Διαφήμιση

Εξ αποστάσεως εργασία: ευκαιρία ή απειλή;

Παναγιώτης Καρκατσούλης

Hτηλεργασία στο Δημόσιο είναι μια πραγματικότητα. Δημιουργήθηκε υπό την ασφυκτική πίεση που άσκησε η πανδημία με σκοπό τη διασφάλιση της υγείας των εργαζομένων και των συναλλασσόμενων πολιτών. Ως θετικό αξιολογείται, επίσης, το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό σώθηκαν πολλές θέσεις εργασίας και ότι οι δημόσιες υπηρεσίες συνέχισαν να λειτουργούν. Οι αδυναμίες που καταγράφονται από την εφαρμογή της τηλεργασίας εντοπίζονται, ιδίως, στην κακή ποιότητα εξυπηρέτησης των πολιτών. Γι’ αυτό, οι πολίτες πρέπει να ενημερωθούν συστηματικά για τις δυνατότητες που τους παρέχει η ηλεκτρονική διακυβέρνηση και οι ψηφιακές εφαρμογές εν γένει. Χρειάζεται, επίσης, συστηματική επιμόρφωση των υπαλλήλων στη νέα συνθήκη με δεδομένο ότι οι περισσότεροι από τους μισούς που μπήκαν στην τηλεργασία δεν είχαν καμία προηγούμενη σχετική εμπειρία.

Αναδείχτηκαν πολλά προβλήματα που τα περισσότερα εξ αυτών έχουν να κάνουν με τη νέα μορφή εργασίας.

Τα κυριότερα απ’ αυτά είναι:

1. Η κοινωνική απομόνωση και οι συνακόλουθες ψυχικές διαταραχές των εργαζομένων.

2. Οι διακρίσεις μεταξύ των εργαζομένων που μπορούν να τηλεργάζονται κι εκείνων που δεν μπορούν.

3. Η αποστέρηση βασικών εργασιακών δικαιωμάτων των υπαλλήλων.

4. Η υποβάθμιση ή εξαφάνιση της διαβούλευσης.

Η επέκταση της τηλεργασίας πρέπει να γίνει έπειτα από ενδελεχή μελέτη των ιδιαιτεροτήτων και των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε υπηρεσίας.

Η τηλεργασία πρέπει να επεκταθεί και πέραν των υπαλλήλων που εργάζονται στο «back office», δηλαδή, εκείνων που κάνουν διοικητική-υποστηρικτική δουλειά. Για να μπορέσει, όμως, η τηλεργασία να επεκταθεί και στις λοιπές εργασίες που έχουν επιτελικό χαρακτήρα ή απαιτούν την αυτοπρόσωπη παρουσία των υπαλλήλων στο γραφείο, απαιτείται συστηματική καταγραφή των αρμοδιοτήτων, των διαδικασιών και της ροής εργασίας.

Ενόψει της ρύθμισης του νέου πλαισίου, υπάρχουν ορισμένα βασικά ερωτήματα που πρέπει ο νομοθέτης να απαντήσει ώστε η τηλεργασία να αποτελέσει μια ευκαιρία βελτίωσης της ποιότητας τόσο των παρεχόμενων υπηρεσιών όσο και της καθημερινότητας των εργαζόμενων στον δημόσιο τομέα:

¢ Θα εξασφαλίζεται η συναίνεση του εργαζομένου στην αλλαγή της μορφής εργασίας του, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, χωρίς εξαναγκασμό;

¢ Θα τηρηθούν απαρέγκλιτα τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και με ποιον τρόπο; Πώς θα αντιμετωπιστεί, για παράδειγμα, το μείζον θέμα που προκύπτει με το ωράριο εργασίας;

¢ Θα είναι σαφές ότι ο εργοδότης οφείλει να παρέχει τα μέσα και να καλύπτει το κόστος της τηλεργασίας χωρίς αυτό να μετακυλίεται με οποιονδήποτε τρόπο στον εργαζόμενο;

¢ Θα υπάρχει σαφής περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν τα προβλήματα στην εξέλιξη του εργαζομένου, που μπορεί να δημιουργήσει η «απουσία» του από το γραφείο;

¢ Θα δημιουργηθεί ένα «παρατηρητήριο τηλεργασίας» ως προέκταση της Επιθεώρησης Εργασίας, με συμμετοχή εκπροσώπων των κοινωνικών εταίρων που να μπορεί να «ελέγχει» τις συνθήκες εργασίας και την τήρηση των συμβάσεων;

¢ Θα υπάρχει η πρόνοια για τη φυσική παρουσία στο γραφείο όσων τηλεργάζονται μία ή δύο φορές την εβδομάδα;

 

Από τις απαντήσεις που θα δοθούν στα προηγούμενα ερωτήματα, θα κριθεί κατά πόσον η κυβέρνηση θα μπορέσει να εξυπηρετήσει τόσο τα συμφέροντα των εργαζομένων όσο και τη διάδοση των σύγχρονων τεχνολογιών και της τηλεργασίας.

Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Ερευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών

Διαφήμιση