδεκτη ξενοφοβία.

Έν πάση περιπτώσει, πρέπει να πλησιάσουμε τα στελέχη της κυβέρνησης Μπάιντεν που ξέρουν τα ζητήματα της Τουρκίας

και της Μέσης Ανατολής και που δεν έχουν υποκύψει στη σκοτεινή σαγήνη του Έρντογάν. Αυτή η προσέγγιση πρέπει να γίνει με συνέπεια στον ευρωατλαντισμό, ως μια μικρή αλλά γεωπολιτικά σημαντική δύναμη που όντως αποτελεί το ευρωπαϊκό τείχος και που είναι μέλος του ΝΑΤΟ μαζί με τον χειρότερο εχθρό της.

Πράγματι, ο ευρωατλαντισμός δεν έχει, ή δεν είχε, καλό όνομα στην Έλλάδα – για δεκαετίες ακούγονταν συνθήματα εναντίον του και η εξωτερική πολιτική πέρασε από πολλές περιπέτειες εξαιτίας αυτής της εχθρότητας. Γι’ αυτό χρειάζεται κάποια δουλίτσα στο εσωτερικό. Αν και οι Έλληνες έχουν ξεχάσει κάπως τον αντιαμερικανισμό και έχουν στραφεί εναντίον των Γερμανών –πάντοτε θα υπάρχουν αιτίες και αφορμές– έχουν την τάση να πιστεύουν ότι ο δήθεν επαπειλούμενος αμερικανικός απομονωτισμός είναι κάτι σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία θετική για τους λαούς που έχουν υποφέρει από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Όμως το κενό που θα άφηνε η απόσυρση των ΗΠΑ από τον διεθνή χώρο –η οποία δεν θα συμβεί– θα το κάλυπτε η Ρωσία ή η Κίνα. Με ποιες όμως αξίες; Ο στόχος μας πρέπει να είναι η προάσπιση της δημοκρατίας, όχι κάποιος ουτοπικός κόσμος όπου όλες οι χώρες θα έχουν το ίδιο βάρος. Σε αυτή την επιμονή στον ευρωατλαντισμό, τον οποίον υπονόμευσε ο Ντόναλντ Τραμπ ίσως αυτό ήταν το χειρότερο στοιχείο της πολιτικής του εντάσσεται η σταθερή στάση μας εναντίον του σχεδίου εξισλαμισμού της Έυρώπης: η απάντηση σ’ αυτό το σχέδιο είναι βεβαίως η ενότητα του δυτικού κόσμου και η ειρηνική ισορροπία όπου είναι δυνατή.

Πρέπει λοιπόν να στηρίξουμε τις σταθερές της αμερικανικής πολιτικής: τη διατήρηση ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας στην Έλλάδα, ιδιαίτερα στη βάση της Σούδας, και την αναχαίτιση της ρωσικής επιρροής. Όσο για την αμερικανική στάση στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση πρέπει να στηρίξουμε τη συνιστώσα της αποφυγής ελληνοτουρκικού πολέμου και να πιέσουμε στην κατεύθυνση του διεθνούς δικαίου.

Αναμφισβήτητα ο Τζο Μπάιντεν είναι έμπειρος στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν αδαής και διέπραξε όλα τα σφάλματα που μπορούν να διαπραχθούν στη διπλωματία:ακροσφαλή τακτική, αυθόρμητες και συναισθηματικές αποφάσεις, προσωπικές ερωτοτροπίες. Απόδειξη ότι θεωρούσε τον Έρντογάν σκακιστή παγκόσμιας κλάσης ενώ δεν είναι παρά ένας ζαβολιάρης. Από την πλευρά του, ο Μπάιντεν υπόσχεται We will be back: αναρωτιέμαι σε τι θα επιστρέψουν, σε τι δεν θα επιστρέψουν κι αν θα διαχειριστούν την Τουρκία ως το rogue state που είναι. Θα φανεί σύντομα αν η ομάδα Μπάιντεν έχει λάβει υπόψη τις σημαντικές αλλαγές στην Ανατολική Μεσόγειο, κι αν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τον κόσμο όχι όπως τον θυμάται, ούτε όπως θα ήθελε να είναι, αλλά όπως είναι.

Έίτε οι ΗΠΑ συνεχίσουν να παίζουν ηγεμονικό ρόλο, είτε, όπως λένε πολλοί, παρακμάζουν, δεν θα πάψουν να είναι μια μεγάλη χώρα, με στρατιωτική και πρωτίστως με πολιτιστική επιρροή σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής παγκοσμίως. Οι ΗΠΑ δείχνουν κάποια αφηρημάδα για την Aνατολική Μεσόγειο και για τη Μέση Ανατολή –μεταξύ άλλων, λόγω της απώλειας ενδιαφέροντος για το πετρέλαιο και της κόπωσης για όλες τις cold cases όπως έχουν καταλήξει η Κύπρος και τα ελληνοτουρκικά προβλήματα. Αλλά εμείς έχουμε να επιλέξουμε, θεωρητικά, μεταξύ μιας αμαρτωλής και κάπως οκνηρής υπερδύναμης, όπως είναι οι ΗΠΑ, και μιας διάσπαρτης σειράς ισχυρών χωρών χωρίς δημοκρατικό πολίτευμα.

Θεωρητικά: στην πράξη το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσεγγίσουμε περισσότερο την αμερικανική δημοκρατία από την οποία δεν λείπουν ούτε οι αρετές, ούτε η ανθεκτικότητα στην ανθρώπινη βλακεία. Ωστόσο, φοβάμαι ότι πολλά κυβερνητικά στελέχη και πολιτικοί αναλυτές στις ΗΠΑ είναι σαν τον Ριπ Βαν Γουίνκλ στο διήγημα του Ουάσινγκτον Έρβινγκ, που ήπιε πολύ, αποκοιμήθηκε και ξύπνησε 20 χρόνια αργότερα σε έναν κόσμο που δεν αναγνώριζε. Όπως ο Ριπ Βαν Γουίνκλ έχασε το επεισόδιο του Αμερικανικού Πολέμου της Ανεξαρτησίας, πολλοί που ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική έχουν χάσει το επεισόδιο της μετατόπισης από τον Ψυχρό Πόλεμο στον πόλεμο των πολιτισμών.

Διαφήμιση