Διαφήμιση

Η Τεχεράνη επιδιώκει να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση έναντι της Ουάσιγκτον

Αν το διακύβευμα δεν ήταν τόσο υψηλό, η εικόνα θα ήταν σχεδόν κωμική: δύο αιώνιοι αντίπαλοι, που δηλώνουν με τα πολλά πως θέλουν να αναστήσουν παλιότερη συμφωνία τους, μένουν ακίνητοι να αλληλοκοιτάζονται, περιμένοντας ο ένας από τον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα. Δεδομένου όμως του ότι μιλάμε για τις ΗΠΑ και το Ιράν, τη νέα κυβέρνηση Μπάιντεν από τη μία πλευρά και τη σχετικά μετριοπαθή κυβέρνηση Ροχανί παρέα με τους σκληροπυρηνικούς μουλάδες από την άλλη, καθώς και τη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης την οποία «έσχισε» μονομερώς το 2018 η κυβέρνηση Τραμπ, το τοπίο παραπέμπει περισσότερο σε ένα γεωπολιτικό τεντωμένο σκοινί, κάτω από το οποίο θα μπορούσε να χάσκει ακόμα και ένας πυρηνικός όλεθρος. Κάποιες μικρές, πολύ μικρές κινήσεις έγιναν εκατέρωθεν τις τελευταίες ημέρες, δεν εγγυούνται όμως το παραμικρό και ο χρόνος πιέζει.

Μικρή ανακεφαλαίωση: το 2018, ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία που είχε υπογράψει το 2015 το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα με την ομάδα των «5+1», τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Κίνα, Ρωσία) καθώς και τη Γερμανία, επαναφέροντας τις αμερικανικές κυρώσεις ώστε να πνίξουν εκ νέου την ιρανική οικονομία. Εναν χρόνο αργότερα, σε πείσμα των ευρωπαϊκών πιέσεων και των προσπαθειών, η Τεχεράνη άρχισε να υπαναχωρεί σταδιακά από τις πυρηνικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει.

Τις τελευταίες εβδομάδες, μάλιστα, πολλαπλασίασε τις παραβιάσεις της συμφωνίας: στις 4 Ιανουαρίου, άρχισε να εμπλουτίζει ουράνιο σε ποσοστό 20%, έναντι 3,67% που αυτή της επέτρεπε, μειώνοντας σημαντικά το χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν προκειμένου να κατασκευάσει μια πυρηνική βόμβα. Κατόπιν, στις 11 Φεβρουαρίου, ξεκίνησε την παραγωγή μετάλλου ουρανίου – ενός συστατικού-κλειδί στην κατασκευή πυρηνικών όπλων – και εγκατέστησε περισσότερο προηγμένες συσκευές φυγοκέντρησης στον υπόγειο σταθμό της Νατάνζ. Ολα αυτά, παρότι είχε πλέον απέναντί της, στην Ουάσιγκτον, έναν νέο πρόεδρο, δεδηλωμένα πρόθυμο να επανέλθει στη συμφωνία του 2015 – ή μάλλον ακριβώς για αυτό, προκειμένου να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση.

Γιατί το Ιράν δηλώνει έτοιμο να επανέλθει στον σεβασμό των δεσμεύσεών του μόνον εφόσον αρθούν πραγματικά οι αμερικανικές κυρώσεις, και υπό τον όρο πως δεν θα αλλάξει η συμφωνία του 2015 ούτε παραμέτρους ούτε περίμετρο, ενώ οι ΗΠΑ, όπως άλλωστε και η Ευρώπη, δεν θέλουν απλώς να σώσουν τη συμφωνία, αλλά να τη διευρύνουν, να την ενημερώσουν λαμβάνοντας υπόψη την ιρανική πρόοδο σε θέματα έρευνας και αναπτυξης και στη συνέχεια, να υποχρεώσουν την Τεχεράνη να διαπραγματευτεί και για το βαλλιστικό της πρόγραμμα, καθώς και για την επεκτατική επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Στις 18 Φεβρουαρίου, η Ουάσιγκτον έκανε μία τριπλή χειρονομία καλής θέλησης: ανακοί- νωσε, στο πέρας τηλεδιάσκεψης του υπουργού Εξωτερικών της, Αντονι Μπλίνκεν, με τον γάλλο, τον βρετανό και τον γερμανό ομόλογό του, πως αποδέχεται πρόσκληση της ΕΕ για «άτυπες συνομιλίες» παρουσία της Τεχεράνης.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μπάιντεν έθεσε και επισήμως τέλος στην πολιτική «μέγιστης πίεσης» που εφάρμοζε, χωρίς κανένα αποτέλεσμα, ο Τραμπ, ακυρώνοντας μία μονομερή διακήρυξη που είχε κάνει ο τελευταίος τον Σεπτέμβριο του 2020 (απελπίζοντας ακόμα περισσότερο την ΕΕ) περί επαναφοράς διεθνών κυρώσεων σε βάρος του Ιράν και χαλαρώνοντας τους δρακόντειους περιορισμούς που είχε επιβάλλει η προηγούμενη κυβέρνηση των ΗΠΑ στις μετακινήσεις των ιρανών διπλωματών, ιδίως εκείνων που υπηρετούν στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.

