Η Estée Lauder και η Puig βρίσκονται σε συζητήσεις για μια πιθανή συγχώνευση, η οποία θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην αγορά της ομορφιάς. Οι συζητήσεις αυτές ξεκίνησαν πρόσφατα, καθώς η Estée Lauder αντιμετωπίζει προκλήσεις με την πτώση της αξίας των μετοχών της, που έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 75% από τις αρχές του 2022.
Η Puig, που ιδρύθηκε το 1914 από τον Antonio Puig Castelló στην Βαρκελώνη, λειτουργεί σε 150 χώρες και έχει άμεση παρουσία σε 26 χώρες. Με 4,472 υπαλλήλους παγκοσμίως, η Puig είχε το 2018 καθαρά έσοδα 2 δισεκατομμυρίων ευρώ και καθαρά κέρδη 242 εκατομμυρίων ευρώ.
Η αγορά της Estée Lauder ανέρχεται περίπου σε 29 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Puig έχει αγορά αξίας περίπου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η πιθανή συγχώνευση θα μπορούσε να προσφέρει στην Estée Lauder πρόσβαση σε μάρκες αρωμάτων της Puig και σε κανάλια πωλήσεων απευθείας στον καταναλωτή.
Η συγχώνευση αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα οντότητα με συνολική αξία περίπου 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι αναλυτές της JPMorgan εκφράζουν έκπληξη για το γεγονός ότι η οικογένεια Puig μπορεί να παραχωρήσει τον έλεγχο της πλειοψηφίας.
Η Puig έχει υποφέρει από πτώση της αξίας των μετοχών της από την δημόσια προσφορά της το 2024, με τις μετοχές της να έχουν υποχωρήσει κατά 30% από τον Μάιο του 2024. Αντίστοιχα, η Estée Lauder προσπαθεί να ανακτήσει τη θέση της στην αγορά.
Η συζήτηση για τη συγχώνευση περιλαμβάνει έναν συνδυασμό μετοχών και μετρητών, αν και οι λεπτομέρειες της προτεινόμενης συμφωνίας δεν έχουν αποκαλυφθεί. Οι αβεβαιότητες γύρω από τους όρους της συγχώνευσης παραμένουν, καθώς οι ακριβείς λεπτομέρειες δεν έχουν επιβεβαιωθεί.
Η ανάπτυξη της βιομηχανίας ομορφιάς αναμένεται να είναι 440-570 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, με ετήσια αύξηση 5-8% μέχρι το 2028-2030. Η κατάσταση αυτή καθιστά τη συγχώνευση ακόμα πιο σημαντική για τις δύο εταιρείες, καθώς η αβεβαιότητα στην αγορά αυξάνεται λόγω γεωπολιτικών παραγόντων και της κινεζικής αγοράς.
Η Estée Lauder και η Puig, αν προχωρήσουν στη συγχώνευση, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια ισχυρή δύναμη στον τομέα της ομορφιάς, επηρεάζοντας τις στρατηγικές των ανταγωνιστών τους, όπως η LVMH και η L’Oréal.