Διαφήμιση

Η ΕΟΚΕ εξετάζει τις προκλήσεις της τηλεργασίας

Κατά τις πρώτες απαγορεύσεις κυκλοφορίας λόγω της νόσου COVID-19, ο αριθμός των τηλεργαζομένων μεταξύ του εργατικού δυναμικού της ΕΕ εκτινάχθηκε από το 5% στο 40%. Ένα χρόνο αργότερα και με την τηλεργασία που ήρθε για να μείνει, εξακολουθεί να είναι δύσκολο να αξιολογηθεί σωστά ο αντίκτυπός της στους εργοδότες, τους εργαζομένους και την κοινωνία στο σύνολό της. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει την ανάγκη να διενεργηθεί περισσότερη έρευνα υπό ένα μακροπρόθεσμο πρίσμα, προκειμένου να αξιοποιηθούν τα οφέλη και να μετριαστούν οι κίνδυνοι αυτής της μορφής εργασίας.

Παρά τις προφανείς ευκαιρίες που προσφέρει τόσο στους εργαζομένους όσο και στους εργοδότες, όπως η βελτίωση της παραγωγικότητας, οι πιο ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας και η μεγαλύτερη αυτονομία, η τηλεργασία μπορεί παρά ταύτα να επηρεάσει αρνητικά την επαγγελματική και την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα όρια μεταξύ των δύο δεν ήταν πάντα ευδιάκριτα οδηγώντας σε υπερβολικό φόρτο εργασίας, παρατεταμένο ωράριο εργασίας και ανεπαρκή χρόνο ανάπαυσης.

Ως εκ τούτου, και με έναν τρόπο ζωής όπου οι εργαζόμενοι είναι πάντα σε ετοιμότητα ενώ πολλοί εξ αυτών δυσκολεύονται να αποσυνδεθούν, μπορεί κατά συνέπεια να επηρεαστεί αρνητικά η ψυχική και σωματική υγεία και η ευεξία των ανθρώπων. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ), σε δύο γνωμοδοτήσεις σχετικά με την τηλεργασία που εγκρίθηκαν κατά τη σύνοδο ολομέλειας του Μαρτίου, δηλώνει ότι οι γυναίκες, καθώς τηλεργάζονται περισσότερο από το σπίτι προσπαθώντας να συνδυάσουν την τηλεργασία με τις οικιακές εργασίες, διαπιστώνουν ιδιαιτέρως τις αρνητικές της πλευρές.

Στις διερευνητικές γνωμοδοτήσεις της με θέμα «Προκλήσεις της τηλεργασίας» και «Τηλεργασία και ισότητα των φύλων» —κατόπιν αιτήματος της Πορτογαλικής Προεδρίας της ΕΕ— η ΕΟΚΕ εξέτασε τις προκλήσεις της τηλεργασίας, διερευνώντας τις επιπτώσεις της στην οργάνωση του χρόνου εργασίας, την ισορροπία επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής, τα εργασιακά δικαιώματα και το δικαίωμα αποσύνδεσης, στα οποία πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε συζήτηση επί του θέματος.

Μία από τις γνωμοδοτήσεις ασχολείται ειδικά με τον αντίκτυπο της τηλεργασίας στις γυναίκες, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι οι περισσότερες γυναίκες τηλεργάστηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας και ήταν πιθανότερο να διακόψουν προσωρινά την εργασία τους λόγω υποχρεώσεων παροχής φροντίδας.

Η πορτογαλική Προεδρία, η οποία έθεσε τη νέα οργάνωση της εργασίας ψηλά στην πολιτική ατζέντα της, ξεκίνησε συζήτηση σε επίπεδο ΕΕ για το ζήτημα αυτό. Οι γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ, οι οποίες αντιπροσωπεύουν την αντίληψη της κοινωνίας των πολιτών επί του θέματος, θα συμβάλουν στα συμπεράσματα του Συμβουλίου που θα δημοσιευθούν την άνοιξη.

ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ-ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ

Αν και εναπόκειται στους εργοδότες να αποφασίσουν σχετικά με την οργάνωση της εργασίας, ο κοινωνικός διάλογος αποτελεί μείζονος σημασίας μέσο στους χώρους εργασίας για τη διαχείριση ζητημάτων όπως οι αμοιβές, ο χρόνος εργασίας, οι ρυθμίσεις συνδεσιμότητας, η υγεία και η ασφάλεια, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η προώθηση ευκαιριών στο πλαίσιο της τηλεργασίας.

