Διαφήμιση

`Οταν ο`Αρθουρ Σοπενάουερ μιλούσε για τις γυναίκες κι έσταζε… δηλητήριο!

Γράφει η Ρίτσα Μασούρα 

«Ο Σαμφόρ έλεγε ότι οι γυναίκες είναι πλασμένες για να παίζουν με τις αδυναμίες των ανδρών, με την τρέλα τους, όχι όμως με τον νου τους. Ανάμεσα σε αυτές και τους άνδρες υπάρχει μια επιδερμική συμπάθεια και ελάχιστη συμπάθεια πνευματική, ψυχική ή προσωπική. Οι γυναίκες είναι το sexus sequior, το δεύτερο φύλο, απ’ όλες τις απόψεις, πλασμένο για να παραμείνει στο περιθώριο και σε δεύτερο πλάνο…» (από το «Δοκίμιο για τις γυναίκες» του Αρθουρ Σοπενάουερ, εκδόσεις Ροές).

Οταν ο Αρθουρ Σοπενάουερ μιλούσε για τις γυναίκες έσταζε… δηλητήριο. Γνωστός μισογύνης, προφανώς εξαιτίας της ατυχούς σχέσης με τη μητέρα του, προτιμούσε να θεωρεί τις γυναίκες σαν ένα αναγκαίο κακό της ανθρωπότητας που εν πάση περιπτώσει χρειάζεται για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Του ήταν αδύνατον να καταλάβει πώς αυτά τα πλάσματα, όπως τις αποκαλούσε, με τις κοντές γάμπες, τους στενούς ώμους και τους φαρδείς γοφούς αποκαλούνταν ωραίο φύλο. Μάλλον αντιαισθητικές έπρεπε να τις λέμε, επέμενε ο Γερμανός φιλόσοφος, πιστεύοντας ότι έφταιγε ο έρωτας και το ερωτικό ένστικτο που δημιουργούσε τέτοιες απατηλές εικόνες… Ελεγε κι άλλα ο σεβαστός διανοητής. Ελεγε ότι «ο άνδρας δικαιούται να είναι απολύτως ελεύθερος και μάλιστα υποχρεωμένος να διατηρεί πολλές γυναίκες. Είναι ο μόνος τρόπος για να επανέλθουν οι γυναίκες στον αληθινό τους ρόλο, τον ρόλο του υποδεέστερου όντος, και θα δούμε τότε να εξαφανίζεται από προσώπου γης η δέσποινα, αυτό το τερατούργημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της γερμανοχριστιανικής βλακείας με τις γελοίες αξιώσεις της για σεβασμό και τιμές…».

download 2
Maureen Dowd

Δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο ενδιαφέρουσα εισαγωγή για να γίνει το πέρασμα σε μια σύγχρονη γυναίκα, που με τα γραφόμενά της έχει διαταράξει τα καλώς κείμενα της κοσμικής Νέας Υόρκης. Μπροστά της ο κλειστοφοβικός Σοπενάουερ, αυτός που ανέπτυξε και εφήρμοσε τη θεωρία του σκαντζόχοιρου (αποστάσεις, κύριοι, διατηρήστε τις αποστάσεις), θα έχανε ακόμη και τη μιλιά του.Είναι η δημοσιογράφος των «Νιου Γιορκ Τάιμς» Μορίν Ντάουντ, η οποία μέσα από το βιβλίο της με τον τίτλο «Είναι οι άνδρες απαραίτητοι;» ξορκίζει το σημερινό στάτους των ανδρών και των γυναικών και θέτει ερωτήματα για τη σημασία και το αποτέλεσμα των αγώνων των γυναικών για εξίσωση των δύο φύλων. Εκείνο που αποτελεί τρόπον τινά τον πυρήνα της σκέψης της Μορίν Ντάουντ, στο συγκεκριμένο βιβλίο, είναι γιατί οι γυναίκες καριερίστες, οι σούπερ γυναίκες της εποχής μας, αυτές με το πολύ μυαλό που λέει ο λαός, δεν μπορούν να βρούνε άνδρες να συνάψουν σχέση ή και να παντρευτούν. Προφανώς, λέει η Ντάουντ, επειδή τις φοβούνται.

