Αρχική Πρόσωπα Στον αντίποδα του κυνισμού

Στον αντίποδα του κυνισμού

Διαφήμιση
Στον αντίποδα του κυνισμού

Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρξει μια πολύ οργανωμένη αντίδραση. «Αυτό που έχει σημασία είναι να μην παραδίδεσαι», λέει ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Μπέρνσταϊν σε μια συνέντευξή του στην «El Pais». «Δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τα κοινωνικά κινήματα που αναδύονται σε όλο τον κόσμο, το Black Lives Matter, τον φεμινισμό στην Ισπανία. Μια πολύ σημαντική αλλαγή που έχει συμβεί στη ζωή μας είναι το κίνημα ΛΟΑΤΚΙ. Ποιος θα το φανταζόταν πριν από 20 χρόνια!».

Γεννημένος στο Μπρούκλιν, συμφοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου με τον Φίλιπ Ροθ, τη Σούζαν Σόνταγκ, τον Τζορτζ Στάινερ και τον Ρίτσαρντ Ρόρτι, ο Μπέρνσταϊν έχει συνδέσει το όνομά του με τον πραγματισμό, ένα ρεύμα σχετικά άγνωστο στην Ευρώπη, παρόλο που έχει επηρεάσει πολιτικούς όπως ο Μπάρακ Ομπάμα και φιλοσόφους όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας. Πρόκειται για μια παράδοση που θεωρεί ότι δεν υπάρχουν καθαρές και απόλυτες αλήθειες: τα ηθικά, πολιτικά και αισθητικά μας κριτήρια δεν είναι αμετακίνητα, αλλάζουν, προσαρμόζονται συνεχώς με βάση τις εμπειρίες μας και την επικοινωνία μας με τον υπόλοιπο κόσμο. Μέρος αυτής της παράδοσης είναι ο στρατευμένος πλουραλισμός, η δημόσια διαβούλευση και ο φαλιμπιλισμός, η θεωρία δηλαδή που διακηρύσσει ότι καμιά πεποίθηση, είτε πρόκειται για κοινή παραδοχή είτε για επιστημονική θέση, δεν μπορεί να αποδειχθεί με τρόπο που να την καθιστά αδιαμφισβήτητη.

Σε μια εποχή που οι θεσμοί δέχονται επίθεση από ένα είδος αυταρχισμού που στηρίζεται σε εναλλακτικές αλήθειες, δεν είναι επικίνδυνο να πρεσβεύει μια θεωρία ότι οποιαδήποτε πεποίθηση είναι ανοιχτή στην εξέταση και την κριτική; «Πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στον φαλιμπιλισμό, που θεωρεί ότι μπορεί να κάνεις λάθος, και σε έναν κακώς εννοούμενο σχετικισμό, σύμφωνα με τον οποίο μπορεί να ισχύει οτιδήποτε», απαντά ο Μπέρνσταϊν, που εξακολουθεί να διδάσκει στο New School of Social Research και, αυτή την περίοδο, να δίνει βιντεοδιαλέξεις από το σπίτι του, στο Μανχάταν. «Εγώ πιστεύω στην αλήθεια. Οπως πιστεύω στο ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε εναντίον της ιδέας ότι δεν υπάρχουν αλήθειες.»

Ο Μπέρνσταϊν άρχισε να διδάσκει στο Γέιλ το 1954, σε ηλικία 22 ετών. Οταν, τo 1965, το Πανεπιστήμιο αρνήθηκε να τον εκλέξει μόνιμο καθηγητή παρόλο που πληρούσε όλα τα προσόντα, έφυγε για το Haverford College, όπου δίδαξε τα επόμενα 23 χρόνια. Εκεί συνάντησε τον Χάμπερμας, ο οποίος το 1976 του ζήτησε να λάβει μέρος σε ένα σεμινάριο στο Ντουμπρόβνικ υπέρ οκτώ γιουγκοσλάβων διαφωνούντων μαρξιστών της ομάδας Praxis που είχαν απολυθεί από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου λόγω των πολιτικών τους θέσεων. Το σεμινάριο αυτό έγινε στη συνέχεια θεσμός, προσελκύοντας διανοούμενους όπως ο Αντονι Γκίντενς, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Αλέν Τουρέν και η Αγκνες Χέλερ.