Για να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι και να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη της τηλεργασίας κατά την μετά την πανδημία εποχή, η ΕΟΚΕ καλεί τους κοινωνικούς εταίρους στα κράτη μέλη να θεσπίσουν κανόνες προσαρμοσμένους σε κάθε χώρα και σε κάθε ειδική κατάσταση ανάλογα με τον τομέα και την εκάστοτε εταιρεία, στο πλαίσιο του υπάρχοντος κοινωνικού διαλόγου και των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η τηλεργασία θα πρέπει να ρυθμίζεται κατάλληλα, ενώ είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι θα είναι αναστρέψιμη μετά το τέλος της κρίσης COVID-19 και ότι θα παραμείνει εθελούσια. Οι τηλεργαζόμενοι θα πρέπει να έχουν τα ίδια ατομικά και συλλογικά δικαιώματα και τον ίδιο φόρτο εργασίας με τους συναδέλφους τους που εργάζονται στις εγκαταστάσεις των εργοδοτών τους. Οι ρυθμίσεις τηλεργασίας πρέπει να καθορίζονται γραπτώς, διασφαλίζοντας ίση μεταχείριση και ισότιμες συνθήκες υγείας και ασφάλειας στην εργασία, δηλώνει η ΕΟΚΕ.

«Η εργασία από το σπίτι θα αποτελέσει χαρακτηριστικό γνώρισμα των μελλοντικών αγορών εργασίας, αλλά δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να οδηγήσει σε κοινωνική οπισθοδρόμηση και απομόνωση των εργαζομένων. Μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να συνδυάσουν την επαγγελματική με την προσωπική τους ζωή, αλλά δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οποιαδήποτε διάκριση ή διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εκείνων που εργάζονται από το σπίτι και εκείνων που αποφασίζουν να μεταβαίνουν στο γραφείο», δήλωσε ο εισηγητής της γνωμοδότησης με θέμα «Προκλήσεις της τηλεργασίας», Carlos Manuel Trindade.

«Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ συνδικαλιστικών οργανώσεων και εταιρειών θα είναι σημαντικές για τη ρύθμιση αυτής της νέας μορφής εργασίας. Οι σχετικές συμφωνίες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει οπισθοδρόμηση όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά μάλλον το αντίθετο», τόνισε.

Οι διαφορές ως προς την πρόσβαση στην τηλεργασία ενδέχεται να επιδεινώσουν τις ανισότητες, συμπεριλαμβανομένων των ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών. Για παράδειγμα, οι γυναίκες με λιγότερα προσόντα ενδέχεται να μη διαθέτουν επαρκείς ψηφιακές δεξιότητες ή να μην έχουν στη διάθεσή τους την απαιτούμενη ψηφιακή τεχνολογία για να μπορούν να τηλεργάζονται, γεγονός που μπορεί να επιδεινώσει το ψηφιακό χάσμα μεταξύ των φύλων, προειδοποιεί η ΕΟΚΕ.

Εντούτοις, δεδομένης της ταχείας επέκτασης αυτού του τρόπου εργασίας, και υπό το φως των διδαγμάτων που αντλήθηκαν από την πανδημία, οι υφιστάμενες συμφωνίες της ΕΕ που καλύπτουν την τηλεργασία θα πρέπει να αξιολογηθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι εξακολουθούν να είναι αποτελεσματικές υπό τις νέες συνθήκες, σημειώνει η ΕΟΚΕ.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι συμφωνίες-πλαίσιο του 2002 και του 2020 για την τηλεργασία και την ψηφιοποίηση αντίστοιχα, οι οποίες συνήφθησαν από τους κοινωνικούς εταίρους σε επίπεδο ΕΕ. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους κατά την κατάρτιση εθνικών πλαισίων για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους που χρησιμοποιούν αυτή τη μορφή εργασίας.

Η συμφωνία-πλαίσιο για την ψηφιοποίηση η οποία εφαρμόζεται πλέον από τους κοινωνικούς εταίρους στα κράτη μέλη αναφέρει όρους σύνδεσης και αποσύνδεσης. Ορισμένες χώρες, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο, διαθέτουν ήδη νομοθεσία σχετικά με το δικαίωμα αποσύνδεσης.

Επιπροσθέτως, θα μπορούσε να δρομολογηθεί μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή σε επίπεδο κράτους μέλους, προκειμένου να προστατευτεί και να κατοχυρωθεί το δικαίωμα στην αποσύνδεση.

Η ΕΕ και τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να κάνουν χρήση της ισχύουσας νομοθεσίας που εφαρμόζεται πλήρως στην τηλεργασία, όπως οι οδηγίες για τον χρόνο εργασίας και την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής. Αυτές θα πρέπει να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο και να εφαρμοστούν αναλόγως, καθώς αυτό «θα συντελέσει ασφαλώς στη βελτίωση των συνθηκών για τους τηλεργαζομένους».

