Διαφήμιση

Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

 Τι είμαστε μέσα στο σύμπαν; Σ’ αυτό το αχανές άπειρο, που μόνο οι μαθηματικοί υπολογισμοί τών αστροφυσικών μπορούν, εν μέρει, να εκφράσουν, και που όλοι οι άλλοι δεν μπορούμε να συλλάβουμε, τι αντιπροσωπεύουμε; Όλοι εμείς, που με μια πλημμύρα γινόμαστε ένας απλός αριθμός από τα θύματα που παρέσυρε ένα ρέμα, όλοι εμείς που με μια στραβοτιμονιά γινόμαστε ένα από τα θύματα ενός γελοίου, ωστόσο θανατηφόρου, ατυχήματος, τι είμαστε;

Τι αντιπροσωπεύουμε μέσα στην αγωνία τών αιώνων; Λένε, οι ανθρωπολόγοι, ότι την σχεδόν συνείδηση ως άνθρωποι, αποκτήσαμε από μια μακρινή εποχή, σχεδόν αχαρτογράφητη. Εκείνον τον πρόγονο, του έδωσαν το όνομα «Homo Sapiens». Πέρασαν δεκάδες χιλιάδες χρόνια από τότε. Δισεκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν βίαια στο διάστημα αυτό. Από ασθένειες, πολέμους, φυσικές καταστροφές.

Για να αμυνθεί, ο άνθρωπος, αλλά και να παρηγορηθεί από τον τρόμο τού θανάτου, συνειδητοποιώντας το πόσο αδύναμος είναι, εφηύρε τους θεούς.

Ωστόσο, κατόρθωσε ο άνθρωπος, να φτάσει σε μια άλλη, πολύ πιο προφυλαγμένη εποχή. Αντί να επινοεί θεούς για να εξευμενεί τα ταρακουνήματα της γης, ανακάλυψε τις αντισεισμικές κατασκευές. Δημιούργησε αντιπλημμυρικά έργα. Αυτό, βέβαια, δεν εμπόδισε κάποιους ανθρώπους από το να φράζουν τα ρέματα, όμως είχαμε όλοι την δυνατότητα να τηρήσουμε τους κανόνες και να περιορίσουμε τους κινδύνους. Όλοι είχαμε την δυνατότητα ν’ αντιληφθούμε ότι το αλκοόλ δεν συμβαδίζει με την ασφαλή οδήγηση. Θεσπίστηκαν νόμοι, κάποιοι – πολλοί – τους παραβίασαν, τους παραβιάζουν. Γιατί η ασημαντότητά τους πιστεύει πως είναι «εγώ», η απόλυτη μονάδα εξυπνάδας, δύναμης, μαγκιάς (να το πω πιο λαϊκά).

Ένα «εγώ» ταξιδεύει στο άπειρο σύμπαν. Το «εγώ», που δεν παθαίνει τίποτα. Το «εγώ», που δεν το αγγίζει ο ιός. Το «εγώ», που σκορπίζει τον όλεθρο στους γύρω του.  

Τι αντιπροσωπεύει αυτό το «εγώ» στο σύμπαν; Το σχεδόν τίποτα;

Φοβούμαι πως για πολλούς από εμάς, είναι τα πάντα. Ο μη συνειδητοποιημένος άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του άτρωτο, περίπου κάτι σαν θεό. Θεωρεί εαυτόν παντογνώστη. Διαφορετικά δεν δύναται ν’ αναπνεύσει, δεν δύναται να χαρεί τη ζωή του. Το ερώτημα «τι είναι ζωή;», δεν τον απασχόλησε ποτέ. Το εγωιστικό του γονίδιο τον μετατρέπει σε Κρόνο τής Ελληνικής Μυθολογίας.

Απέναντι σε κείμενα που εξετάζουν το μέλλον τού ανθρώπου, το μέλλον τού πολιτισμού, την πορεία τών κοινωνιών και άλλα πολλά που αφορούν την πορεία μας μετά από είκοσι, πενήντα, εκατό χρόνια, στοχάζομαι ένα πιο κοντινό μέλλον: Το αύριο, το μεθαύριο, το ερχόμενο καλοκαίρι, τα προσεχή Χριστούγεννα; Θα υπάρχουμε; Και αν υπάρχουμε, θα είμαστε σοφότεροι; Θα είμαστε πιο γενναιόδωροι; Θα είμαστε πιο εγκρατείς; Θα βγούμε, από την περιπέτεια αυτή, λιγότερο επιπόλαιοι;

Άραγε, θα υποτάξουμε το «εγώ» στο «εμείς»; Θα θέσουμε στην υπηρεσία τής καθημερινότητάς μας την συνειδητοποίηση ότι είμαστε ένα «τίποτα»;

Η σκέψη μου φεύγει άτακτα. Από τον δημοφιλή νέο-φιλόσοφο Χαραρί, στην «Κόμη τής Βερενίκης» του Γραμματικάκη. Από Ζαν Αμπυρζέ και «Το μέλι και το κώνειο»  στο «Τι μέλλει γενέσθαι» του Μιχάλη Δερτούζου, από το «Μωρίας εγκώμιον» του Έρασμου στον Στίβεν Χόκινγκ, από τον Κλοντ Λέβι – Στράους στον Ρωμανό τον Μελωδό…

Διαβάζω τον Χόκινγκ: «…Η Γη απειλείται από τόσες πλευρές, ώστε μου είναι δύσκολο να είμαι αισιόδοξος. Οι απειλές είναι πολύ μεγάλες και πολυάριθμες.

[…]

»Ιστορικά έχουμε υπάρξει ένα αδαές, ανεγκέφαλο είδος…

»…Το σύμπαν είναι ένα βίαιο μέρος: άστρα καταπίνουν πλανήτες, σουπερνόβα στέλνουν θανάσιμες ακτίνες στο Διάστημα, μαύρες τρύπες συγκρούονται και αστεροειδείς τινάζονται αποδώ και αποκεί με ταχύτητες εκατοντάδων χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο…»

Τι αντιπροσωπεύω εγώ, τι αντιπροσωπεύουμε εμείς, μέσα σ’ αυτό το σύμπαν;

Το «τίποτά» μου στρέφει τα μάτια του στον Ρωμανό τον Μελωδό: «Ω γλυκύ μου Έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον…»

Διαφήμιση