Κι αυτό, παρότι η Τεχεράνη απειλούσε να περιορίσει επικίνδυνα από τις 23 Φεβρουαρίου, βάσει νόμου που ψήφισε το κυριαρχούμενο από τους σκληροπυρηνικούς Κοινοβούλιό της τον Δεκέμβριο, τις επιθεωρήσεις των πυρηνικών δραστηριοτήτων της από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) – ή μάλλον ακριβώς για αυτό, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα.

Τελικά, επιστρέφοντας την περασμένη Κυριακή από την Τεχεράνη, ο επικεφαλής της ΙΑΕΑ, Ραφαέλ Γκρόσι ανακοίνωσε πως βρήκε από κοινού με την κυβέρνηση Ροχανί μία «προσωρινή λύση» τριών μηνών ώστε να διατηρηθεί μία «ικανοποιητική εποπτεία», παρότι οι επιθεωρήσεις πε- ριορίστηκαν πράγματι από αυτή την Τρίτη. Η εξέλιξη εξόργισε βέβαια το ιρανικό Κοινοβούλιο, που καταδίκασε με συντριπτική πλειοψηφία τη συμφωνία, αξιώνοντας την άμεση αποπομπή όλων των επιθεωρητών της ΙΑΕΑ.

το ιραν έχει προγραμματίσει για τον Ιούνιο προεδρικές εκλογές, και δεδομένου του ότι ο Ροχανί δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη θητεία, η μόνη ελπίδα για το στρατόπεδο των μετριοπαθών είναι να έχουν ξεκινήσει έως τότε διαπραγματεύσεις, και να έχουν ήδη φέρει μία μερική, έστω, άρση των αμερικανικών κυρώσεων. Αντίσταση όμως συναντά και ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, όχι μόνο από τους Ρεπουμπλικανούς, που θεωρούν πως «οι αγιατολάδες μόνο τη γλώσσα της δύναμης καταλαβαίνουν», όπως διαβεβαίωσε τις προάλλες ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, αλλά και από περιφερειακούς συμμάχους της Αμερικής στη Μέση Ανατολή που θεωρούν, όπως έγραφε τις προάλλες στο «The National» η Ρατζίντα Ντέργαμ, ιδρύτρια και πρόεδρος του Beirut Institute, πως «η θέλησή του να κατευνάσει την Ευρώπη τον οδηγεί κατευθείαν μέσα στην ιρανική παγίδα». Εξ ου και η εκτίμηση του Ισάαν Ταρούρ στη «Washington Post» πως εκείνος που κάνει τις πλέον επισφαλείς ασκήσεις ισορροπίας, από γεωπολιτική άποψη, στο Ιράν, είναι ο ίδιος ο Τζο Μπάιντεν.

 

Μήνυμα της Ουάσιγκτον με πλήγματα στη Συρία

Με στοχευμένα πλήγματα εναντίον στόχων στο έδαφος της Συρίας που εκτιμάται ότι είχαν σχέση με ένοπλες ομάδες και οργανώσεις τις οποίες στηρίζει η Τεχεράνη απάντησαν οι

ΗΠΑ, το βράδυ της Πέμπτης, στις επιθέσεις που έχουν δεχθεί οι δυνάμεις τους το τελευταίο διάστημα στο Ιράκ. Κυρίως δε σε αυτή της 15ης Φεβρουαρίου εναντίον αμερικανικής στρατι- ωτικής βάσης, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός μισθοφόρου και τον τραυματισμό άλλων.

Την εντολή για τα πλήγματα, που κόστισαν τη ζωή σε τουλάχιστον 17 ανθρώπους, έδωσε ο Τζο Μπάιντεν ο οποίος, σύμφωνα με αξιωματούχο που μίλησε στο Reuters, επέλεξε ένα από τα πιο ήπια σενάρια που του είχαν παρουσιάσει οι στρατηγοί του Πενταγώνου και το επιτελείο του. Ετσι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ διεμήνυσε ότι δεν επιθυμεί την κλιμάκωση των συγκρούσεων στην περιοχή, αλλά και ότι δεν θα ανεχθεί νέα επίθεση εναντίον των Αμερικανών που παραμένουν εκεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι στόχοι δεν βρίσκονταν εντός Ιράκ, την κυβέρνηση του οποίου στηρίζει η Ουάσιγκτον.

Σημειώνεται ότι η Μόσχα, που στηρίζει τον Μπασάρ αλ-Ασαντ, καταδίκασε έντονα την αμερικανική επιχείρηση και απαίτησε να γίνει σεβαστή η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας.

Κιττυ Ξενάκη/ Τα ΝΕΑ 

Διαφήμιση