Τα αριθμητικά στοιχεία, τα οποία παρέχονται από μελέτη του Eurofound δείχνουν ότι το 30% των «τακτικών» τηλεργαζομένων εργάζεται πλέον στον ελεύθερο χρόνο τους σε καθημερινή βάση ή αρκετές φορές την εβδομάδα και περί το 20% εργάζεται περισσότερες από 48 ώρες την εβδομάδα. Περί το 40% των «τακτικών» τηλεργαζομένων αναπαύεται λιγότερο από 11 ώρες την ημέρα.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι εταιρείες θα πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλους μηχανισμούς για τη μέτρηση του κανονικού ωραρίου εργασίας και των υπερωριών.

Η οδηγία για τον χρόνο εργασίας θέτει όριο 48 ωρών εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας και ελάχιστο επίπεδο 11 ωρών συνεχούς ημερήσιας ανάπαυσης και τεσσάρων εβδομάδων ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών.

ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

Στην εν λόγω γνωμοδότηση, με την οποία μελετήθηκε ο αντίκτυπος της τηλεργασίας στην ισότητα των φύλων, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στον κίνδυνο χρήσης της τηλεργασίας για την επιβολή διπλού φόρτου, αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας. Οι οικιακές εργασίες εξακολουθούν να κατανέμονται ανισομερώς μεταξύ γυναικών και ανδρών, καθώς τις επωμίζονται κυρίως οι γυναίκες, γεγονός που μειώνει την ικανότητά τους να είναι παραγωγικές στην αμειβόμενη εργασία και θα μπορούσε επίσης να υπονομεύσει τις επαγγελματικές τους προοπτικές.

«Τόσο η κοινωνία στο σύνολό της όσο και οι επιχειρήσεις πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των έμφυλων στερεότυπων και την αναγνώριση των γυναικών ως εργαζόμενων πλήρους απασχόλησης πέρα από τους πολλούς άλλους ρόλους και ιδιότητές τους. Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος αυτών των προκαταλήψεων για την κοινωνία είναι επαχθέστατο», δήλωσε η εισηγήτρια της γνωμοδότησης Milena Angelova.

«Χαιρετίζουμε την εκστρατεία της Επιτροπής για την καταπολέμηση των έμφυλων στερεοτύπων. Επαναλαμβάνουμε την ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας, για την υποστήριξη των μη στερεοτυπικών οικογενειακών ρόλων και των επιλογών γυναικών και ανδρών, όσον αφορά τις σπουδές, τα επαγγέλματα και τις θέσεις εργασίας. Τονίζουμε την ανάγκη να αρθούν τυχόν διαρθρωτικά εμπόδια προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ισότιμη κατανομή των μη αμειβόμενων οικιακών εργασιών και της παροχής φροντίδας», τόνισε.

Επ’ αυτού, η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πάραυτα και αποτελεσματικά την οδηγία σχετικά με την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής. Ζητεί επίσης μια «ευρωπαϊκή συμφωνία για την παροχή φροντίδας», τονίζοντας ότι οι διαθέσιμες, προσβάσιμες και οικονομικά προσιτές υποδομές και υπηρεσίες φροντίδας για παιδιά, άτομα με ειδικές ανάγκες και ηλικιωμένους αποτελούν μια ακόμη κρίσιμη προϋπόθεση για την ίση μεταχείριση των φύλων στην τηλεργασία.

Η συνεισηγήτρια της γνωμοδότησης Erika Koller δήλωσε: «Η τηλεργασία μπορεί να βοηθήσει στην ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να καταστήσει τον εργαζόμενο αόρατο στην εργασιακή κοινότητα, καθώς δεν υφίστανται επίσημες και άτυπες δομές στήριξης. Αυτό μπορεί να διαιωνίσει τις ανισότητες μεταξύ των φύλων στην εργασία και την κοινωνία ως αποτέλεσμα των πολιτικών που αγνοούν τη διάσταση «ισότητα των δύο φύλων» και της περιορισμένης πρόσβασης σε πληροφορίες, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τις αμοιβές. Αυτό μπορεί να ενέχει τον κίνδυνο να επιδεινωθεί το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων. Οι γυναίκες μπορεί να χάσουν ευκαιρίες κατάρτισης και προαγωγής. Απαιτείται κατάλληλη ανάλυση ως προς το φύλο για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων».

 

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η επιβάρυνση ήταν ιδιαίτερα επαχθής για τις μητέρες παιδιών ηλικίας κάτω των 12 ετών ή παιδιών με ειδικές ανάγκες, καθώς και για τις γυναίκες με άλλες ευθύνες φροντίδας, όπως η φροντίδα εξαρτώμενων ηλικιωμένων μελών της οικογένειας, υψηλότερου κινδύνου κατά την πανδημία. Η τηλεργασία κατά τη διάρκεια της πανδημίας αύξησε επίσης τον κίνδυνο ενδοοικογενειακής ή διαδικτυακής βίας κατά ένα τρίτο για τις γυναίκες, δήλωσε η κ. Koller.

Διαφήμιση