Μέσα από προσωπικές ανεκδοτολογικές αφηγήσεις, η Ντάουντ προσπαθεί να θέσει το δάκτυλό της επί των προβλημάτων της σημερινής καλλιεργημένης επιτυχημένης γυναίκας, που πασχίζει να διακριθεί ως ολοκληρωμένη προσωπικότητα, ως επαγγελματίας, και παράλληλα να αναζητεί τον ιδανικό σύζυγο. Σε ένα μάλιστα σημείο, η Ντάουντ αναφέρεται στις δηλώσεις συναδέλφου της, η οποία τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ και αμέσως μετά τη βράβευση της εκμυστηρεύτηκε ότι τώρα είναι πολύ δυστυχισμένη γιατί κανένας δεν θα την καλέσει σε ραντεβού! Σε κάποιο άλλο σημείο, ενθυμούμενη προφανώς εμπειρίες του παρελθόντος, δηλώνει ότι, αν ήταν υπηρέτρια, θα τα κατάφερνε καλύτερα με τους άνδρες!

Το άρωμα της ανδρικής εξουσίας είναι κάτι σαν αφροδισιακό για τη γυναίκα, ενώ το άρωμα της γυναικείας εξουσίας λειτουργεί απωθητικά για τον άνδρα. Υπό αυτές τις συνθήκες της απαξίας στο πρόσωπό τους, οι επιτυχημένες γυναίκες της εποχής, σημειώνει η Ντάουντ, επιστρέφουν στο κυνήγι του θηράματος (του άνδρα) μέσα από σύνθετα σχήματα, ειδικά σχεδιασμένα ώστε τα κακόμοιρα πλάσματα να βαυκαλίζονται με την ψευδαίσθηση ότι εκείνοι είναι οι κυνηγοί.

Δύσκολο να διαφωνήσεις με μια τόσο ξεκάθαρη θέση, που νομίζω ότι τη διακρίνουμε γύρω μας. Είναι αλήθεια ότι ο χάρτης της γυναίκας άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες. Προστέθηκαν πολλαπλές κατακτήσεις, αποκτήθηκαν φρεσκογυαλισμένα όπλα. Χρειάστηκε να οσφρανθεί τα μηνύματα του φεμινιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’60, να μυηθεί στην τότε σεξουαλική επανάσταση, να βγει ελεύθερη, μόνη στους δρόμους και να αναζητήσει τον άνδρα όχι ως αντίπαλο, αλλα ως συνοδοιπόρο ζωής. Κι έκανε λάθη σε αυτή τη διαδρομή. Υπερέβαλε στην προσπάθειά της να διακριθεί. Εκτισε εχθρούς. Λησμόνησε το τίμημα που πληρώνει ο καθένας (άνδρας, γυναίκα) όταν κινείται με τέτοιες ταχύτητες προς τα εμπρός. Πάλεψε για την ισότητα και στο τέλος κατέληξε να υιοθετήσει το σύνθημα ίσες ευκαιρίες. Χρειάστηκε να απαρνηθεί ένα μεγάλο κομμάτι του συναισθηματικού της κόσμου, να απεγκλωβιστεί από τον ρόλο της γατούλας, της μητέρας, της απροστάτευτης κόρης, και ενταφίασε έτσι την προσφιλή θηλυκότητά της. Εκανε πρόβες μπροστά στον σκονισμένο καθρέφτη για να αποκτήσει την εικόνα γυναίκας με κύρος και δαιμονοποίησε την Μπάρμπι και το «Κοσμοπόλιταν». Δεν έπαψε στιγμή, όμως, να καταρτίζει τη λίστα του άνδρα των ονείρων της. Τον ήθελε ψηλό, λεπτό, πλούσιο, δημιουργικό, υπεύθυνο, ευαίσθητο, άνδρα κανονικό και εκατομμύρια άλλα πράγματα που δύσκολα γράφονται σε αυτές τις γραμμές. Κι όσο πιο επιτυχημένη γινόταν, τόσο μεγάλωνε η λίστα των απαιτήσεών της, τόσο πιο επικριτική γινόταν για το ανδρικό φύλο, αγγίζοντας τα όρια της υστερίας του Σοπενάουερ. Κάπως έτσι έφτασε στα αζήτητα, που λέει και ο λαός. Κάπως έτσι φόβισε τον άνδρα, τον αντίπαλο και τον συνοδοιπόρο. Κι όλα τούτα, μέσα σε λίγες μόνον δεκαετίες.