Ο 88χρονος φιλόσοφος πιστεύει ότι το πνεύμα του πραγματισμού αποτελεί το καλύτερο κομμάτι της αμερικανικής προοδευτικής ιδέας και βρίσκεται στον αντίποδα της απελπισίας και του κυνισμού. Η δημοκρατία δεν είναι μια μορφή ακίνητης διακυβέρνησης, τονίζει, αλλά ένα διαρκές συλλογικό πείραμα, στο πλαίσιο του οποίου πρέπει να ακούς και αυτούς που σκέφτονται διαφορετικά από σένα. Η δημοκρατία είναι ένα σύνολο πρακτικών για την αντιμετώπιση του άλλου. Χωρίς σεβασμό για τον άλλο, χωρίς τη διάθεση να κάνεις διάλογο με τον άλλο, χωρίς αυτό το ήθος, η δημοκρατία μπορεί να μετατραπεί σε κάτι άχρηστο.

Αυτό ισχύει και για τους οπαδούς του Τραμπ; «Για να αναλύσουμε και να καταπολεμήσουμε τον τραμπισμό, πρέπει να τον κατανοήσουμε. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που εξηγούν την απήχησή του σε μια φιλελεύθερη κοινωνία σημαδεμένη από τις ανισότητες».

Ο Μπέρνσταϊν έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος των ακαδημαϊκών του μελετών στη βία, όχι μόνο τη φυσική, αλλά και τη συμβολική, όπως είναι η βία του καπιταλισμού. «Κατά την άποψή μου, ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένο το διεθνές χρηματοπιστωτικό καπιταλιστικό σύστημα τροφοδοτεί αυτό το είδος συστημικής βίας. Δεν υπάρχει η ιδέα της ευθύνης απέναντι στη φτώχεια. Ακόμη και στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε, έχουμε χάσει την έννοια του κοινού καλού. Μπορούμε πάντα όμως να κάνουμε πίσω, να στραφούμε στην ιδέα ενός κοινού καλού που είχε αναπτύξει στις μέρες του ο Ρούσβελτ, και στηριζόταν στα κίνητρα και την κοινωνική βοήθεια».

Ρίτσαρντ Μπέρνσταϊν (1932-)

Η κρυφή λογική της Ιστορίας

Μία από τις μεγάλες διανοούμενες του περασμένου αιώνα με την οποία «συνομιλούσε» ο Μπέρνσταϊν ήταν η Χάνα Αρεντ. Αυτό που τον γοήτευε σ’ εκείνη ήταν η ευαισθησία, το χιούμορ και η βαθιά αίσθηση μελαγχολίας με την οποία αντιμετώπιζε βαθιά και διαχρονικά προβλήματα, όπως η κατάσταση των προσφύγων και των απάτριδων. «Η Αρεντ απέρριπτε τόσο την απερίσκεπτη απελπισία όσο και την απερίσκεπτη αισιοδοξία», γράφει στο τέλος του μικρού, και πολύτιμου, βιβλίου του «Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Αρεντ» (εκδ. Επίκεντρο, μετάφραση Βασιλική Σουλαδάκη). «Ηταν αντίθετη στην πίστη ότι η κρυφή λογική της Ιστορίας οδηγεί αναπόδραστα στον θρίαμβο της ελευθερίας, αλλά αντίθετη και στην πίστη ότι η κρυφή λογική της Ιστορίας είναι να οδηγούνται τα πράγματα προς το χειρότερο (…). Μας δίδαξε ότι έχουμε τη δυνατότητα να πράττουμε από κοινού, να παίρνουμε πρωτοβουλίες, να ξεκινάμε κάτι καινούργιο, να αγωνιζόμαστε προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η επί γης ελευθερία».

Μιχάλης Μητσός / τα ΝΕΑ

Διαφήμιση