Σήμερα, με το άγχος της ηλικίας, επιτυχημένη μέχρις εσχάτων, χορτάτη από κάθε άποψη, η γυναίκα αναζητεί διαφυγές. Είναι πολλές οι καριερίστες γυναίκες στις ΗΠΑ που εγκαταλείπουν τα πολυτελή γραφεία τους για να γυρίσουν στο σπίτι, να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, να ζήσουν με τη βοήθεια του άνδρα τους, παρότι γνωρίζουν ότι ο κίνδυνος εγκλωβισμού σ’ έναν ανέξοδο μικροαστισμό είναι μεγάλος. (Δεν είναι τυχαία η τεράστια επιτυχία της τηλεοπτικής σειράς «Απελπισμένες νοικοκυρές», που αποτελεί δείκτη του επιπέδου της μικροαστικής τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γυναίκες μέσης ηλικίας που ζουν υποχρεωτικά στα προάστια, έχουν παιδιά ή προσπαθούν να αποκτήσουν, που ζουν με αντικαταθλιπτικά, που οι άνδρες τους τις εγκαταλείπουν για κάτι άθλια μωρά, που δεν έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στις δουλειές τους…)

Ας ρίξουμε μια ματιά, όμως, και στα ινστιτούτα. Εκατοντάδες, χιλιάδες επιτυχημένες επαγγελματίες αναζητούν την ομορφιά μέσα από την προβολή της θηλυκότητας και, αντί να πετάνε τους στηθόδεσμους, όπως παλιά, καταφεύγουν στους πλαστικούς για να μεγαλώσουν τα στήθη τους. Θέλουν, άραγε, να αρέσουν στους άνδρες, θέλουν να αρέσουν απλά και μόνο στον εαυτό τους;

Στις κατ’ ίδιαν συζητήσεις, δεν είναι λίγες αυτές που σκαλίζουν τις δοκιμασμένες συνταγές των παλιών έμπειρων γυναικών, που τις προτρέπουν να παριστάνουν τις δύσκολες, να μην ενδίδουν στο πρώτο ραντεβού και να κάνουν τον άνδρα να αισθάνεται κυνηγός. Πολλές παραμυθιάζονται στο Διαδίκτυο, ψάχνοντας ερμηνείες για τη λέξη «αγάπη» (μήπως τελικά κάτι σημαίνει κι αυτή;). Κάποιος τους είπε ότι η αγάπη και όχι το συμφέρον οδηγούσε τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους στο να παντρευτούν, παρότι οι άνδρες είχαν άλλα πράγματα στον νου, όπως το σεξ και ένα πιάτο μαγειρεμένο φαγητό στο τραπέζι.

Πριν από πολλά πολλά χρόνια, το 1899, μια λογοτέχνις, η Λου Αντρέας Σαλομέ, μεγάλος έρωτας του Νίτσε, ερωμένη του ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε και μαθήτρια του Φρόιντ, σημείωνε στην «Ανθρώπινη Φύση της Γυναίκας» (εκδόσεις Ροές). Σε μια πάλη για τη ζωή, θα πρέπει πριν απ’ όλα να ευχηθούμε στη γυναίκα να δείξει ότι έχει γερό στομάχι, ικανό να χωνεύει και τα πιο σκληρά ξεροκόμματα, και να διατηρήσει συγχρόνως ακέραιη την έμφυτη ομορφιά της, να βάλει δηλαδή στα πράγματα τη γυναικεία σφραγίδα της, αντί να αρνείται για χάρη τους τη θηλυκότητά της, ακόμη κι αν αυτή η εμμονή αμβλύνει κάπως τα ανταγωνιστικά προσόντα της… Μέχρι να σπάσει το σχοινί…

Διαφήμιση